Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Παραμιλώντας στο Σεληνόφωτο





"Γελώ γιατί γελούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δε γελούν" *




Κι ήρθες

Και τα κελαηδιστά σου λόγια
έκαναν κλουβί στην έλλειψή μου
και την μάντρωσαν μέσα.
"Να μη σε ξαναενοχλήσει"

Κι αυτή όλο ξετρύπωνε από τα κάγκελα
θρεμμένη από νωπά περάσματα
και ζητούσε κι άλλο κι άλλο
και δεν χόρταινε.

Κι εσύ, μια και δεν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε,
έγινες παιδί και μ' έπιασες απ' το χέρι
σε κείνα τα χρόνια, τα άλλα,
τα ανέμελα, τα δύσκολα και όμορφα.

Κι αυτή άρχισε να καταλαγιάζει
και να μαζεύεται πίσω από την κλειδαρότρυπα
και να με κοιτάει παραπονεμένη
"Ξεχνάς, όταν έρχεται εκείνος!"

Και γελούσα; Δεν το θυμάμαι.
Μόνο την εικόνα σου
Και το θεριό που χόρταινε μέσα μου
Κι ότι μου το πες:

"Πόσο χάρηκα που γέλαγες σήμερα!"

Κι ύστερα, χαμένοι στ' όνειρο
ακούστηκε ένας απ' τους δυο μας:
"Είμαστε απλώς υπηρέτες του Έρωτα..."





*Το motto είναι παράφραση από τους στίχους του Γ. Σαραντάρη:

"Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δε μιλούν"




Όλες οι Εικόνες ανήκουν στην Celia Chauffrey







.

Λόγω Πανσελήνου


Γιάννης Τόλιας, Αποσπάσματα





Κάθονταν παράμερα
και κοιτούσε το ρολόι του Ποιήματος
περιμένοντας το ξυπνητήρι
να χτυπήσει τη δική της απόχρωση

Απόψε
την ανάσα σου κοιμήθηκα
κάτω απ’ το μαξιλάρι μου.

Τουλάχιστον συνομιλούμε στα όνειρα.



Πόσο μου έλειψε
η ομηρία της αγκαλιάς σου.

Τι άλλο πιο μάταια ένδοξο
από την υλακή ενός μοναχικού λύκου
στο φεγγαρόφωτο.


Αξημέρωτα δάκρυζε το ποίημα
Γιατί έλειπες.





Άργησα και με κλείδωσαν έξω οι λέξεις σου.



Σε ποιους βυθούς
Χτίζεις και γκρεμίζεις ποιήματα;

Κάθε πρωί που έφευγες
άφηνες πάνω στον καθρέφτη
την αιχμηρή δύση των χειλιών
Τόσα φιλιά ηλιοβασιλέματα
έχω στη συλλογή μου.

Πείτε μου τώρα αν αρέσω
Γιατί με πλάνεψε
κι έκοψα κοντά τα μαλλιά μου
Να μην αναρριχούνται λέει
πάνω τους τα ποιήματα.

Θα συντρίψω όλες τις αντιστάσεις σου
Έστω κι αν χρειαστούν ζωές
Θα φυσάω άνεμος κρυφός
πάνω από την κλίνη σου
σκορπώντας τα σεντόνια

Γυμνή να καθρεφτίζεσαι στα μάτια μου

Με χαμηλόφωνες ματιές
Τώρα που ο άνεμος
το γαλάζιο σου
ανεμίζει
νυχτικό

Έτσι που η νύχτα
γυμνή να εκτεθεί
Αμετανόητος
Ανταλλάσσω την πανσέληνο
με το κορμί σου




Κι ένα τραγούδι:








Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Στο Σούνιο



Είπες πως είναι κοντά
στο σπίτι σου.
Κάθησα στα βράχια
και σε περίμενα.
Κι έτσι όπως έδυε
κράτησα μια χούφτα ήλιο
και για σένα.
Οι κολώνες επέμεναν
να μου ψυθιρίζουν
ευθυτενή μυστικά.
"Τίποτα δεν αξίζει
χωρίς αγάπη"
τους απάντησα
και τους έστρεψα
την πλάτη
του γυρισμού.



Μπήκα σήμερα το πρωί στο λεωφορείο και με το που βρήκα θέση, έβγαλα το κόκκινο τετραδιάκι μου και  το 'γραψα απνευστί χωρίς δεύτερη σκέψη και υπολογισμούς λέξεων.
Ίσως να θέλει μια κάποια επιμέλεια, αλλά αποφάσισα να το κρατήσω έτσι.


Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Η Οδύνη της Απώλειας




Δεν έχεις επίσης ιδέα πώς φαίνεσαι στους άλλους. Το πώς αισθάνεσαι με το πώς φαίνεσαι μπορεί να συμπίπτουν ή να μη συμπίπτουν. «Πώς αισθάνεσαι, λοιπόν;» σου λένε. Αισθάνεσαι λες κι έχεις πέσει από ύψος αρκετών εκατοντάδων μέτρων, έχοντας πλήρη συνείδηση της πτώσης, έχεις προσγειωθεί με τα πόδια σε ένα παρτέρι με τριανταφυλλιές με τέτοια ορμή ώστε να χωθείς στο χώμα μέχρι τα γόνατα και τα εσωτερικά σου όργανα να διαλυθούν και να χυθούν έξω από το σώμα. Έτσι αισθάνεσαι – είναι ποτέ δυνατόν να φαίνεσαι κάπως αλλιώς;


........


Πολύ νωρίς, μου ήρθαν μια μέρα στο νου τα λόγια: μου λείπει σε καθετί που κάνω και που δεν κάνω. Αυτή ήταν μία από τις φράσεις που έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου σαν επιβεβαίωση του πού και του τι ήμουν. Όπως ακριβώς, όταν γυρνούσα στο σπίτι με το αυτοκίνητο, προετοιμαζόμουν για την επιστροφή λέγοντας δυνατά: «Δεν επιστρέφω μαζί της ούτε σε εκείνη». Όπως ακριβώς, όταν κάτι αποτύγχανε, έσπαγε ή χανόταν, καθησύχαζα τον εαυτό μου λέγοντας: «Στην κλίμακα της απώλειας, τούτο εδώ δεν είναι τίποτε». Ο σολιψισμός της οδύνης είναι τέτοιος, που δεν πήγαινε καν το μυαλό μου σε διαβαθμίσεις και διαφορές.......
.....



Τον πρώτο καιρό, λόγω της συνήθειας, της αγάπης και της ανάγκης να υπάρχει κάποιο μοτίβο, εξακολουθείς να κάνεις ό,τι συνήθιζες να κάνεις και μαζί της. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεσαι την παγίδα στην οποία έχεις πέσει: έχεις εγκλωβιστεί ανάμεσα στο να επαναλαμβάνεις όσα έκανες μαζί της, χωρίς όμως εκείνη να είναι τώρα παρούσα, κι έτσι να σου λείπει, και στο να κάνεις καινούργια πράγματα, πράγματα που δεν είχες κάνει ποτέ μαζί της, κι έτσι να σου λείπει πάλι αλλά με διαφορετικό τρόπο.

Αισθάνεσαι οξύτατα την απώλεια του κοινού λεξιλογίου, των μεταφορικών σχημάτων, των πειραγμάτων, των συντομεύσεων, των ιδιωτικών αστείων, των χαζολογημάτων, των ψεύτικων επιπλήξεων και των ερωτικών υποσημειώσεων, όλων αυτών των άδηλων αναφορών που είναι πολύτιμες για τη μνήμη, αλλά άνευ αξίας αν εξηγηθούν σε κάποιον αμέτοχο τρίτο.

Όλα τα ζευγάρια, ακόμα και τα πιο μποέμικα, φτιάχνουν μοτίβα στην κοινή ζωή τους και αυτά τα μοτίβα έχουν ετήσιο κύκλο επανάληψης. Έτσι, το έτος Ένα μετά θάνατον είναι σαν το αρνητικό της εικόνας του έτους που είχες συνηθίσει. Αντί να είναι διάστικτο από γεγονότα, τώρα είναι διάστικτο από την απουσία γεγονότων.


..........


Πήγα σε ένα σινεμά του Λονδίνου, για να παρακολουθήσω σε απευθείας αναμετάδοση από τη Νέα Υόρκη την όπερα του Γκλουκ Ορφέας και Ευρυδίκη. Προηγουμένως είχα προετοιμαστεί κατάλληλα, ακούγοντας όλο το έργο με το λιμπρέτο ανά χείρας. Και σκέφτηκα: αυτά τα πράγματα δεν γίνονται.

Η γυναίκα κάποιου πεθαίνει, αλλά ο θρήνος του συγκινεί σε τέτοιο βαθμό τους θεούς, ώστε του επιτρέπουν να κατεβεί στον Άδη, να τη βρει και να τη φέρει πίσω. Του βάζουν όμως έναν όρο: δεν πρέπει να την κοιτάξει καταπρόσωπο μέχρι να επιστρέψουν πάνω στη γη, αλλιώς θα τη χάσει για πάντα. Οπότε, ενώ την οδηγεί έξω από τον Άδη, εκείνη τον πείθει να στραφεί και να την κοιτάξει· οπότε εκείνη πεθαίνει· οπότε εκείνος τη θρηνεί εκ νέου, ακόμα πιο γοερά και τραβάει το σπαθί του για να αυτοκτονήσει· οπότε η θεά του έρωτα, αφοπλισμένη από αυτή την επίδειξη λατρείας προς τη σύζυγο, επαναφέρει την Ευρυδίκη στη ζωή.


Ελάτε τώρα! Μα την αλήθεια δηλαδή. Δεν μου έφταιγε η παρουσία ή οι ενέργειες των θεών – αυτές μπορούσα εύκολα να τις δεχτώ· εκείνο που μου έφταιγε ήταν το γεγονός ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα στρεφόταν να κοιτάξει την Ευρυδίκη, γνωρίζοντας ποιες θα ήταν οι συνέπειες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον ρόλο του Ορφέα, που αρχικά τραγουδούσε ένας καστράτος ή κόντρα τενόρος, θα αναλάμβανε να παίξει σε τούτη την παραγωγή μια ογκώδης κοντράλτο.


Ωστόσο, είχα υποτιμήσει υπερβολικά τον Ορφέα, αυτή την όπερα που στοχεύει αψεγάδιαστα τον άνθρωπο που πενθεί· μέσα σε εκείνο το σινεμά, η θαυμαστή εξαπάτηση της τέχνης λειτούργησε ξανά. Μα φυσικά και θα στρεφόταν ο Ορφέας να κοιτάξει την εκλιπαρούσα Ευρυδίκη – πώς ήταν δυνατόν να μην το κάνει; Γιατί, ενώ δεν θα το έκανε «κανένας λογικός άνθρωπος», αυτός έχει χάσει τα λογικά του από τον έρωτα, την οδύνη και την ελπίδα.

Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά;
Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες. Πώς θα μπορούσε οποιοσδήποτε να τηρήσει την υπόσχεσή του, ακούγοντας πίσω από την πλάτη του τη φωνή της Ευρυδίκης;


'Τα τρία επίπεδα της ζωής' - Julian Barnes




[Ένα μικρό απόσπασμα από την οδύνη της απώλειας όπως την περιγράφει ο Μπαρνς στο βιβλίο του.]







Ολονυχτία



Henri Rousseau - The Sleeping Gypsy

Δε με κατάλαβες, όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάϊ σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.


Νικηφόρος Βρεττάκος

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Συν-Ζήτηση



Καμια φορά τα βιβλία δεν τα βρίσκεις αλλά σε βρίσκουν.
Όπως με βρήκε εμένα τις προάλλες "Ο ευτυχισμένος θάνατος" του Καμύ, την ώρα που περίμενα το λεωφορείο. Μεταχειρισμένο, στην τιμή του ενός ευρώ.

Σήμερα που ξεκίνησα να το διαβάζω, η περιγραφή του Απριλιάτικου τοπίου με την οποία ξεκινάει, μου φερε αίσθηση ανέμελου καλοκαιριού και ασφάλειας, όπως ήταν τα παιδικά μου χρόνια που διάβαζα ατέλειωτες ώρες.





Μαζί του με βρήκε ακόμη ένα, στην ίδια τιμή (επειδή είναι μεταχειρισμένα, αλλά ποιος νοιάζεται), που πριν καλά-καλά προλάβω να του ρίξω μια ματιά, δανείστηκε ήδη: "Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο" - Α. Σοπενάουερ.

Για το πώς οι άνθρωποι στις συζητήσεις τους, δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια αλλά για την επικράτηση της γνώμης τους, είτε έχουν δίκιο είτε άδικο, επειδή θα έκαναν τα πάντα για να μην παραδεχτούν ότι η άποψή τους ή όσα σκέφτονται είναι λάθος.

Πολύ σπάνιο να βρεις ειλικρινείς και έντιμους συνομιλητές που να τους νοιάζει πραγματικά η αλήθεια και η συν-ζήτησή της μέσα από τον διάλογο κι όχι απλά η επικράτηση τής προαποφασισμένα μοναδικά σωστής γνώμης τους.




Καθώς το αγόρασα, πηγαίνοντας σε μία συνάντηση, το δειξα σαν πολύτιμο απόκτημα και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και σ' αυτό.
Κι ήταν τόσο καταλυτικό και τόσο χρήσιμο, που κάποιος με ρώτησε αν το είχα προσχεδιάσει κι αν το 'φερα κατόπιν προγραμματισμού από το σπίτι μου.
Κι όμως, να που δεν το 'κανα εγώ εσκεμμένα, αλλά, για ακόμα μια φορά, της τύχης τα παιχνιδίσματα.



Παραθέτω αποσπάσματα  που επιλέξαμε να διαβάσουμε και να συζητήσουμε.
Ήθελα να προσθέσω ακόμα ένα, αλλά μάλλον θα βρίσκεται στον πρόλογο της παλιότερης έκδοσης που αγόρασα και μια και δεν έχω ακόμα το δανεισθέν, δεν μπορώ να το βρω στην ηλεκτρονική μορφή του βιβλίου από όπου πήρα και τα υπόλοιπα.



"Πώς είναι άραγε δυνατόν να επιχειρηματολογεί κανείς με στόχο την επικράτησή του ανεξάρτητα από την αλήθεια; «Η απάντηση είναι απλή» υποστηρίζει ο Σοπενχάουερ. Πρόκειται για την «εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης». Απορρέει από μια «έμφυτη ματαιοδοξία» και από το γεγονός ότι οι άνθρωποι, αντί να σκέφτονται πριν μιλήσουν, είναι φλύαροι και ανειλικρινείς, σπεύδουν να υιοθετήσουν μια άποψη, την οποία στη συνέχεια υπερασπίζονται από πείσμα και εγωισμό, χωρίς να γνωρίζουν αν είναι σωστή ή λανθασμένη.
Η ματαιοδοξία πάντοτε υπερτερεί της αλήθειας.
......

Αν η ανθρώπινη φύση δεν ήταν ποταπή, αλλά απόλυτα έντιμη, θα έπρεπε σε κάθε αντιπαράθεση να αποβλέπουμε μόνο στην αποκάλυψη της αλήθειας. Δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί ούτε στο ελάχιστο αν η αλήθεια θα αποδειχτεί υπέρ της άποψης που εκφράσαμε αρχικά ή υπέρ της άποψης του αντιπάλου μας. Αυτό δεν θα έπρεπε να θεωρείται σημαντικό ζήτημα ή, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας. Όμως, όπως έχουν τα πράγματα, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα.
Η έμφυτη ματαιοδοξία μας, που είναι ιδιαίτερα εύθικτη όταν πρόκειται για τη νοητική μας ικανότητα, δεν επιτρέπει να δεχτούμε πως η αρχική μας τοποθέτηση ήταν εσφαλμένη και ότι η θέση του αντιπάλου μας ήταν η σωστή.

Η λύση σε αυτήν τη δύσκολη κατάσταση θα ήταν να μπαίνουμε πάντα στον κόπο να σχηματίζουμε σωστές απόψεις. Γι’ αυτό και θα έπρεπε κανείς να σκέφτεται προτού μιλήσει. Όμως, στους περισσότερους ανθρώπους η έμφυτη ματαιοδοξία συνοδεύεται από φλυαρία και εγγενή ανειλικρίνεια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι μιλούν προτού σκεφτούν, και μάλιστα, αν αργότερα αντιληφθούν πως έχουν άδικο, επιθυμούν να αποδειχτεί το αντίθετο.
Το ενδιαφέρον για την αλήθεια, που υποτίθεται ότι ήταν το μοναδικό τους κίνητρο όταν άρχισαν να αναπτύσσουν την άποψη που θεωρούσαν ορθή, παραχωρεί πλέον τη θέση του στη ματαιοδοξία.
........
Σε γενικές γραμμές, ένας συζητητής δεν αγωνίζεται για την αλήθεια, αλλά για την άποψή του σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Αγωνίζεται ανεξάρτητα, από το δίκιο ή το άδικο."



Εδώ το διαβάζουμε και σε ηλεκτρονική μορφή: "Η Τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο"





 Όλες οι εικόνες ανήκουν στην Svetlana Bobrova, Russia





Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

FaceHook



-Σ΄αγαπώ πάρα πολύ!

-Πόσο πολύ;

-Μέχρι ξεκατινιάσματος.

-Δηλαδή;

-Να δηλώσω στο F/B, 'in relationship with...'

-Πω-πω, πόσο πολύ με αγαπάς!!!