Ξυπνώντας σήμερα, συνειδητοποίησα πως οι εικόνες των ονείρων μου σχηματίστηκαν για να επενδύσουν το συναίσθημα.
Δηλαδή, ξαναβίωνα στο όνειρο κάποια συναισθήματα (που ομολογώ ότι δεν μου ήταν και πολύ άξια προσοχής και τα είχα κάνει στην άκρη για να δώσω σημασία σε άλλα πιο έντονα) και πάνω σ' αυτά στηνόταν και το σκηνικό του ονειρικού σεναρίου...
Ίσως το υποσυνείδητο να ήθελε να τα ξεθάψω για να τους δώσω την βαρύτητα που δεν τους έδωσα;
Ίσως να εκδήλωσα μια απλή καταμέτρηση των βιωμάτων μου;
Να κάνει, άραγε, το υποσυνείδητο καταμετρήσεις όπως ένας καλός αποθηκάριος;
Προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τη διάθεση των σκέψεών μου.
Ανακαλύπτω ότι βρίσκονται σε στρώματα-στρώματα.
Όπως ο φλοιός της γης ή όπως τα στρώματα της πριγκίπισσας με το μπιζέλι.
Το μπιζέλι δεν το έφτασα ακόμη, ανακαλύπτω όμως την υφή των στρωμάτων.
Αυτό της αναβολικότητας, πάνω-πάνω. Μετά της παραίτησης. Πιο κάτω της τρελής ανησυχίας για τα όσα διαγράφονται στο μέλλον μου. Αυτό είναι και το πιο ταραγμένο που μου τα κάνει όλα άνω-κάτω όταν έρχεται στην επιφάνεια.
Ψάχνω πιο κάτω. Με εκπλήσσει που υπάρχει μια ηρεμία και μια γαλήνη. Είναι τόσο καλά κρυμμένη. Τόσο καλά κερδισμένη και σιγουρεμένη, θα έλεγα, που περιμένει τη σειρά της για να βγει και να γαληνέψει την τρικυμία. Να πάρει τα ήνια του ηγέτη όταν θα 'ρθουν οι μεγάλες δυσκολίες.
Είναι η αποδοχή και η εμπιστοσύνη στη ζωή που προσπαθώ πολύ καιρό να αποκτήσω.
Αφήνει την ανησυχία να παίζει το ρόλο της, να παίρνει το μερίδιό της. Έτσι έχει κακομάθει χρόνια τώρα. Έτσι κινητοποιεί ή αδρανοποιεί τον εαυτό μου. Είναι το εύκολο συναίσθημα, το πιο ενστικτώδες που η ορμή του κατακλύζει το μυαλό πριν προλάβει να το ελέγξει η ηρεμία της φιλοσόφησης, η πιο πρόσφατα κερδισμένη.
Και πιο κάτω; Τι υπάρχει πιο κάτω;
Λες και είναι εύκολο να ανακαλύπτεις ακόμα κι αυτά τα πάνω-πάνω.
Αναλαμπές συνειδητοποίησης που πριν τις καταλάβεις καλά-καλά τις χάνεις.
Έστω και για λίγο όμως σου ξεσκεπάζουν τον τρόπο που λειτουργείς, που λειτουργώ δηλαδή (σε α' πρόσωπο).
Επειδή ως τώρα νόμιζα ότι το κάθε συναίσθημά μου ήταν το μοναδικό και το κυρίαρχο. Δεν υποπτευόμουνα ότι από κάτω του υπήρχαν ταυτόχρονα κι άλλες στρώσεις και εκδηλωνόταν η πιο κυρίαρχη ή μάλλον σε όποια άφηνα περισσότερο χώρο.
Κάπως έτσι, έχει αρκετό καιρό που ανακάλυψα τι συμβαίνει στο μυαλό μου και τις στιγμές που αποκοιμιέμαι κοιτάζοντας ένα έργο ή παρακολουθώντας κάτι σε μια οθόνη.
Συνήθως κοιμόμαστε με έναν γλυκό ύπνο χωρίς να καταλάβουμε τι και πώς.
Παρατήρησα, λοιπόν, ότι εκείνες τις ελάχιστες στιγμές, όταν είναι να αποκοιμηθώ, αρχίζουν να μπερδεύονται τα όσα βλέπω με δικές μου φαντασίες ή αλληλουχίες, μη πραγματικές (με όσα έχω καταγράψει κι έχω κρατήσει στο μυαλό μου).
Σαν να χάνεται η λογική και να 'χει ανοίξει το κουτάκι των συνδέσεων και των συνειρμών και να ενώνεται η πραγματικότητα με μια ονειρική διάθεση, μέχρι που να κερδίσει ολοκληρωτικά η δεύτερη.
Μπαίνουν τα όσα έχω αποθηκεύσει στο μυαλό μου μέσα στα όσα βλέπω εκείνη τη στιγμή, παίρνουν αναφορές από αυτά,γίνονται άσχετοι συσχετισμοί και μεταφέρομαι σταδιακά από την εξωτερική εικόνα στις εσωτερικές εικόνες και διαδρομές που σχηματίζουν οι αλληλουχίες των συνειρμών, μέχρι να χάσω πια τελείως τη συνείδησή μου και να βυθιστώ στον ύπνο.
Σαν σε μια σκυταλοδρομία, που καθώς παραδίδει ο ένας στον άλλον την σκυτάλη, την κρατούνε για λίγο και οι δυο μαζί.
Καμιά φορά (τώρα που έχω καταλάβει τι μου συμβαίνει), αντιδρώ στις συνδέσεις αυτές, λίγο πριν παραδοθώ τελείως στον ύπνο. Μα, τι άσχετα πράγματα είναι αυτά, σκέφτομαι, πώς μπόρεσε να γίνει τέτοια συσχέτιση; Μένω έκπληκτη παρατηρώντας τις φανταστικές αυτές διαδρομές και μετά ή ξυπνώ και επανέρχομαι ή αφήνομαι να αποκοιμηθώ τελείως.
Κι είναι ένα καλό παράδειγμα αυτό για το ότι η λογική μας δεν έχει πάντα τον πρώτο λόγο (όπως έχω γράψει και σε παλιότερη ανάρτηση για τον λόγο που δεν θυμόμαστε πάντα τα όνειρά μας - επειδή, κάποιες φορές δεν έχουν λογικό συνειρμό, μέσες και άκρες κι είναι όλα ένα μπέρδεμα, ένα κουβάρι σαν τον γόρδιο δεσμό, που δεν μπορείς να τον βάλεις σε εικονα και σκέψη και λόγο).
Οι εικόνες είναι από τις εικονογραφήσεις του παραμυθιού της πριγκίπισσας με το μπιζέλι, γιατί πού ξέρουμε; Μπορεί το παραμύθι να είναι κάπως λίγο ανάποδα.
Μπορεί να μην μας ενοχλεί επειδή είμαστε πριγκίπισσες, αλλά να γινόμαστε πριγκίπισσες (και πρίγκιπες) όταν τελικά μπορέσουμε να ανακαλύψουμε το μικρούλι και ταπεινό μπιζέλι, κατεβαίνοντας προς τα κάτω, βγάζοντας ένα-ένα τα άνετα πολυτελή και βολικά στρώματα και παπλώματα που μας το κρύβουν.
(Κάπως όπως και με το βάτραχο: "φίλα/φύλα το μπιζέλι σου!")
Και το Αλφάκι βρέθηκε από την άλλη πλευρά του άδειου σιδηρόδρομου με εμένα από την εδώ πλευρά.
Κι έμοιαζε σαν ζωντανό μικρό ανθρωπάκι (ή παιδάκι) με τετραγωνισμένη μορφή σαν πλειμομπιλ.
Και μου άρεσε πολύ αυτή η λέξη 'Αλφάκι' για τον πρωτάρη (από το άλφα το αρχικό γράμμα, όπως λέμε π.χ. α' δημοτικού). Και επενέβηκα συνειδητά και μισοξύπνησα για να την κρατήσω να την θυμάμαι, γιατί δεν την είχα ξανακούσει πουθενά και μου άρεσε η πρωτοτυπία της.
Και τότε κατάλαβα ότι ο εαυτός μου με είχε αφήσει κι είχε πάει από την άλλη πλευρά μαζί με το Αλφάκι κι ότι ήταν το Αλφάκι.
Κι επειδή επενέβηκα για να θυμηθώ τη λέξη, ξαναγύρισε σε μένα κι έβλεπα πια το αλφάκι από απέναντι αλλά όσο κι αν προσπαθούσα συνειδητά πια, δεν μπορούσα να ξαναχωριστώ και να ξαναγίνω το Αλφάκι ταυτόχρονα με εμένα...
Πολλές φορές, διαβάζοντας τα φιλοσοφικά ημερολόγια άλλων αναγνωρίζω τον δικό μου τρόπο σκέψης. Δηλαδή, τον προβληματισμό, την ανάλυση, την αποδόμηση και το τελικό ξαναστήσιμο μέσω συνειρμών και συμπερασμάτων των εννοιών, των συνθηκών των όρων και των ορίων του κόσμου μας/μου. [Ναι, θεωρώ ο κόσμος έχει τα όρια που υποβάλλουν οι αισθήσεις μας αλλιώς δεν θα μπορούσε να είναι διαχειρήσιμος από την τωρινή μας οντολογική κατάσταση.]
Έχει λίγες ημέρες που αποφάσισα να τα καταγράφω κι εγώ τελικά όλα αυτά και να μη μένουν μόνο σκέψεις που ξεχνιούνται μεν αλλά μένουν μέσα μου οδηγοί για να διαμορφώνουν τον δρόμο και την προσωπικότητα μου.
Και ο εαυτός μου παίζοντάς μου παιχνίδια, φρόντισε αμέσως όχι μόνο να ξεχάσω τις πιο πρόσφατες αναλύσεις μου και να μου αφήσει ένα κενό μνήμης, αλλά και να πέσει και σε άρνηση για να μην δημιουργηθεί τίποτα καινούργιο.
Κάπως όπως χθες το βράδυ στον ύπνο μου, που βρέθηκα να διαβάζω και να ερμηνεύω με οπτικό τρόπο εδάφια από τα χαμένα βιβλία του Πλάτωνα και μόλις το συνειδητοποίησα και σκέφτηκα να τα κρατήσω στην συνειδητή πλευρά του εαυτού μου, έτρεξαν όλα να εξαφανιστούν ώστε να μην θυμάμαι ούτε μία λέξη.
Κι όμως, τις τελευταίες μέρες, μέσω των "ευτυχών συμπτώσεων", μου δόθηκε η παραγκωνισμένη δυνατότητα να σηκώσω ελάχιστα ένα από τα πέπλα της ύπαρξης και να διαισθανθώ λίγο κάτι από αυτά που κρύβει.
Δεν ξέρω πόσα πέπλα έχει. Ίσως να 'ναι επτά, όπως αυτά της Σαλώμης, όσα είναι και τα τσάκρας στην ινδική γιόγκα ή όσα άλλα συμβολίζονται με τον αριθμό επτά.
Κι έτσι μπόρεσα να καταγράψω τον πρώτο μου προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο επιβολής της άρχουσας τάξης. Στο ότι δηλαδή την παλιά εποχή στηριζόταν περισσότερο στον ζωντανό μύθο και στην εξωτερική ένδειξη υπεροχής μέσω του πλούτου, των κτισμάτων και της ενδυμασίας μέχρι το σήμερα που μετατράπηκε σε επικοινωνιακή πολιτική πειθούς για την ικανότερη διαχείριση του οικονομικού κυρίως τομέα και την υπόσχεση ευημερίας (ή όπως διαμορφώθηκε σήμερα: στην οικονομικοπολιτική ικανότητα μελλοντικής εξόδου από την κρίση).
Και δεν γράφω αυτήν την ανάρτηση για να εκθέσω τις απόψεις μου περί άρχουσας τάξης ούτε για να μπω σε κάποιον σχετικό διάλογο γι' αυτό το θέμα.
Την γράφω για να μιλήσω γι αυτό το πέπλο (ή τα πέπλα) και την κρυμμένη μας δυνατότητα να τα σηκώνουμε κάποιες φορές, όταν ανεβαίνουμε ένα ελάχιστο επίπεδο της συνειδητότητας του κόσμου. Και όταν συμβαίνει αυτό, μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τις κρυμμένες αιτίες της πορείας μας που ίσως δεν καταλαβαίνουμε τελώντας σε μηχανική ύπνωση. Μπορούν να μας αποκαλυφθούν κάποιες γνώσεις και ο δρόμος μας να γίνει πιο σίγουρος και σταθερός όπως όταν βλέπεις από ψηλά την πορεία σου σε έναν χάρτη και ξέρεις προς τα πού σε οδηγεί ο δρόμος που πήρες...
Όμως μια και όλα βιώνονται και δεν κατανοούνται με λέξεις, αφήνω εδώ μόνο την προσωπική μου εμπειρία ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και κάτι περισσότερο από τη συμβατική ζωή που έχουμε μάθει.
Κι όλα αυτά μόνο με εσωτερική καθαρότητα, πέρα από κομπασμούς τύπου "εγώ είμαι", σκύβοντας με ειλικρίνεια στον πραγματικό μας εαυτό...
Ο θάνατος της Αρλέτας, δεν μπορώ να πω ότι με άγγιξε ιδιαίτερα. Ίσως γιατί συνήθισα πια στην ιδέα να φεύγουν ένας-ένας οι παλιοί αγαπημένοι που άφησαν το στίγμα τους στον χώρο της τέχνης στην πατρίδα μας, ίσως γιατί παραέχω φιλοσοφήσει το εφήμερο της ζωής και την αδιαπραγμάτευτη μαχαιριά του θανάτου...
Κι όμως με τα τραγούδια της Αρλέτας μεγάλωσα, άγνωστα στους πολλούς, όπως από τον πρώτο δίσκο της με τον Μάνο Χατζιδάκι και την τρίτη Ανθολογία ή από τον δίσκο "Στο ρυθμό του αγέρα", τραγούδια που τα ξερα σχεδόν όλα, τραγούδια που τραγουδούσα γεμάτη νιότη και ευαισθησία μαθαίνοντας παράλληλα πάνω σ' αυτά και τα πρώτα μου ακόρντα στην κιθάρα.
Τραγούδια της Αρλέτας πρωτοτραγούδησα στην πρώτη-πρώτη συναυλία μου, μόνη με την κιθάρα στο κατάμεστο δημοτικό θέατρο της μικρής επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα.
Η φωνή μου απέκτησε βιωματικά κάτι από τη χροιά της - εύκολα αναγνωρίσιμη κι από τους πιο άσχετους περί μουσικής. Τόσο που κάποιοι, ακόμα και τώρα, δεν με φωνάζουν με το όνομά μου, αλλά με το δικό της.
Θα μπορούσα να πω ότι τα τραγούδια της Αρλέτας, άφησαν μέσα μου ένα βαθύτατο σημάδι που παραμένει ακόμα νωπό τόσα χρόνια μετά.
Κι όμως, μετά τον θάνατό της δεν έτρεξα πουθενά να γράψω γι αυτήν, καμία αναφορά στα σόσιαλ μίντια, καμία εγωική επίδειξη τύπου: ξέρετε, τα τραγούδια της Αρλέτας ήταν το μουσικό alter ego μου, αφήστε με να την ξέρω δήθεν καλύτερα από σας...
Μόνο σιωπή και σεβασμό.
Μα όλα αυτά μου βγήκαν σε όνειρο.
Την ώρα της κηδείας της το μεσημεράκι κατά τη μία και χωρίς να ξέρω κάτι εκ των προτέρων, μια και δεν ασχολήθηκα με τα τι και πώς, με είχε πάρει ο ύπνος.
Κι είδα στο όνειρό μου ότι παίζαμε με ένα συγκρότημα και τραγουδούσα σε μια υπαίθρια συναυλία στο δρόμο μπροστά σε πολύ κόσμο που 'χε μαζευτεί τριγύρω μας, ακριβώς μπροστά από ένα μεγάλο κτήριο αρχαιοελληνικού ρυθμού, με ψηλές κολώνες και πλατειές μαρμάρινες σκάλες.
Κι εκεί που τραγουδούσαμε ξαφνικά σταματάμε πολύ απότομα και γυρίζουμε πίσω και βλέπουμε έκπληκτοι κόσμο πολύ ντυμένους χειμωνιάτικα και με παλτά που έβγαιναν από το κτήριο και κατέβαιναν τις σκάλες και στη μέση κάπως πιο θολά, κάποιους πιο πίσω να κρατούν σηκωμένο στα χέρια τους και να κατεβάζουν το φέρετρό της.
Όπως μου πε η φωνή μέσα μου, έπρεπε να σταματήσουμε γιατί επιλέξαμε να κάνουμε την συναυλία, χωρίς να το ξέρουμε, την ώρα της κηδείας της.
Και τότε, ξέσπασα σε σπαρακτικά γοερά κλάματα και αναφιλητά θρηνώντας τον θάνατό της (μέσα στο όνειρο) ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν με εμφανή απορία μέσα μου γιατί μου συμβαίνει αυτό κι ότι ποτέ δεν έχω κλάψει για κανέναν άλλον διάσημο τραγουδιστή που πέθανε.
Και με όλη αυτή τη θλίψη και το κλάμα, ξύπνησα κι εκεί τελείωσε το όνειρο, αφήνοντάς με έκπληκτη να αναρωτιέμαι ξυπνητή πια, τι ήταν όλο αυτό που είδα.
Κι ύστερα ανακάλυψα σε αναζήτηση στο γκουγκλ ότι μου συνέβη ακριβώς την ώρα της κηδείας της κι εκεί ήταν που τρελάθηκα ακόμα πιο πολύ με τις συμπτώσεις.
Σήμερα, που το πνεύμα μου θαρρώ είναι λίγο πιο ανεβασμένο, νομίζω ότι βρήκα κάποια άκρη ερμηνείας, αν και ίσως κάποιος ψυχολόγος θα μπορούσε να βρει πολλά περισσότερα.
Η Αρλέτα και τα τραγούδια της (κι όχι αποκλεστικά και μόνο αυτά, αλλά γενικότερα αυτό το είδος τραγουδιών), ήταν το εφηβικό μου σύμβολο της μουσικής. Ένα σύμβολο άκρως ευαίσθητο, αθώο, όμορφο, γεμάτο με αγνά όνειρα, με απλούς κι αληθινούς στίχους έξω από κάθε εμπορικότητα, φτήνεια και σκοπό κέρδους.
Κι ύστερα πήρα αυτό το σύμβολο και το πρόδωσα. Το σύμβολο της μουσικής που με δονούσε βαθιά και με άγγιζε μέχρι δακρύων και κατ΄επέκταση το σύμβολο της εφηβείας μου και των ευαισθησιών μου. Το έκανα βιοπορισμό και για να επιζήσω πάτησα πάνω του και προχώρησα στα άλλα είδη της μουσικής, εκείνα που σου αδειάζουν την ψυχή όταν τα τραγουδάς, εκείνα που σου σκοτεινιάζουν την ύπαρξη, σού θολώνουν το φως και σε σέρνουν στα καταγώγια της ύπαρξης.
Η κηδεία της Αρλέτας μου 'δειξε επιτέλους ξεκάθαρα την κηδεία του δικού μου συμβόλου που γινόταν αργά, χρόνια τώρα, κόβοντας και θάβοντας μέρα με τη μέρα πολύτιμα κομμάτια από την ψυχή μου.
Γι αυτό και ξέσπασα σε κλάματα, γι αυτό και κλαίω ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις με τα μάτια θολά από τα δάκρυα.
Και τι να πεις για τον συμβολισμό και τη μεγαλοπρέπεια του κτηρίου που ήταν "πίσω" μου και σε ψηλότερο επίπεδο σε αντίθεση με αυτό που βρισκόμουν (πρόχειρα στο δρόμο) κι ότι η κηδεία γινόταν Κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια προς το μέρος μου.
Πόσο πια πιο καθαρά να σου μιλήσει ένα όνειρο;
Όμως ποτέ δεν είναι αργά να κοιτάς πίσω στο παρελθόν σου και να μαθαίνεις από τα λάθη σου, πλάθοντας από τη στάχτη τους έναν νέο φοίνικα εαυτό, προορισμένο να ξανακαεί στην επόμενη φωτιά αλήθειας που θα ορμήσει στη ζωή σου.
Και να που ήρθε,τελικά, και η δική μου η σειρά να γράψω κάτι για την αποχώρησή της από αυτή τη ζωή.
Καλό ταξίδι, Αρλέτα, εκεί στις μουσικές αρμονίες του άλλου κόσμου που περιμένουν και μας κάποια μέρα! Σε ευχαριστώ που με τα τραγούδια σου έδωσες στη ζωή μου δυνατότητες να αγγίξει τις πιο κρυφές χορδές της Ύπαρξης.
Ευχαριστώ επίσης κι όσους επισκεφθήκατε το μπλογκ μου κι είχατε την
υπομονή να διαβάσετε ολόκληρη αυτή μου τη βαθιά εξομολόγηση...
Τα όνειρά μου, μού μιλάνε.
Δυστυχώς δεν ξέρω πώς να τα ακούσω ούτε πώς να τους απαντήσω.
Τα όνειρά μου δεν ξέρουν από συντακτικό. Όπως το μεγάλο ποίημα που διάβαζα και θαύμαζα για τα νοήματα και τις λέξεις του, όμως σαν κατάλαβα πως είναι στο όνειρό μου, άρα δεν είναι κανενός άλλου παρά δικό μου, εκείνο έτρεξε αστραπιαία να εξαφανιστεί αφήνοντας τη φευγαλέα ανάμνηση μόνο ενός στίχου του: "Αγάπη τυλιγμένη από χαρτί".
Γιατί 'από' καλό μου όνειρο; Ο κόσμος λέει 'σε' άμα θέλει να τυλίξει την αγάπη κάπου.
Κι άμα δε θέλει, βγάζει το 'τυλιγμένη' και της δίνει υφή.
Όμως τι να πεις; 'Ονειρική αδεία' σου λέει.
- Και μετά, να σου πω εσένα... γιατί ό,τι βλέπεις στο όνειρό σου πρέπει να είναι και δικό σου;
Αποκλείεται να το ψάρεψες από κάπου αλλού; Απλώς θα είσαι η πρώτη που θα το κοινοποιήσεις.
- Α, ώστε γι' αυτό τρέχουνε να μου κρυφτούνε;
- Όχι! Τρέχουνε γιατί είναι πολύ εύθραστα και το συνειδητό σου με όλα αυτά που κουβαλάει, είναι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο όταν τα συναντά.
Ήταν στον ορίζοντα.
Κι ένα τεράστιο αόρατο πινέλο βουτούσε στη θάλασσα για να βραχεί και μετά στριβόταν στο στρογγυλό κροκί του ήλιου για να γεμίσει χρώμα και να γράψει...
Κι ύστερα, κάτι με τετράδια και κάποιες άλλες παρόμοιες ποιητικές εκφράσεις που προβάλονταν εκεί μπροστά μου στον ορίζοντα και γω να απορώ για το πόσο εύκολα κι αβίαστα ερχόταν η ροή τους, μέχρι που κατάλαβα ότι ήταν στο όνειρό μου.
Κι αφού το χάλασε αυτή η ορμή συνειδητότητας, έτρεξαν όλα να εξαφανιστούν άρον άρον και να αφήσουν μόνο αυτό το γοβάκι μνήμης πίσω τους.
....... Κοιτούσα σε βιτρίνα καταστήματος, ένα αντικείμενο σαν γυάλινη κενή καμπάνα που στη βάση του είχε άσπρους ημιδιάφανους και λαμπερούς κρυστάλλους.
- Γιατί μας αρέσουν τόσο πολύ; αναρωτήθηκα (το 'αρέσουν' με πολύ έμφαση, με την έννοια του μαγεύομαι, εκστασιάζομαι). - Γιατί μας αρέσει τόσο πολύ κάθε φυσικό; (και σ' αυτόν τον απειροελάχιστο χρόνο αυτής της σκέψης, σα να 'ρθε στην εικόνα που σχηματίστηκε στο μυαλό μου - σημ. σκέφτομαι με εικόνες και σχήματα- δίπλα στην γυάλινη καμπάνα, αχνά σε σύγκριση, ένα μεταλλικό ρομπότ, πολυκατοικίες κι ένας πλανήτης σε πρώτο πλάνο και πιο πίσω σκέψεις μου περί κτηρίων και απόσπασμα από συζήτηση με αρχιτέκτονα για την εναρμόνιση κτισμάτων με το φυσικό τοπίο, και δέντρα και παλιά φτωχόσπιτα από πελεκημένη πέτρα σε έναν σκοτεινό λόφο... ) - Μα γιατί έχουμε την ίδια ουσία. Είναι σαν κι εμάς. Είμαστε ένα με τη φύση.Είμαστε σύμφυτοι! Μου 'ρθε ξαφνικά σαν σκέψη, η απάντηση. Στο δρόμο που περπατούσα, σκεφτόμουν ότι αυτό το 'σύμφυτοι' είναι μια γνωσιακή αποκάλυψη και διάφορα άλλα, όπως το ότι: Για να ανακαλύψει κάποιος ότι του αρέσει κάτι επειδή είναι ομοειδές-σύμφυτο, πρέπει να βγει έξω από αυτόν, να ξεπεράσει το δικό του όριο και να αντιληφτεί ότι υπάρχουν διαφορετικές φύσεις πέρα από το δικό του κόσμο και να το δει σαν τρίτος παρατηρητής*. Και πώς μπορώ να κάνω τέτοιες αποκαλύψεις, αναρωτιόμουν.
- Μπα, σίγουρα θα τα 'χω διαβάσει παλιότερα σε κάποιο βιβλίο και τα 'χω ξεχάσει κι αφού έμειναν χρόνια στο υποσυνείδητο, ωρίμασαν και βγαίνουν σαν δικά μου, ξανασκέφτηκα με απόλυτη βεβαιότητα. ..........
Μέρος από το χθεσινό όνειρό μου.
(* Δεν είναι και μικρό πράγμα. Σα να βγει ένα ψάρι έξω από το νερό σαν παρατηρητής και να καταλάβει ότι αυτό ζει μέσα στο νερό και είναι η δική του πραγματικότητα, αλλά υπάρχει και ο ουρανός με τα πουλιά, η γη με τα ζώα κ.λπ.)
"Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του
κόσμου μου"
(Λ. Βιτγκενστάιν)
Αυτή τη φιλοσοφική ρήση, ο
Μπαμπινιώτης στη διαδικτυακή του σελίδα, την ερμηνεύει ρηχά και πτωχά, μόνο ως εξής:
[[[
Μιλώντας για τον Wittgenstein, θέλω να επισημάνω ότι έχει μείνει στη
γλωσσολογία για το περίφημο –έτσι το έχω αποδώσει εγώ στα Ελληνικά– «η
γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» (στην πραγματικότητα η κατά λέξη
μετάφραση είναι : «Τα όρια τής γλώσσας μου ορίζουν τα όρια τού κόσμου μου»). Είπε, δηλαδή, ευθαρσώς ως φιλόσοφος ότι ο κόσμος μου είναι τόσος και τέτοιος
όσο μπορώ να τον εκφράσω γλωσσικά. Ό,τι άλλο έχω μέσα μου και δεν μπορώ να το
εκφράσω, αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει και γι’ αυτό είναι καλύτερα να
σιωπώ.
Γλωσσολογική προέκταση αυτής τής ρήσης είναι ότι τα πάντα περνούν μέσα από τη
γλωσσική επεξεργασία, μέσα από τον γλωσσικό κόσμο τού καθενός. Ένα τρίτο που
είπε ο Wittgenstein έχει σχέση με τη σημασία. Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα
στη γλωσσολογία είναι να ορίσει κανείς τη σημασία μιας λέξης. Η θέση τού
Wittgenstein είναι ότι σημασία είναι η χρήση που έχει μια λέξη.
Το σύνολο των χρήσεων είναι η σημασία. Πρακτικώς, πήγε στο επικοινωνιακό
κομμάτι τής εφαρμογής. Κι από την άλλη μεριά, είναι αυτός που είπε ότι αυτά που
λέμε με τη γλώσσα πρέπει να επαληθεύονται ή να διαψεύδονται, γιατί η
γλώσσα είναι λογική και υπόκειται σε συνθήκες αληθείας κ.λπ.
Αυτά για να θυμόμαστε και τη σχέση τής φιλοσοφίας με τη γλώσσα.
(Από το βιβλίο των Δ. Νανόπουλου – Γ.
Μπαμπινιώτη «Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία. Μια συν-ζήτηση» [Αθήνα
2010, εκδ. Καστανιώτη], σελ. 81-82) ]]]
Τα όρια της γλώσσας μου
είναι τα όρια της κατανόησής μου.
Ό,τι κατα-νοώ είναι ο τρόπος με τον οποίο βέπω τον κόσμο, γίνεται ο κόσμος μου.
Ό,τι δεν μπορώ να κατανοήσω και να εκφράσω,
δε σημαίνει και πώς δεν υπάρχει!
Από πού βγαίνει, 'ευθαρσώς', τέτοιο συμπέρασμα από αυτό που
είπε ο Βιτγκενστάιν;
Και το άλλο από αυτήν την αμίμητη φράση του κου Μπαμπ.: "Ό,τι άλλο έχω μέσα μου και δεν μπορώ να το
εκφράσω, αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει και γι’ αυτό είναι καλύτερα να
σιωπώ." Ε, όχι δεν είναι καλύτερα να σιωπά κάποιος, ούτε προτείνει κάτι τέτοιο ο Βιντγκεστάιν, αυτό είναι, ευθαρσώς, αυθαίρετο συμπέρασμα, αλλά από την άλλη, αφού δεν μπορεί να το εκφράσει αυτό που έχει μέσα του, τι άλλο να κάνει; Να μη σιωπά; Επειδή, άμα είναι να το εκφράσει, τότε θα το βάλει μέσα σε μια γλώσσα και αυτή θα είναι τα όρια του.
Εκτός, αν μπορεί να το εκφράσει χωρίς να χρησιμοποιήσει γλώσσα και όρια (όπως υπονοεί ο Μπαμπ.), αλλά δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον τρόπο. Ίσως με μουγκρητά και άναρθρες κραυγές; Με απεγνωσμένα νοήματα; Μα κι αυτά έκφραση δεν είναι; Είδος γλώσσας δεν είναι; Και μάλιστα ακόμη πιο περιορισμένη; Μήπως με τηλεπάθεια; Με πύρινο βλέμμα; Με κάποιο μεταφυσικό τρόπο;
"Γλωσσολογική προέκταση αυτής τής ρήσης είναι ότι τα πάντα περνούν μέσα από τη
γλωσσική επεξεργασία, μέσα από τον γλωσσικό κόσμο τού καθενός." Ε, ναι, γιατί τα όρια της αντίληψής μου είναι τα όρια του κόσμου μου. Ένας άγριος που θα δει ένα αεροπλάνο στον ουρανό, θα το χαρακτηρίσει ιπτάμενο πουλί, τεράστιο κουνούπι ή ό,τι άλλο ξέρει. Μια ακτίνα λέιζερ, θα την πει δέσμη φωτιάς. Το ότι δεν ξέρει την ύπαρξη της τεχνολογίας, τον περιορίζει ώστε να ερμηνεύει και να εκφράζει τον κόσμο σύμφωνα με τα δικά του γλωσσικά δεδομένα, που βασίζονται στην ήδη υπάρχουσα ονοματολογία των φαινόμενων της φύσης που τον περιτριγυρίζουν.
Έτσι κι εμείς. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι που δεν ξέρουμε. Κι αν μιλήσουμε γι αυτό, πάλι σε γνωστές λεκτικές μας φόρμες θα το τοποθετήσουμε. Κι αν δεν μπορούμε να το κάνουμε με ακρίβεια, θα το πούμε 'άγνωστο', 'μη κατανοητό'... ή θα δώσουμε ένα νέο όνομα σε μια ανακάλυψη, που θα γίνει συλλογικά αποδεκτό, π.χ. σωματίδιο του Χιγκς.
Εξ άλλου, είναι γνωστό στους ανθρώπους της τέχνης, πως όσο πιο πολλά γνωρίζουμε, τόσο πιο πολλά βλέπουμε. Και αυτό δεν ισχύει μόνο στην τέχνη, αλλά γενικά στον κόσμο γύρω μας. Άλλα πράγματα βλέπει ένας ειδικός σε κάποιο θέμα κι άλλα ένας άσχετος. Για παράδειγμα στην τέχνη, κάποιος αδαής θα δει τον ίδιο πίνακα με κάποιο γνώστη τέχνης, αλλά εκεί που ο πρώτος θα δει χρώματα και σχήματα, ο δεύτερος θα δει τεχνοτροπία, επιρροές, τρόπο επεξεργασίας, μείξη χρωμάτων, τρόπο χρήσης πινέλου κ.λπ. και όχι μόνο θα τα δει, αλλά θα έχει και τη δυνατότητα να εκφράσει με λόγια αυτό που βλέπει, επειδή ακριβώς "τα όρια της γλώσσας μου, είναι τα όρια του κόσμου μου" και της κατανόησής μου. Όπως ακριβώς και οι δεκάδες λέξεις που έχουν οι Εσκιμώοι για το χιόνι.
Θα μου πείτε, δεν εκφράζονται όλα όσα έχουμε μέσα μας. Ο άνθρωπος έχει τόσα αισθήματα που δεν μπορεί να εκφράσει, τόσα αισθητικά ερεθίσματα που δέχεται και δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει. Αυτά δεν είναι ένας άλλος κόσμος, πέρα από αυτόν που ορίζεται από τη γλώσσα; Είναι ο ίδιος κόσμος, υπαρκτός καθ όλα του, αλλά υφίσταται ως μη κατανοητός και επομένως και μη εκφράσιμος. (Τα όρια της αντίληψής μου -που γίνεται κατανοητή μέσω της γλώσσας- είναι τα όρια του κόσμου μου!)
Κι αν σιωπά κανείς σ' αυτές τις περιπτώσεις, δεν το κάνει επειδή έτσι 'είναι καλύτερα' και οπωσδήποτε, όχι από αδυναμία της γλώσσας, αλλά από ανθρώπινη αδυναμία καθορισμού και συγκεκριμενοποίησης του τι συμβαίνει. Είναι ένας ακόμη ανεξερεύνητος κόσμος που αντιλαμβανόμαστε ακαθόριστα και ομιχλώδη. Αν θελήσουμε να τον κάνουμε κτήμα μας και να τον κατα-νοήσουμε για να τον εξηγήσουμε, θα πρέπει να τον βάλουμε σε οριακές λεκτικές φόρμες ακόμη και έτσι ακατάληπτο, π.χ. "έχω μια ακαθόριστη διαίσθηση". Αν τώρα αυτή η διαίσθηση είναι κάτι περισσότερο, αν αποδειχθεί π.χ. να είναι ένα μετρήσιμο ενεργειακό πεδίο, ή μια αχαρτογράφητη δυνατότητα του ανθρώπου, δηλαδή, αν είναι κάτι πέρα από αυτό που κατανοούμε και ξέρουμε ως γνωστό, θα πρέπει να το ανακαλύψουμε και να το αντιληφθούμε επιστημονικά, ατομικά, υποκειμενικά ή όπως μπορούμε ώστε να καταφέρουμε να το 'ορίσουμε'. Και κανείς δεν αρνείται σε κάποιον, ότι επειδή δεν μπορεί να καταλάβει τι του γίνεται, δεν υπάρχουν τα συναισθήματά του και δεν ανήκουν στον κόσμο του, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορεί να τα εκφράσει. Τα δεχόμαστε και υποκειμενικά και αντικειμενικά. (όρα μεγαλειώδες συμπέρασμα του Μπαμπ. από τη ρήση του Βιντγκεστάιν: "Ό,τι άλλο έχω μέσα μου και δεν μπορώ να το
εκφράσω, αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει..." Μόλις θελήσει να τα καταλάβει και να τα εκφράσει, να τα συμπεριλάβει δηλαδή μέσα στην κατανόησή του, αυτόματα θα μπουν στα όρια της υποκειμενικής του γλώσσας για να πάρουν συγκεκριμένη νοητική μορφή.
"Αυτά, για να θυμόμαστε και να κατανοήσουμε την πραγματική σχέση τής φιλοσοφίας με τη γλώσσα."
Θα παρέπεμπα τον κύριο Μπαμπινιώτη να διαβάσει κι αυτήν την παλιότερη ανάρτησή μου, μήπως και καταλάβει καλύτερα τι εννοούσε με μια τέτοια ρήση ο φιλόσοφος: Το _______ σε λέξεις...
Έχετε ακούσει για την
Συναισθησία; Από τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
πληροφορούμαστε:
[[[Συναισθησία ονομάζεται η νευρολογική ανάμιξη των αισθήσεων. Ένας άνθρωπος που χαρακτηρίζεται
από συναισθησία (συναισθητικός) είναι δυνατό, για παράδειγμα, να «ακούει» τις οσμές, να «βλέπει» τους ήχους
και να «μυρίζει» τους ήχους.
Το συχνότερο είδος συναισθησίας είναι το να βλέπει κάποιος ήχους και το να
συνδυάζει αυτόματα αριθμούς με συγκεκριμένα χρώματα.]]]
Παλιότερα, το 2006, είχα γράψει σε μια άλλη Ανάρτησή μου:
[[[Στις πρώτες λέξεις τραβήχτηκε πίσω.
Όχι, δεν ήταν αυτό, δεν εννοούσε αυτό. Κατάλαβε ότι ήταν φυλακισμένος. Όλα με
λέξεις έπρεπε να ειπωθούν. Με λέξεις...
Αναστέναξε. Στο όνειρο ήταν αλλιώς. Είχαν μπερδευτεί οι αισθήσεις. Ήταν κάτι
απ' τη χαρά του γαλάζιου, με την άνεση της πεδιάδας καθώς έκλεινε πίσω του ο
τοίχος, μαζί με την γνώση του αύριο, με το σώμα του κλαδιού στο τσάκισμα...
Λέξεις, λέξεις… μόνο λέξεις… συνδεδεμένες με αλληλουχίες σκέψεων, συνειρμών,
συνδυασμών, βιωμάτων, φαντασίας για να καταλήξουμε στην εικόνα.
Γι αυτό δεν θυμόμαστε αρκετά όνειρα. Γιατί απλώς είναι ανείπωτα.
Είναι ένας άλλος κόσμος μπερδεμένος, χωρίς λογική αλληλουχία, χωρίς τη
γνωστή τακτοποίηση της πραγματικότητας γύρω μας.
Πώς θα εξηγούσε τώρα τι είδε; Κι αν τα κατάφερνε, τι θα καταλάβαινε ο άλλος
έτσι που τον κοιτούσε απορημένα σαν τρελό; Μόνο την αίσθηση του κινδύνου έπρεπε
να του μεταδώσει.........]]]
Κι έρχομαι στο ερώτημα: Γιατί δε θυμόμαστε πολλές φορές
τα όνειρά μας;
Μόνο και μόνο επειδή τα
ξεχάσαμε ή μήπως και για άλλους λόγους; Μήπως επειδή τα βλέπουμε
σε μια γλώσσα που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε στον ξύπνο μας; Μου έχει τύχει, πολλές φορές,
στο μεταίχμιο ύπνου-ξύπνου να βλέπω τέτοια όνειρα και να τα καταλαβαίνω στο
έπακρο, αλλά όταν πάω να τα εξηγήσω -με τους όρους της σκέψης και της γλώσσας- να
μου φαίνονται ασύνδετα και ακατανόητα. Γιατί;
Μήπως επειδή η γλώσσα των ονείρων είναι
μπλεγμένη όπως στη συναισθησία; Κι αυτό που μου φαίνεται λογικό και νοήμον στο
όνειρό και μου γεννά διάφορα συναισθήματα και αντιδράσεις, να εξαφανίζεται στα νοήματα της
οριακής 'γλώσσας' με την οποία λειτουργεί η σκέψη και η λογική μας;
Η καταγραφή της σκέψης μας, η λογική μας
έχουν όρια. Μέσα σ' αυτά σκεπτόμαστε. Το όνειρο όχι, μπορεί και τα
ξεπερνάει. Ίσως το όνειρο να μας μιλάει με
κάποια άλλη μεταγλώσσα που καταλαβαίνει όχι ο νους και η ενσυνείδητη
αποκωδικοποίηση, αλλά το ασυνείδητο-δέκτης.
Κάτι όπως οι παραβολές, που είναι
φτιαγμένες έτσι ώστε τα νοήματά τους να υπερπηδούν τον έλεγχο, τον υποκειμενισμό
και την προκατάληψη του συνειδητού και να μιλούν απ' ευθείας στο υποσυνείδητο.
Μόνο που αυτές είναι σε κατανοητή γλώσσα από το συνειδητό.
"Σκοπός όλων των ιερών γραφών
είναι να μεταδώσουν υψηλότερα νοήματα και υψηλότερη γνώση, ξεκινώντας από την
ορολογία της συνηθισμένης γνώσης. Σκοπός
των παραβολών είναι να μεταδώσουν στον άνθρωπο ένα υψηλότερο νόημα, με την
ορολογία ενός κατώτερου νοήματος. Βασικά
η κατανόηση του ανθρώπου κινείται στο καθορισμένο, φυσικό, υλικό επίπεδό του. Αλλά η
παραβολή περιέχει νοήματα που ξεπερνούν το κυριολεκτικό ή φυσικό επίπεδο." (Μορίς
Νικόλ)
Τις προάλλες
μου 'ρθε στο νου η κατανόηση της δομής μιας άλλης γλώσσας που ανήκει σε έναν πιο προηγμένο 'κόσμο'. Μια γλώσσας πιο
πολύπλοκης από τη δική μας. Μιας εξελιγμένης γλώσσας που χρησιμοποιεί ταυτόχρονα πολλά
επίπεδα. Πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να κατανοήσουμε απ' αυτό το έλλογο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε.
Μια
γλώσσα που, αν προσπαθούσα να εξηγήσω με όρους και λέξεις της δικής μας, θα έλεγα ότι
χρησιμοποιεί ταυτόχρονα πολλά επίπεδα με διαφορετικές έννοιες, διαφορετικές εικόνες, διαφορετικές
λέξεις, όλα μαζί σε ένα την ίδια στιγμή, για να εκδηλωθεί. Αντικειμενικά αδύνατον να κατανοηθεί
από την ανθρώπινη λογική και τον τρόπο σκέψης μας.
Ο
τρόπος που σκεφτόμαστε και επικοινωνούμε μοιάζει πρωτόγονος, απλοϊκός και γραμμικός μπροστά της κι αυτή πολυδιάστατη και
πολυεπίπεδη.
Ίσως
τα όνειρα να είναι μερικός ή ολικός δέκτης και εκφραστής της. Ίσως. Ούτε
έχω κάποιες σχετικές γνώσεις κι ούτε μπορώ να ξέρω και να πω με σιγουριά. Μπορώ να πω μόνο
ότι κατάλαβα πως υπάρχει και κατανόησα σχηματικά (στα μέτρα μου και στα όριά
μου) ποια περίπου είναι η δομή της σε σχέση με τη δική μας...
Από τη μια διάφορες
συγκυρίες που με ισοπέδωσαν κι απ’ την άλλη ένας σκεπτικισμός για τον πραγματικό
κινητήριο λόγο και την χρησιμότητα των όσων θα έγραφα, μαζί με μια ανήλεη
κριτική.
Έτσι, άφηνα/αφήνω τις διάφορες ιδέες
να έρχονται περαστικές από το μυαλό μου και να φεύγουν ανεπεξέργαστες (ούτε καν μια δεύτερη σκέψη επ' αυτών). .
Από μένα πέρασα και στους
άλλους, απορρίπτοντας ποιήματα που δεν είχαν τη λάμψη, τη στίλβη της πραγματικής ουσίας.
Λόγια, λόγια, λέξεις, λέξεις, προσπάθειες επί προσπαθειών…Γιατί να ονομάζονται όλα
ποίηση;
Ολόκληρα κατεβατά με άσκοπους πλατειασμούς νοημάτων, αχρείαστες λεπτομέρειες με τη μορφή εντυπωσιακών λέξεων... Τόσο κενό που χρήζει προβολής για να τραφούν εκατοντάδες «ποιητικά Εγώ»… Και ξαναρωτάω απέλπιδα: γιατί να ονομάζονται όλα αυτά Ποίηση;
Αυτό νομίζω θα ‘ταν το
πρώτοκρατούμενο.
Το δεύτεροκρατούμενο
ήρθε από μια ιταλική ταινία: La Grande Bellezza (The Great Beauty).
Ένας πολύ φινετσάτος εργένης, πρώην συγγραφέας,
επίκεντρο των κοσμικών κύκλων, ζει σε ένα κενό κοσμικότητας και δήθεν
κουλτούρας, εκφυλισμού της τέχνης… .
(αν και θα ‘χα πάρα πολλά να πω και για τον
χαρακτήρα του έργου και για τον εξαίρετο ηθοποιό που τον ενσαρκώνει και γενικότερα
για τα μηνύματα που υπάρχουν μέσα στην ταινία – και για τα εμφανή και για τα
άλλα, αυτά που είναι κρυμμένα σε μικρές λεπτομέρειες, δε θα πω τίποτα και θα τα παραλείψω -περισσότερες πληροφορίες και κριτική για την ταινία εδώ, πατήστε σύνδεση για να μπείτε στα ενδότερα της σελίδας) .
…Κάποια στιγμή, λοιπόν, αυτός
ο κοσμικά περιφερόμενος από πάρτι σε πάρτι και από eventσε event, συναντάει ένα ζευγάρι
και τους ρωτάει πώς θα περάσουν το βράδυ τους. Του απαντούν ότι εκείνη θα
τελειώσει το σιδέρωμα, θα πιουν μαζί ένα κρασί και μετά θα πάνε για ύπνο και
τότε αυτός αναφωνεί για το πόσο ωραίοι άνθρωποι είναι.
Το τρίτοκρατούμενο ήρθε
από μια χθεσινή φευγαλέα συζήτηση για τη ματαιότητα, το τι είναι ζωή και τι αξίζει σ' αυτήν… (με
αναπόφευκτη αναφορά στην παλιά ταινία του 1987, Wim Wenders: Wings of
Desire, όπου ο Άγγελος συνεχώς απαριθμεί με λαχτάρα τα απλά πράγματα
που απαρτίζουν ό,τι λέγεται ζωή...)
Κάπως έτσι θα έγινε το
άθροισματων εντυπώσεων που δούλευαν μέσα στο μυαλό μου και εμφανώς και
υπόγεια.
Έτσι, σήμερα που ξύπνησα
μου ‘ρθε στο μυαλό το χθεσινό μου όνειρο.
Πολύ ζωντανό. Έφερνα στη μνήμη μου τα
όσα είδα και προσπαθούσα να καταλάβω τα γιατί, τι και πώς…
Κι ενώ επικέντρωνα
τη σκέψη μου στα βασικά πρόσωπα και στοιχεία του ονείρου και προβληματιζόμουνα,
θυμήθηκα ότι μέσα σε όλη του την ιδιάζουσα πλοκή, κάποια στιγμή διάβαζα ένα
βιβλίο και ανάμεσα στα κείμενά του, στο πάνω μέρος της αριστερής σελίδας, υπήρχε
ένα ποίημα. Καθώς το διάβαζα μου φάνηκε αριστούργημα και μέσα στον όνειρο, τάχα,
μου ήρθαν μνήμες ότι ήταν πασίγνωστο σαν ποίημα με κριτικές καταξιωμένων ανθρώπων που το εξυμνούσαν και
μιλούσαν γι αυτό ως 'ύμνο στην απλότητα' και την ομορφιά, εξαίρετη έμπνευση και απόδοση
και διάφορα τέτοια.
Κι ενώ ήταν τόσο ζωντανό
όλο το όνειρο και όταν ξύπνησα θυμόμουνα κατά γράμμα και το ποίημα και πολλές άλλες λεπτομέρειες, με το να ασχοληθώ με την, κατ’
εμέ, σημαντικότερη πλοκή του ονείρου τα τι και τα πώς του και τις σκέψεις επί σκέψεων,
όταν το θυμήθηκα σαν δευτερεύον στοιχείο του ονείρου και πήγα να το καταγράψω, είχα ξεχάσει πώς το διάβασα επακριβώς.
Θυμάμαι ότι είχε περισσότερες λέξεις κι ότι ήταν μεγαλύτερο
(δεν έμοιαζε με χαϊκού, όπως το καταγράφω), αλλά πάει πια...
Υποτίθεται πως
κάτω από το ποίημα το όνομα του ποιητή ήταν Μπόρχες, αλλά καθώς χθες όλη μέρα
κουβαλούσα ένα μικρό βιβλίο του Μπρετόν στην τσάντα μου και μια και ανέκαθεν
μπέρδευα αυτούς τους δύο, νομίζω πως είδα ότι ολόκληρο το όνομα του ποιητή ήταν Αντρέ
Μπόρχες… οπότε το αφήνω ασχολίαστο.
Όπως και να ‘χει, ακόμη κι αν δεν
υπάρχει πουθενά καταγεγραμμένο και δεν είναι κανενός γνωστού ή αγνώστου ποιητή, δεν το θεωρώ ούτε καν δικό μου, ακόμη κι
αν δημιουργήθηκε από υπόγειες διαδρομές συνειρμών και υποσυνείδητες επεξεργασίες
των νοητικών δεδομένων που προανέφερα ή και άλλων δεδομένων που ούτε καν φαντάζομαι.
Κι όσο περνάει η ημέρα
και το σκέφτομαι, συνεχίζει να μου μοιάζει, όλο και περισσότερο λιτό μα μεστότατο και
αριστουργηματικό. Κυριολεκτικά ύμνος στην απλότητα!
Ήταν κάπως έτσι:
‘’Η Κυρά μου βγήκε κι εκάθησε στην πεζούλα.
Ω, τι όμορφο δειλινό!’’
[Κρατώ μια μικρή αμφιβολία, μήπως ο τελευταίος στίχος θα 'πρεπε να καταγραφεί ως: "Ω, τι όμορφο που έγινε το δειλινό!".
Βρίσκομαι σε δίλημμα αν εννοείται ήδη και είναι περιττή η επεξήγηση ή αν δεν είναι και τόσο εμφανές και πρέπει να γίνει η αλλαγή, επειδή αυτήν την εντύπωση αποτύπωνε το ποίημα στο όνειρό μου...]
(μήπως το ότι δεν γράφω
πια, μου τη φέρνει πισώπλατα στα όνειρα;)
Είχα αυτό το ιστολόγιο από τις αρχές του 2006. Λόγω προβλημάτων διαχείρισής του χάθηκαν πολλές από τις παλιές μου αναρτήσεις, ενώ έσβησα κάποιες από αυτές. Όταν με τίποτα δεν μπορούσα να επαναφέρω τις ρυθμίσεις, αναγκάστηκα να μεταφερθώ (προσωρινά, όπως αποδείχθηκε) και σε άλλο ιστολόγιο.
Τώρα (Ιανουάριος 2014), που έχω την τεχνογνωσία πια να λύσω τα προβλήματα που προέκυψαν, επέστρεψαν στην επιφάνεια όλες οι παλιές αναρτήσεις.
Όσες ήρθαν σαν αποσκευές από το άλλο μπλογκ ή ξαναγράφτηκαν (μαζί με τα αρχικά τους σχόλια) πάνω στις σβησμένες, επισημαίνονται ως: "Παλιές Αναρτήσεις"