Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Ταπείνωση


Μιλώντας με τα σύννεφα σήμερα, μου αποκάλυψαν ένα μυστικό:
Υπάρχει η ταπείνωση της άγνοιας και η ταπείνωση της γνώσης.
Η εξωτερική πλευρά της και η εσωτερική της.

Η ταπείνωση της άγνοιας είναι όταν πείθεσαι να λυγίσεις το Εγώ σου μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου και την ύπαρξή σου. Το κάνεις λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά.
Λειτουργείς σε εξωτερικό επίπεδο.

Η ταπείνωση της γνώσης είναι όταν αντιληφθείς το εσωτερικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεσαι.
Δεν χρειάζεται να λυγίσεις κανένα Εγώ, δεν υπάρχει Εγώ.

Στην άγνοια, ο άνθρωπος αντιστέκεται σε θρησκευτικές λεκτικές έννοιες όπως: σκύβω, δούλος Θεού, γονατίζω...
Τις παίρνει κυριολεκτικά και του δημιουργούν υποβιβαστικά αγκάθια στο αίσθημα ελευθερίας και στην ανάγκη επιβεβαίωσης της ύπαρξης και της μεγαλοσύνης του.
Ίσως να φταίνε και οι ταγοί της θρησκείας που τις επικροτούν στο τυπικό μέρος της λατρείας.


Στη γνώση, δεν υπάρχουν λεκτικές έννοιες, δεν υπάρχει παρερμήνευση, δεν υπάρχει περιορισμός.
Οίδες ότι είσαι ταυτόχρονα τα πάντα και η μονάδα, η αλυσίδα και ο κρίκος, το μικρό και το Μέγα.
Κι είναι η γνώση της μονάδας, του κρίκου, του μικρού που περικλείεται και σε ταπεινώνει, όχι ηθικά ή νοητικά αλλά υπαρξιακά.







Δεν ξέρω αν έγινα κατανοητή ή αν χρησιμοποίησα λάθος λέξεις.

Κάποια πράγματα τα αισθάνεσαι ή στα ομολογούν τα σύννεφα κι όταν μετατρέπονται σε λέξεις περιορίζονται στο νόημα που θέλει ο καθένας να εκμαιεύσει...





Στις εικόνες οι αλλαγές των συννέφων
μέχρι την έκρηξη της ανατολής, στις 7:09,
όπως την είδα από το μπαλκόνι μου σήμερα.

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Από 'να τίποτα


Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα

- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.

(Ο. Ελύτης)

 (Οι φωτογραφίες είναι από το κινητό μου)

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Αλήθεια και Χάος



Βροχή από διάττοντες γύρω μου. Ανοίγω τα μάτια μουσκεμένη ως το κόκκαλο. Κοιτάω τη μέρα με πλήρη επίγνωση ότι είμαι ξυπνητή στη μέση ενός ονείρου. Κοιτάω στα βιβλία που βρίσκονται μόνιμα δίπλα από το κρεβάτι μου. Ένα χέρι να πιαστώ από την πραγματικότητα. 
Αρπάζω το πρώτο που μου φαίνεται και το πιο κατάλληλο: Ντίπακ Τσόπρα - 'Ο δρόμος του μάγου'.
Ανοίγω με εμπιστοσύνη στο τυχαίο...

"Η σοφία είναι ζωντανή και επομένως πάντοτε απρόβλεπτη"


Η αλήθεια είναι το χάος και η τάξη συνδέονται τόσο στενά, που δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν. 


"Πρέπει πρώτα να είσαι το χάος για να μπορέσεις να γίνεις ένα άστρο που χορεύει" έλεγε ο Μέρλιν (σημ. στον Αρθούρο).



Ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίνεται το εγώ στο χάος είναι να το μάχεται και να επιβάλλει ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο. Το πρόβλημα είναι ότι όλος αυτός ο αγώνας, η ανησυχία, ο προβληματισμός και ο έλεγχος εναντιώνονται στη φυσική ροή της ζωής. 
Η ζωή συγχωνεύει την τάξη με το χάος. Δεν είναι δυνατόν να πάρεις το ένα χωρίς το άλλο. Εάν θέλεις να ακολουθείς τη ροή της ζωής δεν είναι δυνατόν να αγωνίζεσαι ταυτόχρονα εναντίον της.

Παρά το γεγονός ότι το εγώ σου μισεί το απρόβλεπτο η αλήθεια είναι ότι έχεις ωφεληθεί πολλές φορές από αυτό.

Το εγώ χρειάζεται να εξετάσει προσεκτικά τους φόβους του και να πάψει να προσπαθεί να ελέγχει.




Κάτι τέτοια έγραφε το βιβλίο με τα λόγια του Μέρλιν κι ύστερα το δωμάτιό μου μετατράπηκε σε λίμνη γεμάτη δέντρα που μου μιλούσαν με τα ίδια ακριβώς λόγια χωρίς να 'χουν διαβάσει ποτέ βιβλία με γνώσεις. Μόνο με την απλή σοφία της ίδιας της ζωής.
Και μου άπλωσαν τα χέρια κι εγώ αφέθηκα να με αγκαλιάσουν. Ξαναγύρισα για λίγες μαγικές στιγμές στην πιο απλή και μαγική επικοινωνία που μπορεί να έχει ο άνθρωπος κλαίγοντας με λυγμούς που στο τέλος μετατράπηκαν σε ανάμικτους λυγμούς χαράς.

"Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει" προσπαθούσε να ακουστεί κάπως τσιριχτά ένα τραγούδι απ' το βάθος.


Γιατί όμως δε θυμάμαι να ξύπνησα ακόμα και τι έγινε τελικά με το Γιούρογκρούπ?


*Οι φωτογραφίες από το κινητό μου, τραβηγμένες στη λίμνη Δοϊράνη.


Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Λίμνη Πλαστήρα










Μερικές εικόνες από το βροχερό και ομιχλώδες τοπίο της, στις 4 και 5 Οκτωβρίου.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Σκανδαλιές φωτός

Όσο το "φως" συνεχίζει να με επισκέπτεται και να παίζει με τους "τοίχους" μου δεν ανησυχώ!



Είχα κάνει και παλιότερη σχετική ανάρτηση: Gestalt και επίσης άλλη μια παρόμοια φωτογραφία υπάρχει και στα Υπαρξιακά.
Μάλλον αυτήν την εποχή γυρίζει ο ήλιος και εισβάλει τόσο χορευτικά στο συγκεκριμένο σημείο.

(Το κάδρο στον τοίχο είναι μια ατυχής δική μου ζωγραφιά. Επίσης, δικές μου κατασκευές είναι στο ραφάκι οι πήλινες φιγούρες, η συστάδα των δένδρων και το καράβι πάνω στην πέτρα.)


Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Σαμοθράκη


Υπάρχουν πράγματα που λέμε και πράγματα που νοιώθουμε. Όταν τα δεύτερα μπουν σε λέξεις χάνουν το βάθος τους, ρηχαίνουν και κατευθύνονται μόνο στο μυαλό αντί να συμμετέχει και η καρδιά. Εκτός αν, σε ειδικές περιπτώσεις, οι λέξεις καταφέρουν να δονήσουν και να αφυπνίσουν μέσα μας και κάτι άλλο εκτός από τη νοητική σύνδεση-κατανόησή τους.

Φτάσαμε το απόγευμα κατά τις 18:00 και θα φεύγαμε την επόμενη μέρα κατά τις 12.00 να προλάβουμε το καράβι στις 13:00. Ελάχιστος χρόνος για να επισκεφτείς τη Σαμοθράκη. Ιδίως όταν είναι επαγγελματικοί οι λόγοι της επίσκεψης κι έχεις ακόμα πιο περιορισμένο χρόνο.


Πηγαίνοντας, η μέρα ήταν συννεφιασμένη με τάσεις βροχής και η κορυφή του Σάου ήταν κρυμμένη στα σύννεφα. Έτσι έκανε αυτόν τον ορεινό επιβλητικό όγκο που ξεπετάγεται από τη μέση της θάλασσας, να προκαλεί ακόμη περισσότερο δέος.
Μας είχαν κλείσει δωμάτια σε ένα μέρος που λέγεται Θέρμα.




Την πρώτη μέρα ούτε είδα καλά-καλά, ούτε κατάλαβα και πολλά. Μόνο κάποια στιγμή αισθάνθηκα σαν θεατής του εαυτού μου κι όλων όσων συνέβαιναν.
Φώτα, χαμόγελα, άνθρωποι κι εγώ ταυτόχρονα παρατηρητής και παρατηρούμενος μέσα σ' όλο αυτόν τον κόσμο. Σα να έβλεπα ό,τι γινόταν σε ένα βίντεο, μόνο που αυτό το βίντεο ανήκε στο παρόν και ήμουν ενεργό μέλος.
Πώς γίνονται όλα τόσο μηχανικά, αναρωτιόμουν, πώς μένω αμέτοχη στο παρόν μου ενώ συμμετέχω σ' αυτό; Σαν καλοκουρδισμένη μηχανή συνέχισα να κάνω ό,τι έκανα και σύντομα ξεχάστηκε ο παρατηρητής κι έμεινε μόνο ο ανίδεος παρατηρούμενος.
Την επόμενη μέρα έβαλα το ξυπνητήρι νωρίς να προλάβω να δω έστω κάτι από το νησί. Οι υπόλοιποι της παρέας κοιμόταν κουρασμένοι και δεν είχαν συμμεριστεί την επιθυμία μου για μια μικρή περιπλάνηση το πρωί πριν φύγουμε.
Έτσι, μια και τα τακούνια που φορούσα ήταν τελείως ακατάλληλα για πεζοπορία ξεκίνησα ξυπόλητη. Αφού δεν έχω αυτοκίνητο και το είχα πάρει απόφαση ότι, δυστυχώς, δεν πρόκειται να δω σχεδόν τίποτε από τις ομορφιές του νησιού, σκέφτηκα να κάνω ένα γύρο στο γραφικό μέρος που μέναμε, να βγάλω μερικές φωτογραφίες τα σοκάκια και τις θεόρατες ορτανσίες (χαρακτηριστικό θαμνώδες λουλούδι του νησιού, που λόγω του κλίματος θεριεύουν και γίνονται τεράστιες) και τέλος, να καθίσω στο πανέμορφο καφενεδάκι στο έμπα του χωριού για ένα καφεδάκι μέχρι να ξυπνήσουν οι υπόλοιποι.
Περπατώντας ξυπόλητη είδα σε ένα μαγαζάκι κάτι σαγιονάρες (δεν περίμενα ότι θα 'βρισκα) και είπα να πάρω ένα ζευγάρι. Από συγκυρία κατέληξα τελικά να αφήσω τις σαγιονάρες και να αγοράσω κάτι ηλίθια πλαστικά σαμπό. Πήρα κι ένα μικρό καραβάκι που γράφει Σαμοθράκη, έτσι για αναμνηστικό (αν και δεν μου αρέσουν τέτοια αναμνηστικά και ιδίως κάτι γύψινα τελείως κιτς, αλλά αυτό ήταν αρκετά καλαίσθητο)…
(Τελικά, πρέπει να έχω με τα καράβια κάποια κρυφή εμμονή γιατί έχω μαζέψει μερικά από κάτι τέτοιες περιπτώσεις, από ξύλινα μέχρι τσίγκινα… ίσως και να μου 'μεινε κατάλοιπο από μικρή που έλεγα ότι θα φύγω στα καράβια κι το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν ο ιδανικός κι ανάξιος εραστής κι ας με μάλωνε η μάνα μου τι θέλω και τραγουδώ τέτοια τραγούδια με …κηδείες!)

Ρώτησα την κυρία που με εξυπηρέτησε τι αξιόλογο θα μπορούσα να επισκεφτώ στην περιοχή τους και μου απάντησε αμέσως: "Τις βάθρες".
Πώς είχα την εντύπωση, από διάφορα ντοκιμαντέρ, ότι οι βάθρες είναι ψηλά στο βουνό και θέλει ώρες για να φτάσεις; Αλλά, όχι, ήταν εκεί κοντά, ένα τέταρτο δρόμο μόνο, με πληροφόρησε η κυρία κι εγώ δεν πίστευα στα αυτιά μου ότι θα μπορούσα να δω κάτι περισσότερο από τα γραφικά σοκάκια. Ξεκίνησα λοιπόν πασίχαρη για τις βάθρες. Στο δρόμο με συνόδευαν οι ήχοι από τζιτζίκια και τίποτε άλλο.

Αυτό το νησί είναι καταπληκτικό. Οι άνθρωποι και οι επισκέπτες σα να έχουν άλλη ποιότητα, απλοί με σεβασμό στο περιβάλλον, χωρίς την ηχορύπανση των σουξοτράγουδων στη διαπασών, χωρίς φασαριόζους τουρίστες που κάνουν σαματά κι φωνάζουν -τάχα διασκεδάζουν- και γενικά χωρίς όλο αυτό το συνηθισμένο εμφανές "δήθεν".

Ο δρόμος για τις βάθρες πετροστρωμένος, με αρκετά δέντρα. Σύντομα, στον ήχο των τζιτζικιών προστέθηκε και ο θόρυβος από το ποτάμι. Μόνο αυτά. Όχι ενοχλητικά σαν βουητό, αλλά σαν συνοδεία για να μπορείς να ακούς τη σιωπή σου.

Περπατώντας, ξαναθυμήθηκα την μηχανικότητα του χθες. Ακόμα συνεχιζόταν. Είχα ένα πανέμορφο φυσικό τοπίο γύρω μου, βούρκωνα από δέος κοιτάζοντας τις βραχώδεις κορυφές του Σάου, αλλά ήμουν σαν υπνωτισμένη. Σα να μη με άγγιζε πραγματικά σε βάθος τίποτε από όλα αυτά. Άρχισα να κάνω διάφορες σκέψεις για την συνειδητότητα του παρόντος. Μήπως αυτό που ζητούσα ξεφεύγει από τα ατομικά όρια και είναι τελικά κάτι σαν σύνδεση με το όλον της ύπαρξης;

Την πρώτη φορά που ένοιωσα αυτό που αυθαίρετα ονομάζω "απόλυτη συνειδητότητα του παρόντος" ήμουν ακόμη μαθήτρια, στο σκοτεινό παιδικό μου δωμάτιο, καρφώνοντας το βλέμμα μου σε μια γωνιά στη σκιά από τα παιχνιδίσματα του αμυδρού φωτός που ερχόταν από έξω. Τότε ήταν που για πρώτη φορά αισθάνθηκα ένα συγκλονιστικό συναίσθημα, μια συνειδητή επίγνωση ότι "υπάρχω".
Ακόμη μου 'χει μείνει η εικόνα αυτής της γωνίας.

Σύντομα έμειναν πίσω κι αυτές οι σκέψεις γιατί είχα φτάσει σε ένα μέρος όπου τελείωνε ο πετρόστρωτος δρόμος (κι αφού είχα πλατσουρίσει μέσα σε νερά σε κάποια σημεία του για να τον περάσω) κι αναρωτιόμουνα αν πρέπει να συνεχίσω ή ως εκεί ήταν, αλλά ποιον να ρωτήσω στην ερημιά κι ούτε είχε πινακίδα…
Αποφάσισα να ακολουθήσω το τσιμεντένιο αυλάκι και να ρωτήσω πιο πέρα κάτι νεαρούς που έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ μέσα στα δέντρα. "Καλά πήγαινα…"
Έτσι συνάντησα τελικά την πρώτη βάθρα σκεφτόμενη την παραλλαγή "είδα τη βάθρα κάποτε" και ευγνωμονώντας χίλιες φορές την αυθόρμητη τυχαία απόφασή μου να μην πάρω σαγιονάρες αλλά αυτά τα σαμπό που αντέχουν και στα αναγκαία τσαλαβουτήματα της διαδρομής και κρατάν σταθερό το πόδι ώστε να είναι κατάλληλα και για την ανάβαση. Συνέχισα ακόμη λίγο και με μια ελάχιστη αναρρίχηση έφτασα και στην επόμενη βάθρα (αργότερα έμαθα ότι έχει πολλές και σε διάφορα σημεία)
Εκεί είχε κόσμο και κάποιους με μαγιό. Για να πας στην επόμενη βάθρα έπρεπε να περάσεις μέσα από το νερό που σου 'φτανε μέχρι το στήθος. Πολύ δελεαστικό μετά από την πορεία να πέσεις και να δροσιστείς σ' αυτά τα νερά αλλά ούτε μαγιό φορούσα, ούτε είχα χρόνο στη διαθεσή μου για μια τέτοια συνέχεια.
Κι εκεί που προσπαθούσα να δω καλύτερα έναν τέλεια καμουφλαρισμένο μεγαλούτσικο βάτραχο να ρεμβάζει στο βράχο δίπλα στη βάθρα ενώ κάποιοι του πετούσαν διάφορα για να τον κάνουν να μετακινηθεί, χτύπησε το κινητό.
Με περίμεναν, ώρα να επιστρέψω για να φύγουμε.

Στην επιστροφή, αποφάσισα αντί για το μονοπάτι να τσαλαβουτώ (ε, είχα και τα κατάλληλα πατούμενα η …τυχερή) μες στο ρυάκι που κατέβαινε από τις βάθρες. Εκεί σα να έγινε το πρώτο κλικ και να άρχισα να ξυπνώ λιγάκι επειδή χαμογελούσα και τσαλαβουτούσα με τη γνήσια χαρά μικρού παιδιού.


Στο τελευταίο κατάστρωμα του πλοίου έριχνα αποχαιρετιστήριες ματιές στο νησί που αφήναμε πίσω μας, ενώ είχαμε την τύχη να μας συνοδέψουν για λίγο και τρία δελφίνια, μάλλον γνωστά στους τακτικούς επισκέπτες γιατί σχολίαζαν ότι το ένα έχει ένα αναγνωρίσιμο σημάδι στο πτερύγιο του.
Η θάλασσα τόσο μπλε που φαινόταν σχεδόν μαύρη, αλλά μέσα της σα να έβλεπες αχτιδωτές ανταύγειες που μου θύμισαν τους βόλους που παίζαμε μικροί.

Κοιτώντας τη θάλασσα για ώρα ξανάρχισα να συμμαζεύω τις σκέψεις μου και πάλι παρατηρητής και παρατηρούμενος.
Α, δεν μπορείς να κάνεις και τα δυο ταυτόχρονα. Το λέει και η αρχή της απροσδιοριστίας νομίζω. Ο παρατηρητής επηρεάζει το παρατηρούμενο. Όμως αυτές οι απανωτές σκέψεις δεν ήταν απλές σκέψεις. Τις ένοιωθα αλλιώς. Δονούσαν και την καρδιά (όχι δεν ήταν αισθηματικού περιεχομένου) και σαν αντίκτυπο για τη γνησιότητα και το βάθος τους άρχισαν να κυλούν δάκρυα στα μάτια μου.
Μα, τι μου συνέβαινε, γιατί αισθανόμουν έτσι, τόσο έντονα; Κι έτσι, σε ένα κλικ αναλαμπής, σκέφτηκα ότι δεν πήγαζε μόνο από μένα κι ότι το νησί πρέπει να έχει ένα ιδιαίτερο ενεργειακό πεδίο που με επηρέαζε. Σαν είχε φορτίσει μια ξεχασμένη μπαταρία μέσα μου.

Α, δεν είμαι καλά… μήπως παρααφέθηκα και παραλογίζομαι; Σα να με έπνιγε όλο αυτό. Ήθελα οπωσδήποτε να το συζητήσω με κάποιον. Να τηλεφωνήσω… "Γεια, τι κάνεις; Φεύγω από τη Σαμοθράκη και αισθάνομαι ένα ιδιαίτερα έντονο ενεργειακό πεδίο"… Μπα, άστο καλύτερα!
Κάθισα σε μια γωνία του καυτού καταστρώματος με ελάχιστη σκιά κι άρχισα να σημειώνω: "Σκέφτομαι άρα μπορώ/έχω τη δυνατότητα να υπάρξω κι όχι 'υπάρχω' όπως λέγεται. Γιατί, τι διαφορά έχει ο μηχανικός, ασυνείδητος τρόπος ζωής μας από την απλή επιβίωση ενός φυτού ή ενός ζώου, χωρίς την ενσυνειδησία της πορείας μας…" ή "Μήπως ο φόβος του θανάτου εμπεριέχει και τον φόβο της απόλυτης μοναξιάς την στιγμή που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα του είναι του -που φροντίζει να αποφεύγει και να ξεχνάει…" κλπ.

Κατέβηκα στο πιο κάτω κατάστρωμα. Ένα ζευγάρι διάβαζε. Ο νεαρός κρατούσε ένα βιβλίο του Ροδάκη: "Καβείρια Μυστήρια". Να το συζητήσω τουλάχιστον με κάποιους που δεν θα 'ταν άσχετοι τουρίστες αξιοθέατων (αν και στη Σαμοθράκη δεν νομίζω να υπάρχουν πολλοί τέτοιοι, είναι διαφορετικός ο κόσμος που επισκέπτεται το νησί και είναι εμφανές).Κάθισα δίπλα τους και πιάσαμε συζήτηση. Όχι, δεν ήμουν βαρεμένη. Πολύς κόσμος αισθάνεται αυτήν την ιδιαίτερη ενέργεια. Το είχαν αισθανθεί κι αυτοί. Η κοπέλα έβγαλε το κινητό της και μου 'δειχνε διάφορες φωτογραφίες που είχε τραβήξει εξηγώντας το κάθε μέρος…

Πλησιάζαμε στην Αλεξανδρούπολη πια. Ένα σμήνος γλάρων ήρθε συνοδεία μας. Κάποιοι έβγαλαν μπισκότα και τους τάιζαν. Τα πετούσαν και τα πουλιά τα έπιαναν στον αέρα ή τα κρατούσαν στο χέρι και οι πιο τολμηροί γλάροι πλησίαζαν και τα άρπαζαν.
Ξέρεις ότι τα πουλιά είναι οι τελευταίοι απόγονοι των δεινοσαύρων, είπα στην κοπέλα…
Ξαφνικά θυμήθηκα ότι είχα κι εγώ κράκερς. Άρχισα να τα σπάζω κομματάκια και να τα πετώ στους γλάρους. Ήταν τόσο ωραίο συναίσθημα. Πρώτη φορά έβλεπα από τόσο κοντά γλάρους να πετάνε. Στα μάτια τους φαινόταν καθαρά το άγριο ένστικτο της επιβίωσης.

Κράτησα στην άκρη των δαχτύλων ένα κράκερ κι ήρθε ο γλάρος και το πήρε από το χέρι μου. Τι ωραία που ήταν! Θυμήθηκα τη χαρά των παιδιών όταν ταΐζουν τις πάπιες. Για δεύτερη φορά παρομοίαζα αυτό που ένοιωθα με τον παιδικό αυθορμητισμό.
Ή μήπως για τρίτη; Κι εκεί στη βάθρα με το βάτραχο που βαλθήκαμε όλοι όσοι ήμασταν εκεί με διάφορες γνώμες γα το τι πρέπει να γίνει για να μετακινηθεί;





Το τραγούδι σαν επίλογος-αφιέρωμα για τις όμορφες συζητήσεις που κάναμε στην επιστροφή μια και το αναφέραμε (κι ας έχει επενδυθεί με εικόνα χάλια αισθητικής)...





Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Παιχνίδια

Πρέπει να τρύπωσαν τη μέρα που "τραβούσα" το χαλάζι που έπεφτε.

Στην αρχή εμφανίστηκαν δειλά πάνω στα κύματα.


Αμέσως, όμως, έτρεξαν να τρυπώσουν τρομαγμένες στο μανίκι μιας περαστικής κοπέλας.


Αλλά, βρήκαν τόσο διασκεδαστική την επαφή με τους ανθρώπους, που αποφάσισαν να παίξουν λίγο μαζί τους.

Έπιασαν αγκαζέ έναν φοιτητή…


Έπαιξαν κυνηγητό με έναν άλλον…


Έγιναν ουράνιος καθοδηγητής για μια ανύποπτη περαστική…


Μετατράπηκαν σε φως καθαρότητας (φωτοστέφανο) ενός παιδιού…


Κι ύστερα, για να δείξουν αντίθεση, ισορροπούσαν ζευγαρωτά πάνω από μοναχικούς περαστικούς…




Μέχρι που ένα χέρι ανακάλυψε τα παιχνίδια τους!


Και τότε, άφησαν τους ανθρώπους και αποφάσισαν να δοκιμάσουν την ακροβασία σε κολώνες…


Να προσποιηθούν την πανσέληνο πάνω από την πόλη…


Μέχρι που βαρέθηκαν κι άρχισαν να στριφογυρίζουν στον ουρανό…


Όλο και πιο ψηλά…


Ώσπου εξαφανίστηκαν σε μια δίνη αχτίδων.


-