Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στο Κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στο Κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Βροχή


Τέτοια ώρα θα πρεπε να κοιμάμαι κανονικά για να μπορέσω να τα βγάλω πέρα με το φορτωμένο πρόγραμμα των ημερών που έρχονται.
Να, όμως που δεν μπορώ.


Κάτι με έχει πιάσει και σκέφτομαι μια παράξενη Κόκκινη Βροχή.

Που πέφτει απαλά και μουλιάζει το σώμα σου χωρίς καν να καταλάβεις ότι βρέχεσαι.
Που μπαίνει σιωπηλά στους πόρους σου φτάνοντας στα πιο κρυφά σου σημεία.
Πού ανακατεύεται και κυκλοφορεί μέσα σου τόσο απαραίτητα όσο και το αίμα σου.

Κι είναι τόσο μυστικιστικά οικείο και όμορφο αυτό που σου συμβαίνει.
Κι αισθάνεσαι χαζά που στην αρχή σκεφτόσουν να κρατήσεις αλεξίβροχο για να προφυλαχθείς τάχα.
Πού να 'ξερες ότι καμιά ομπρέλα δεν καταφέρνει να αντισταθεί σε τέτοιου είδους βροχή!


Και κοίτα να δεις, έχουν αναφερθεί κι άλλοι στην κόκκινη βροχή με τον δικό τους τρόπο.



Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Το Πονεμένο Άτι... ...μο

 
-Πονάει πολύ το άτιμο...

Είπε ο Πρίγκιπας και ξεπέζεψε μαραμένος από το άσπρο του άτι... μο δόντι και τον πόνο που του προκαλούσε, ακριβώς μπροστά στα πόδια της Σταχτοπούτας.
Τα δυό του μάτια είχαν γείρει προς τα κάτω καρτερικά και οι καμπύλες τους έμοιαζαν με δύο μικρά ξεχωριστά κύματα.
Το ίδιο και τα χείλη του, με την από γεννησημιού του μόνιμη κυματοειδή μορφή τους.
Ένα τρικυμισμένο τοπίο όλο του το πρόσωπο.
Η Σταχτοπούτα το κράτησε μεσ΄ τα δυό της χέρια και του ΄δωσε ένα φιλί για να απαλύνει τη φουρτούνα του πόνου που όμως δεν του πέρασε.



-Στα παραμύθια δεν υπάρχει οδοντίατρος, καλέ μου, του είπε. Μόνο δοκιμασίες! Τρεις, όπως συνηθίζεται. Με αυτές περνούν όλα και φτάνεις στο επόμενο επίπεδο.
-Και πρέπει να τις περάσω όλες; Έχω να πάω και στη δουλειά, παραπονέθηκε εκείνος. Με περιμένει το βασίλειό μου! Καλύτερα να γεμίσω το στόμα μου με στοματικό διάλυμα να ζαλίσω τον πόνο.

Η Σταχτοπούτα σούφρωσε τα κόκκινα χειλάκια της σε duck face...

-Όχι, όχι, όχι, είπε τρεις φορές, χτύπησε με πείσμα το τακουνάκι από το φημισμένο γοβάκι της στο πάτωμα άλλες τρεις και πέρασε έτσι τη σχέση τους σε επόμενο επίπεδο με το να κατεβάσει, ξαφνικά κι απρόσμενα, μούτρα μέχρι το δάπεδο.


-Γιατι όχι σεντεφένια μου, τι έπαθες κυρά μου και μου μούτρωσες, πες μου άστρο του πρωινού μου; Είπε εκείνος προσπαθώντας να την καλοπιάσει.
-Έχει πιο πολλά άστρα το βράδυ, γιατί με είπες ΄του πρωινού σου΄ που δε φαίνεται κανένα; μούτρωσε περισσότερο εκείνη που πήρε φόρα.
-Γιατι τώρα έχουμε πρωί ακόμα κι εσύ είσαι το άστρο του ουρανού μου που παραμένει άσβηστο παντοτινά και που δεν τολμά ποτέ να το σκεπάσει ούτε το φως του ήλιου.

Η Σταχτοπούτα, μαλάκωσε με όλα αυτά τα γλυκόλογα. Τα σουφρωμένα χειλάκια της απλώθηκαν ξανά σαν τραχανάς σε υποψία χαμόγελου,το προσωπάκι της ξαναγλύκανε και είπε με δυσανάλογα σκληρή κι απότομη φωνή...

-Εντάξει, αλλά στοματικό διάλυμα δε θα βάλεις! 
-Μα, γιατί όχι, φως των ματιών μου που μου συννέφιασες απότομα και θες με τρελάνεις;
-Γιατί θα μοσχομυρίζει ο στόμας σου και όλες θα θένε να σε φιλήσουν!
-Μα, πονάω πολύ, χαρά της ύπαρξής μου!
-Και μένα; Εμένα δε με σκέφτεσαι καθόλου που θα με τρυπάει αδιάκοπα το μικρό αγκαθάκι της ζήλειας;
-Μα, ο έρμος, μόνο εσένα σκέφτομαι πολύτιμο καμάρι μου, νύχτα και μέρα!
-Ε, τότε δε θα βάλεις στοματικό διάλυμα . και -
-Και τι θα κάνω ζωή της ζωής μου, ψυχή της ψυχής μου που υποφέρω;
-Θα περάσεις τις τρεις δοκιμασίες και θα γίνεις καλά!



-Και ποιες είναι αυτές οι τρεις δοκιμασίες ροδοπέταλό μου πλουμισμένο με λαμπυρίζουσες δροσοστάλινες πούλιες υετού;
-Πάρε μελάνι σουπιάς, κονδυλοφόρο και περγαμηνή και γράφε!

(συνεχίζεται...) 


 Η καταπληκτική εικονογράφηση ανήκει στην ιταλίδα: Anna Laura Cantone







Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Έξι Σπόροι

Anna Pinskaya




Διάφανοι λαμπυρίζοντες καρποί
κόκκινος Πειρασμός
Αίμα η γεύση τους
γλυκιά και στυφή
Ο Πλούτος του ροδιού
φιλοξενία του Άδη

Για να ξεφύγεις
θεϊκή Χάρη
Ή το χέρι του Ορφέα
που τολμά να φτάσει
Να παλαίψει στο βυθό σου
τη Νέκρωση

The Color of Pomegranates (Sayat Nova, 1969)
Δύο οι δρόμοι
Ύψωση ή Έλξη
Αρκεί να μην κοιτάς πίσω
να Εμπιστεύεσαι
Να οδηγεί το αγίνωτο
το μη κατακτημένο

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Παραμιλητά του ίδιου ασθενή του θαλάμου 62

Michelino Iorizzo


-Αλλά αν θες να τα πάρουμε με τη σειρά...
-Δε θέλω να τα πάρουμε με τη σειρά, θέλω να με βάλεις σε ένα πολύχρωμο αερόστατο και να δούμε από ψηλά τα τετραγωνισμένα χωράφια του καλοκαιριού, μπορείς;
-Αν με αφήσεις...
-Σε αφήνω, οδήγα...

Και ξεκινήσαμε.
Άτσαλα και βιαστικά, δε λέω κι ούτε που έμοιαζε καν με απογείωση. Εγώ να αφήνω να χύνεται μαυρίλα και να μουτζουρώνω τον κόσμο κι εσύ να προσπαθείς να τον καθαρίσεις και να τη μαζέψεις με τους κλισέ τρόπους που πίστευες ότι πιάνουν. Και να σκέφτομαι μέσα μου, αχ, δεν μπορεί, τζάμπα με ξεσήκωσε...
Και μετά, ίσως από την επιμονή της μαυρίλας, ίσως γιατί σα να κατάλαβες ότι δε φτουράνε μπροστά της τα 'δοκιμασμένα' τερτίπια των αντι-λόγων, άνοιξες το τεράστιο κατακόκκινο αερόστατο που 'χε το σχήμα της καρδιάς σου και με έβαλες μέσα. Και κάπου εκεί ήταν που αρχίσαμε να πετάμε. Κι ούτε που χρειάστηκε να πάμε και πολύ μακριά. Μέχρι τα βρεγμένα δέντρα του κήπου κι ας σκόνταψες σε μια γυψοσανίδα για λίγο (ούτε καν που το πήρα χαμπάρι, θεωρώντας τη μέρος του τοπίου!).
Hugo Urlacher

Και δε με πείραξε που το αερόστατο δεν ήταν πολύχρωμο αλλά μονόχρωμο με ένα τόσο βαθύ κόκκινο. Ούτε που, αντί για τα θερισμένα καλοκαιρινά χωράφια με τις χρυσαφένιες μπάλες χόρτου, είδαμε την αρχή του φθινοπώρου. Τέτοια ταξίδια κρύβουν πάντα μέσα τους μικρά θαύματα, όπως και η ικανότητα να ταξιδεύεις, που έχει κρυμμένη μέσα της περισσότερη αξία από το ταξιδιωτικό μέσο και τον τελικό προορισμό.

Κι έτσι που οδηγούσες και πήγαινες μπροστά, πέρασε μια αστραπή απ΄τις σκέψεις μου: Ένα κλικ είναι όλα! Ένας διακόπτης στο μυαλό μου. Τον γυρίζω και αλλάζω διάθεση και οπτική, αμέσως εδώ και τώρα, χωρίς ούτε μία επιπλέον σκέψη. Ένα μόνο κλικ! Κι ήξερα πως μπορούσα να το κάνω εκείνη τη στιγμή. Αλλά δε θέλησα. Κάτι μέσα μου με σταμάτησε, λες κι η μαυρίλα δεν είχε απλώσει ακόμα όλα τα δώρα που έκρυβε πίσω της και ένα τέτοιο βιαστικό άλμα θα τα κατάστρεφε.
Κι αφού όλο αυτό το μαύρο που έσερνα μαζί μου μπορούσε να αλλάξει τόσο απλά, έχασε τη βαρύτητά του και πετούσε κι αυτό μαζί μας ανακατεμμένο με τα μαύρα σύννεφα του κήπου σου.

Michelino Iorizzo
Και μετά, όταν έφυγες, πίσω από το διάφανο μπλε βάζο που μου ΄κλεβε συνεχώς το βλέμμα, καθώς λαμπύριζε κόντρα στο φως, άρχισε να μου μιλά η λευκή κουρτίνα μου που σειόταν από το πρωινό δροσερό αεράκι.
-Πότε είναι και πότε παύει να είναι φτερό, ένα φτερό στον άνεμο; με ρωτούσε με κάθε κίνησή της καθώς ελαφροανέμιζε κι αυτή σαν φτερό.
-Αν το πάρει ένα πουλί για να φτιάξει τη φωλιά του, συνεχίζει να είναι φτερό; Ή μήπως πια λογίζεται και το ίδιο φωλιά;
-Κι αν το κατάλευκο φτερό πέσει σε έναν λάκκο με λάσπη και λασπωθεί ολόκληρο, θα συνεχίσει να ΄ναι φτερό, αφού έχει χάσει τις ιδιότητες του φτερού και τη δυνατότητα να πετάει στον άνεμο; Και το κυριότερο! Θα μπορεί πια να αισθάνεται φτερό;
-Κι αν σκαλώσει στα κλαδιά ενός δέντρου και το κοροϊδεύουν τα φύλλα που δεν είναι πράσινο σαν κι αυτά, θα θέλει να αισθάνεται φτερό ή θα ντρέπεται γι αυτό το παράταιρο άγχρωμο άσπρο που είναι;

Τέτοια λέγαμε με την κουρτίνα, χαμένοι σε διάφορες σκέψεις.
Και μαζί με την κουρτίνα και το μπλε βάζο, πήρα να μετρώ και τα υπόλοιπα που έχω και μου βγήκαν πάρα πολλά. Κι είπα, αφού έχω ήδη τόσα να σταματήσω να ανησυχώ γι αυτά που λείπουν.

Κι όπως διασώθηκε και δεν έσπασε το πεσμένο αγαλματάκι του Μότσαρτ που το 'βαλα σα σημάδι, έτσι είπα πως θα διασωθώ κι εγώ. Και τελικά, μια και επιζήσαμε κι οι δυο, άλλαξα προσανατολισμό στο κρεβάτι μου για να μπορώ να βλέπω το αυθεντικό μπλε και το πράσινο, άναψα πορτοκαλί φώτα και κεριά και με ένα απρόσμενο σκίρτημα ξαναρχής του έρωτα τελείωσε η πρώτη μέρα των διακοπών μου μέσα στο σπίτι...

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Μαγικά Φίλτρα


Θυμάσαι τότε
που αφαιρούσαμε
μία μία τις Λέξεις
των ποιημάτων
ανάμεσά μας
μέχρι που έμειναν μόνο
το πρόσωπό σου
και το πρόσωπό μου
να κοιτάζονται αντικρυστά
πίσω από ένα τζάμι;

Κι ύστερα ήρθε εκείνος ο Μάγος
(Μέρλιν νομίζω τον έλεγαν)
κι έπιασε το ραβδί του
και μεταμόρφωσε
εσένα σε Πρίγκιπα
κι εμένα σε Βάτραχο.

Και μου 'λεγες
μη στεναχωριέσαι
ξέρω το Φίλτρο
για κάτι τέτοια
μα θα περιμένεις
μερικούς μήνες.

Και η λαχτάρα για τους μήνες
έγινε Χρόνος που ολοένα
μάκραιναν οι μέρες του
και μεγάλωνε κι άλλο
τη Λίμνη μου.

Κι εσύ μου άφηνες μηνύματα
στο Φεγγάρι
επειδή ήξερες
ότι δε θα μπορεί να αντισταθεί
να καθρεφτίζεται
μαρτυριάρικα στα νερά της.

Κι ύστερα, μια νύχτα
μου πες το Μυστικό.
Πως αυτή η λίμνη
(με το φεγγάρι μέσα της
και τα ανθισμένα νούφαρα
τα μουσικά της καλάμια
τα καταπράσινα δέντρα
τις ιριδίζουσες λιβελούλες
κι όλα τ' άλλα θαύματα)
δε θα υπήρχε ποτέ
χωρίς τα Δάκρυα του βατράχου.

Κι εγώ χαμογέλασα
(ένα τελευταίο όπως μου ζήτησες)
και πιάστηκα απ' το φτερό
ενός μικρού ξωτικού
που 'μοιαζε με την Ελπίδα
και ξεσηκώσαμε όλον τον κόσμο
με τα πλατσουρίσματα
και τα χαρούμενα παιχνίδια μας.

Μας άκουσες;

 


Όλες οι εικόνες ανήκουν στον Leszek Andrzej Kostuj

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Μαθητευόμενη της Ζωής



Ήταν περίπου πέρυσι τέτοιον καιρό.
Εγώ ισορροπούσα ξανά, με ασταθή βήματα, στα δωδεκάποντα της Ζωής σε αναγκαστική βραδινή έξοδο, αναζητώντας, τελείως αμακιγιάριστη και με τα πλέον ακατάλληλα ρούχα, το διαβόητο κρυμμένο μπαράκι της με τα μεθυστικά ποτά.

Προσπαθούσα να βρω τρόπους να αλλάξω μέσα μου, σε ελάχιστο βαθμό βάσης, αυτό το τεράστιο κουλούρι της που μου μηδένιζε τα πάντα, για να περάσω (έστω κι έτσι) στην επόμενη τάξη με το πρώτο ξημέρωμα.

Στάσιμη στη ζωή. Με ολοκληρωτική απόρριψη και μηδενισμό κόλλας. Ούτε καν ανεξεταστέα! Τόσο χάλια μαθητευόμενη δεν είχα ξαναϋπήρξει ποτέ.

Και πήρα να ξαναδιαβάζω τις μορφές και το βάθος του χαμόγελου, μπας και της κάνω καλή εντύπωση και κερδίσω κανέναν βαθμό, αν και δεν ενδιαφερόμουν ουσιαστικά πια για κανένα μαθημά της.

Κι εμφανίστηκε Εκείνος σε μια αναπάντεχη ιδιάζουσα πραγματικότητα (ή μήπως ήταν πίσω από το Μπαρ...) και μου 'πε ότι έχει έναν κήπο γεμάτο ζαρζαβατικά και δέντρα και με μάγεψε και με διαπέρασε ηλεκτρικό σοκ στο άκουσμά του, όπως θα 'λεγαν σε κάποια άλλη, έχω κόττερο, έχω εκατομμύρια, έχω Τζάγκουαρ, έχω βίλες...

Κι έπιασα τον συμμαθητή μου από το χέρι και έπιασε κι εκείνος το δικό μου σφιχτά για να με βοηθάει στο διάβασμα και να προσπαθούμε να βρούμε, μαζί, πώς ξεφεύγεις από το άτιμο το Μηδέν και ανεβαίνοντας ολοένα την κλίμακα της βαθμολογίας, πότε φτάνεις τελικά σ' αυτό το περίφημό της: Άριστα!



(Σημ. Για τους κακόβολους που πάντα ψάχνουν το εύκολο και το προφανές στα γραφόμενα του άλλου: Όχι, δεν πήρα βραδιάτικα τους δρόμους με δωδεκάποντα και δεν πήγα σε κανένα μπαρ!)

Κι ο κήπος...


Οι Εικόνες ανήκουν στην Anna Anjos     





Υ.Γ.
(Για σένα που μου παραπονέθηκες ότι έχω πολύ καιρό να γράψω στο Μπλογκ.)

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Παραμιλώντας στο Σεληνόφωτο





"Γελώ γιατί γελούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δε γελούν" *




Κι ήρθες

Και τα κελαηδιστά σου λόγια
έκαναν κλουβί στην έλλειψή μου
και την μάντρωσαν μέσα.
"Να μη σε ξαναενοχλήσει"

Κι αυτή όλο ξετρύπωνε από τα κάγκελα
θρεμμένη από νωπά περάσματα
και ζητούσε κι άλλο κι άλλο
και δεν χόρταινε.

Κι εσύ, μια και δεν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε,
έγινες παιδί και μ' έπιασες απ' το χέρι
σε κείνα τα χρόνια, τα άλλα,
τα ανέμελα, τα δύσκολα και όμορφα.

Κι αυτή άρχισε να καταλαγιάζει
και να μαζεύεται πίσω από την κλειδαρότρυπα
και να με κοιτάει παραπονεμένη
"Ξεχνάς, όταν έρχεται εκείνος!"

Και γελούσα; Δεν το θυμάμαι.
Μόνο την εικόνα σου
Και το θεριό που χόρταινε μέσα μου
Κι ότι μου το πες:

"Πόσο χάρηκα που γέλαγες σήμερα!"

Κι ύστερα, χαμένοι στ' όνειρο
ακούστηκε ένας απ' τους δυο μας:
"Είμαστε απλώς υπηρέτες του Έρωτα..."





*Το motto είναι παράφραση από τους στίχους του Γ. Σαραντάρη:

"Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δε μιλούν"




Όλες οι Εικόνες ανήκουν στην Celia Chauffrey







.

Λόγω Πανσελήνου


Γιάννης Τόλιας, Αποσπάσματα





Κάθονταν παράμερα
και κοιτούσε το ρολόι του Ποιήματος
περιμένοντας το ξυπνητήρι
να χτυπήσει τη δική της απόχρωση

Απόψε
την ανάσα σου κοιμήθηκα
κάτω απ’ το μαξιλάρι μου.

Τουλάχιστον συνομιλούμε στα όνειρα.



Πόσο μου έλειψε
η ομηρία της αγκαλιάς σου.

Τι άλλο πιο μάταια ένδοξο
από την υλακή ενός μοναχικού λύκου
στο φεγγαρόφωτο.


Αξημέρωτα δάκρυζε το ποίημα
Γιατί έλειπες.





Άργησα και με κλείδωσαν έξω οι λέξεις σου.



Σε ποιους βυθούς
Χτίζεις και γκρεμίζεις ποιήματα;

Κάθε πρωί που έφευγες
άφηνες πάνω στον καθρέφτη
την αιχμηρή δύση των χειλιών
Τόσα φιλιά ηλιοβασιλέματα
έχω στη συλλογή μου.

Πείτε μου τώρα αν αρέσω
Γιατί με πλάνεψε
κι έκοψα κοντά τα μαλλιά μου
Να μην αναρριχούνται λέει
πάνω τους τα ποιήματα.

Θα συντρίψω όλες τις αντιστάσεις σου
Έστω κι αν χρειαστούν ζωές
Θα φυσάω άνεμος κρυφός
πάνω από την κλίνη σου
σκορπώντας τα σεντόνια

Γυμνή να καθρεφτίζεσαι στα μάτια μου

Με χαμηλόφωνες ματιές
Τώρα που ο άνεμος
το γαλάζιο σου
ανεμίζει
νυχτικό

Έτσι που η νύχτα
γυμνή να εκτεθεί
Αμετανόητος
Ανταλλάσσω την πανσέληνο
με το κορμί σου




Κι ένα τραγούδι:








Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Στο Σούνιο



Είπες πως είναι κοντά
στο σπίτι σου.
Κάθησα στα βράχια
και σε περίμενα.
Κι έτσι όπως έδυε
κράτησα μια χούφτα ήλιο
και για σένα.
Οι κολώνες επέμεναν
να μου ψυθιρίζουν
ευθυτενή μυστικά.
"Τίποτα δεν αξίζει
χωρίς αγάπη"
τους απάντησα
και τους έστρεψα
την πλάτη
του γυρισμού.



Μπήκα σήμερα το πρωί στο λεωφορείο και με το που βρήκα θέση, έβγαλα το κόκκινο τετραδιάκι μου και  το 'γραψα απνευστί χωρίς δεύτερη σκέψη και υπολογισμούς λέξεων.
Ίσως να θέλει μια κάποια επιμέλεια, αλλά αποφάσισα να το κρατήσω έτσι.


Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Η Οδύνη της Απώλειας




Δεν έχεις επίσης ιδέα πώς φαίνεσαι στους άλλους. Το πώς αισθάνεσαι με το πώς φαίνεσαι μπορεί να συμπίπτουν ή να μη συμπίπτουν. «Πώς αισθάνεσαι, λοιπόν;» σου λένε. Αισθάνεσαι λες κι έχεις πέσει από ύψος αρκετών εκατοντάδων μέτρων, έχοντας πλήρη συνείδηση της πτώσης, έχεις προσγειωθεί με τα πόδια σε ένα παρτέρι με τριανταφυλλιές με τέτοια ορμή ώστε να χωθείς στο χώμα μέχρι τα γόνατα και τα εσωτερικά σου όργανα να διαλυθούν και να χυθούν έξω από το σώμα. Έτσι αισθάνεσαι – είναι ποτέ δυνατόν να φαίνεσαι κάπως αλλιώς;


........


Πολύ νωρίς, μου ήρθαν μια μέρα στο νου τα λόγια: μου λείπει σε καθετί που κάνω και που δεν κάνω. Αυτή ήταν μία από τις φράσεις που έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου σαν επιβεβαίωση του πού και του τι ήμουν. Όπως ακριβώς, όταν γυρνούσα στο σπίτι με το αυτοκίνητο, προετοιμαζόμουν για την επιστροφή λέγοντας δυνατά: «Δεν επιστρέφω μαζί της ούτε σε εκείνη». Όπως ακριβώς, όταν κάτι αποτύγχανε, έσπαγε ή χανόταν, καθησύχαζα τον εαυτό μου λέγοντας: «Στην κλίμακα της απώλειας, τούτο εδώ δεν είναι τίποτε». Ο σολιψισμός της οδύνης είναι τέτοιος, που δεν πήγαινε καν το μυαλό μου σε διαβαθμίσεις και διαφορές.......
.....



Τον πρώτο καιρό, λόγω της συνήθειας, της αγάπης και της ανάγκης να υπάρχει κάποιο μοτίβο, εξακολουθείς να κάνεις ό,τι συνήθιζες να κάνεις και μαζί της. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεσαι την παγίδα στην οποία έχεις πέσει: έχεις εγκλωβιστεί ανάμεσα στο να επαναλαμβάνεις όσα έκανες μαζί της, χωρίς όμως εκείνη να είναι τώρα παρούσα, κι έτσι να σου λείπει, και στο να κάνεις καινούργια πράγματα, πράγματα που δεν είχες κάνει ποτέ μαζί της, κι έτσι να σου λείπει πάλι αλλά με διαφορετικό τρόπο.

Αισθάνεσαι οξύτατα την απώλεια του κοινού λεξιλογίου, των μεταφορικών σχημάτων, των πειραγμάτων, των συντομεύσεων, των ιδιωτικών αστείων, των χαζολογημάτων, των ψεύτικων επιπλήξεων και των ερωτικών υποσημειώσεων, όλων αυτών των άδηλων αναφορών που είναι πολύτιμες για τη μνήμη, αλλά άνευ αξίας αν εξηγηθούν σε κάποιον αμέτοχο τρίτο.

Όλα τα ζευγάρια, ακόμα και τα πιο μποέμικα, φτιάχνουν μοτίβα στην κοινή ζωή τους και αυτά τα μοτίβα έχουν ετήσιο κύκλο επανάληψης. Έτσι, το έτος Ένα μετά θάνατον είναι σαν το αρνητικό της εικόνας του έτους που είχες συνηθίσει. Αντί να είναι διάστικτο από γεγονότα, τώρα είναι διάστικτο από την απουσία γεγονότων.


..........


Πήγα σε ένα σινεμά του Λονδίνου, για να παρακολουθήσω σε απευθείας αναμετάδοση από τη Νέα Υόρκη την όπερα του Γκλουκ Ορφέας και Ευρυδίκη. Προηγουμένως είχα προετοιμαστεί κατάλληλα, ακούγοντας όλο το έργο με το λιμπρέτο ανά χείρας. Και σκέφτηκα: αυτά τα πράγματα δεν γίνονται.

Η γυναίκα κάποιου πεθαίνει, αλλά ο θρήνος του συγκινεί σε τέτοιο βαθμό τους θεούς, ώστε του επιτρέπουν να κατεβεί στον Άδη, να τη βρει και να τη φέρει πίσω. Του βάζουν όμως έναν όρο: δεν πρέπει να την κοιτάξει καταπρόσωπο μέχρι να επιστρέψουν πάνω στη γη, αλλιώς θα τη χάσει για πάντα. Οπότε, ενώ την οδηγεί έξω από τον Άδη, εκείνη τον πείθει να στραφεί και να την κοιτάξει· οπότε εκείνη πεθαίνει· οπότε εκείνος τη θρηνεί εκ νέου, ακόμα πιο γοερά και τραβάει το σπαθί του για να αυτοκτονήσει· οπότε η θεά του έρωτα, αφοπλισμένη από αυτή την επίδειξη λατρείας προς τη σύζυγο, επαναφέρει την Ευρυδίκη στη ζωή.


Ελάτε τώρα! Μα την αλήθεια δηλαδή. Δεν μου έφταιγε η παρουσία ή οι ενέργειες των θεών – αυτές μπορούσα εύκολα να τις δεχτώ· εκείνο που μου έφταιγε ήταν το γεγονός ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα στρεφόταν να κοιτάξει την Ευρυδίκη, γνωρίζοντας ποιες θα ήταν οι συνέπειες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον ρόλο του Ορφέα, που αρχικά τραγουδούσε ένας καστράτος ή κόντρα τενόρος, θα αναλάμβανε να παίξει σε τούτη την παραγωγή μια ογκώδης κοντράλτο.


Ωστόσο, είχα υποτιμήσει υπερβολικά τον Ορφέα, αυτή την όπερα που στοχεύει αψεγάδιαστα τον άνθρωπο που πενθεί· μέσα σε εκείνο το σινεμά, η θαυμαστή εξαπάτηση της τέχνης λειτούργησε ξανά. Μα φυσικά και θα στρεφόταν ο Ορφέας να κοιτάξει την εκλιπαρούσα Ευρυδίκη – πώς ήταν δυνατόν να μην το κάνει; Γιατί, ενώ δεν θα το έκανε «κανένας λογικός άνθρωπος», αυτός έχει χάσει τα λογικά του από τον έρωτα, την οδύνη και την ελπίδα.

Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά;
Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες. Πώς θα μπορούσε οποιοσδήποτε να τηρήσει την υπόσχεσή του, ακούγοντας πίσω από την πλάτη του τη φωνή της Ευρυδίκης;


'Τα τρία επίπεδα της ζωής' - Julian Barnes




[Ένα μικρό απόσπασμα από την οδύνη της απώλειας όπως την περιγράφει ο Μπαρνς στο βιβλίο του.]







Ολονυχτία



Henri Rousseau - The Sleeping Gypsy

Δε με κατάλαβες, όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάϊ σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.


Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

FaceHook



-Σ΄αγαπώ πάρα πολύ!

-Πόσο πολύ;

-Μέχρι ξεκατινιάσματος.

-Δηλαδή;

-Να δηλώσω στο F/B, 'in relationship with...'

-Πω-πω, πόσο πολύ με αγαπάς!!!






Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Ντυμένοι Ουρανό

Thomas Lamadieu - SkyArt




-Να φοράς πιο συχνά τον ουρανό, σου πάει πολύ!
Του είπα σαν τον είδα πανέμορφο μες τη γαλάζια μπλούζα του.
Και τότε εκείνος, τύλιξε τα χέρια του γύρω μου
και μ' αγκάλιασε για να τον φορέσω κι εγώ.





Η εικόνα είναι από τον Thomas Lamadieu, ενός καλλιτέχνη που φωτογραφίζει κτήρια
με προοπτική ύψους και γεμίζει τα κενά που αφήνουν με ζωγραφιές του.



.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Μαθηματικές Πρωταρχικές Έννοιες



"Δυο σημεία που ενώνονται ορίζουν, κατά μοναδικό τρόπο μια ευθεία."


"Δύο άνθρωποι που ενώνονται, ορίζουν κατά μοναδικό τρόπο ένα μικρό σύμπαν."

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Στο φως!


"Περπατάς σε ένα σκοτεινό τοπίο κι έρχεται κάποιος και σου βάζει ένα αναμμένο κερί στο χέρι.
Και το τοπίο ζωντανεύει κι αποκτά χρώματα.
Και μια νύχτα, έρχεται και σου σβήνει το κερί και σε αφήνει ξανά στα μαύρα σκοτάδια.
Κι όσο κι αν ρωτάς το 'γιατί', απάντηση δεν παίρνεις.
Και σκύβεις κάτω και ψάχνεις ψηλαφητά ένα-ένα τα πατήματά σου να δεις τι έκανες λάθος.
Δεν μπορείς να προχωρήσεις πια, είναι οδυνηρή η επιστροφή στο σκοτάδι και υποφέρεις αφάνταστα. Είναι σημαντικό να βρεις τι πήγε στραβά και γιατί έπρεπε να σταματήσεις να βλέπεις χρώματα γύρω σου.
Και εγκλωβίζεσαι σε εκείνο το σημείο και βασανίζεσαι και παιδεύεσαι άδικα και ψάχνεις ατέλειωτα με το μικρό μυαλό σου και δεν καταλαβαίνεις.


Και  επιτέλους, μετά από αρκετό καιρό, σε λυπάται κάποια στιγμή και σου εξηγεί γιατί έπρεπε να σβήσει το κερί.
Τώρα ξέρεις πια γιατί χάθηκε το φως. Μαθαίνεις πού έφταιξες, τι πήγε στραβά. Απελευθερώνεσαι από το μαρτύριο. Τώρα μπορείς να αντέξεις ξανά στο σκοτάδι και να συνεχίσεις την υποχρεωτική πορεία σου.

Και ξαναπροσπαθείς να σταθείς στα πόδια σου όπως και πριν και να ξεκινήσεις κούτσα-κούτσα, όμως με μία διαφορά: Κρατάς σφιχτά στο χέρι το κερί, ελπίζοντας να ξανανάψει κάποτε..."



Η ερώτηση που με βασάνιζε ήταν η εξής:
Γιατί εγκλωβίστηκε και υπόφερε τόσο πολύ και δεν μπορούσε να προχωρήσει πλέον;
Ποια ικανοποίηση ζητούσε ο νους με την εξήγηση του 'Γιατί';
Γιατί απλώς δεν το άφηνε πίσω του για να συνεχίσει όπως και πριν;


Γράφοντας αυτήν την ανάρτηση κατάφερα να βρω και την απάντηση:



Επειδή, δεν μπορούσε να πάρει θέση μέσα του γι' αυτόν που του άναψε και μετά του έσβησε το κερί και του ήταν σημαντικό κάτι τέτοιο γιατί έτσι μόνο μπορούσε να το ξεπεράσει και να προχωρήσει.

Όταν πιστεύεις πολύ σε κάτι και στο γκρεμίζουν, προσπαθείς να μάθεις το γιατί, επειδή θες να συνεχίσεις να πιστεύεις. Ο παραλογισμός και η μη αιτίαση των γεγονότων σκοτώνει την Πίστη και ακυρώνει και εσένα τον ίδιο που έδειξες εμπιστοσύνη.
Γι αυτό δεν μπορείς να συνεχίσεις. Είναι σα να σου παρακράτησαν ένα πολύτιμο κομμάτι σου και να αρνούνται να στο επιστρέψουν:  
Την ικανότητά σου να πιστεύεις και να εμπιστεύεσαι!



Υ.Γ.
Ένας άλλος τρόπος για να συνεχίσεις, είναι να γκρεμίσεις αυτόν που το έκανε, όμως δεν τον συνιστώ σε κανέναν. Χάρη στο χέρι που σου άναψε το κερί μπόρεσες να δεις -έστω και για λίγο- τόσα χρώματα. Να είσαι ευγνώμων!




Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Δύσκολες Μέρες



Όταν με παίρνει από κάτω
-είναι και τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη που με αποπροσανατολίζουν-
παρασύρομαι και πλατειάζω παραπαίοντας

Κι είναι σαν μια άσκοπη ανακύκλωση χωρίς διέξοδο
μια αυτοφάγα περιπλάνηση
στο ίδιο επίπεδο σκέψης, με τα ίδια δεδομένα

Και μετά σα να βρίσκω μια αχτίδα
που μου θυμίζει να κοιτάξω προς τα πάνω
κι αρχίζω να ψάχνω ένα σκαλοπάτι...




Υ.Γ.
Αρνούμαι πεισματικά να κάνω αυτό που κάνουν οι πολλοί.
Να κατεβάζουν τους άλλους απομονώνοντας τα λάθη και τις μικρότητές τους.
Προτιμώ να προσπαθήσω να ανεβάσω εμένα για να μη με αφορούν.