Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

La Grande Bellezza

Έχει καιρό που σταμάτησα να γράφω.
Από τη μια διάφορες συγκυρίες που με ισοπέδωσαν κι απ’ την άλλη ένας σκεπτικισμός για τον πραγματικό κινητήριο λόγο και την χρησιμότητα των όσων θα έγραφα, μαζί με μια ανήλεη κριτική.
Έτσι, άφηνα/αφήνω τις διάφορες ιδέες να έρχονται περαστικές από το μυαλό μου και να φεύγουν ανεπεξέργαστες (ούτε καν μια δεύτερη σκέψη επ' αυτών).
.
Από μένα πέρασα και στους άλλους, απορρίπτοντας ποιήματα που δεν είχαν τη λάμψη, τη στίλβη της πραγματικής ουσίας. Λόγια, λόγια, λέξεις, λέξεις, προσπάθειες επί προσπαθειών…Γιατί να ονομάζονται όλα ποίηση;
Ολόκληρα κατεβατά με άσκοπους πλατειασμούς νοημάτων, αχρείαστες λεπτομέρειες με τη μορφή εντυπωσιακών λέξεων... Τόσο κενό που χρήζει προβολής για να τραφούν εκατοντάδες «ποιητικά Εγώ»… Και ξαναρωτάω απέλπιδα: γιατί να ονομάζονται όλα αυτά Ποίηση;
Αυτό νομίζω θα ‘ταν το πρώτο κρατούμενο.

Το δεύτερο κρατούμενο ήρθε από μια ιταλική ταινία:  La Grande Bellezza  (The Great Beauty).
Ένας πολύ φινετσάτος εργένης,  πρώην συγγραφέας, επίκεντρο των κοσμικών κύκλων, ζει σε ένα κενό κοσμικότητας και δήθεν κουλτούρας, εκφυλισμού της τέχνης…
.
 (αν και θα ‘χα πάρα πολλά να πω και για τον χαρακτήρα του έργου και για τον εξαίρετο ηθοποιό που τον ενσαρκώνει και γενικότερα για τα μηνύματα που υπάρχουν μέσα στην ταινία – και για τα εμφανή και για τα άλλα, αυτά που είναι κρυμμένα σε μικρές λεπτομέρειες, δε θα πω τίποτα και θα τα παραλείψω -περισσότερες πληροφορίες και κριτική για την ταινία εδώ, πατήστε σύνδεση για να μπείτε στα ενδότερα της σελίδας)
.
…Κάποια στιγμή, λοιπόν, αυτός ο κοσμικά περιφερόμενος από πάρτι σε πάρτι και από event σε event, συναντάει ένα ζευγάρι και τους ρωτάει πώς θα περάσουν το βράδυ τους. Του απαντούν ότι εκείνη θα τελειώσει το σιδέρωμα, θα πιουν μαζί ένα κρασί και μετά θα πάνε για ύπνο και τότε αυτός αναφωνεί για το πόσο ωραίοι άνθρωποι είναι.

Το τρίτο κρατούμενο ήρθε από μια χθεσινή φευγαλέα συζήτηση για τη ματαιότητα, το τι είναι ζωή και τι αξίζει σ' αυτήν… (με αναπόφευκτη αναφορά στην παλιά ταινία του 1987,  Wim Wenders: Wings of Desire, όπου ο Άγγελος συνεχώς απαριθμεί με λαχτάρα τα απλά πράγματα που απαρτίζουν ό,τι λέγεται ζωή...)

Κάπως έτσι θα έγινε το άθροισμα των εντυπώσεων που δούλευαν μέσα στο μυαλό μου και εμφανώς και υπόγεια.

Έτσι, σήμερα που ξύπνησα μου ‘ρθε στο μυαλό το χθεσινό μου όνειρο. 
Πολύ ζωντανό. Έφερνα στη μνήμη μου τα όσα είδα και προσπαθούσα να καταλάβω τα γιατί, τι και πώς…
Κι ενώ επικέντρωνα τη σκέψη μου στα βασικά πρόσωπα και στοιχεία του ονείρου και προβληματιζόμουνα, θυμήθηκα ότι μέσα σε όλη του την ιδιάζουσα πλοκή, κάποια στιγμή διάβαζα ένα βιβλίο και ανάμεσα στα κείμενά του, στο πάνω μέρος της αριστερής σελίδας, υπήρχε ένα ποίημα. Καθώς το διάβαζα μου φάνηκε αριστούργημα και μέσα στον όνειρο, τάχα, μου ήρθαν μνήμες ότι ήταν πασίγνωστο σαν ποίημα με κριτικές καταξιωμένων ανθρώπων που το εξυμνούσαν και μιλούσαν γι αυτό ως 'ύμνο στην απλότητα' και την ομορφιά, εξαίρετη έμπνευση και απόδοση και διάφορα τέτοια.

Κι ενώ ήταν τόσο ζωντανό όλο το όνειρο και όταν ξύπνησα θυμόμουνα κατά γράμμα και το ποίημα και πολλές άλλες λεπτομέρειες, με το να ασχοληθώ με την, κατ’ εμέ, σημαντικότερη πλοκή του ονείρου τα τι και τα πώς του και τις σκέψεις επί σκέψεων, όταν το θυμήθηκα σαν δευτερεύον στοιχείο του ονείρου και πήγα να το καταγράψω, είχα ξεχάσει πώς το διάβασα επακριβώς. 
Θυμάμαι ότι είχε περισσότερες λέξεις κι ότι ήταν μεγαλύτερο (δεν έμοιαζε με χαϊκού, όπως το καταγράφω), αλλά πάει πια...

Υποτίθεται πως κάτω από το ποίημα το όνομα του ποιητή ήταν Μπόρχες, αλλά καθώς χθες όλη μέρα κουβαλούσα ένα μικρό βιβλίο του Μπρετόν στην τσάντα μου και μια και ανέκαθεν μπέρδευα αυτούς τους δύο, νομίζω πως είδα ότι ολόκληρο το όνομα του ποιητή ήταν Αντρέ Μπόρχες… οπότε το αφήνω ασχολίαστο.

Όπως και να ‘χει, ακόμη κι αν δεν υπάρχει πουθενά καταγεγραμμένο και δεν είναι κανενός γνωστού ή αγνώστου ποιητή, δεν το θεωρώ ούτε καν δικό μου, ακόμη κι αν δημιουργήθηκε από υπόγειες διαδρομές συνειρμών και υποσυνείδητες επεξεργασίες των νοητικών δεδομένων που προανέφερα ή και άλλων δεδομένων που ούτε καν φαντάζομαι.

Κι όσο περνάει η ημέρα και το σκέφτομαι, συνεχίζει να μου μοιάζει, όλο και περισσότερο λιτό μα μεστότατο και αριστουργηματικό. Κυριολεκτικά ύμνος στην απλότητα!


Ήταν κάπως έτσι:

‘’Η Κυρά μου βγήκε
κι εκάθησε στην πεζούλα.
Ω, τι όμορφο δειλινό!’’


[Κρατώ μια μικρή αμφιβολία, μήπως ο τελευταίος στίχος θα 'πρεπε να καταγραφεί ως:
"Ω, τι όμορφο που έγινε το δειλινό!".
Βρίσκομαι σε δίλημμα αν εννοείται ήδη και είναι περιττή η επεξήγηση ή αν δεν είναι και τόσο εμφανές και πρέπει να γίνει η αλλαγή, επειδή αυτήν την εντύπωση αποτύπωνε το ποίημα στο όνειρό μου...]


(μήπως το ότι δεν γράφω πια, μου τη φέρνει πισώπλατα στα όνειρα;)




.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι


Ακόμη ένα DVD για να περάσει πιο ευχάριστα η ώρα του σιδερώματος. Μη διαβάζοντας την περίληψη ούτε που ήξερα τι θα έβλεπα. Η πρώτη σκηνή με την υπηρέτρια μου θύμισε πίνακα του Βερμέερ. Το υπόλοιπο έργο ήταν μια ευχάριστη έκπληξη γιατί αναφερόταν σε αυτόν και τα έργα του.

Λόγω του ότι δεν σώθηκαν και πολλά στοιχεία για τη ζωή του ζωγράφου, η συγγραφέας Τρέισι Σεβαλιέ, μελετώντας αυτόν τον πίνακα, εμπνεύστηκε να δημιουργήσει τις δικές της λογοτεχνικές απαντήσεις πάνω στα ερωτήματα που δημιουργεί.
Ή όπως διαβάζουμε στο διαφημιστικό του βιβλίου:
"Η συγγραφέας εμπνεύστηκε από το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι σ' έναν από τους πιο αισθαντικούς και μυστηριώδεις πίνακες του Βερμέερ κι έγραψε ένα μυθιστόρημα με λεπτότατο ερωτισμό για το τέλος της αθωότητας και το τίμημα της μεγαλοφυΐας."

Όσο για την ταινία:
"Στηριζόμενος στη νουβέλα της Tracy Chevalier, ο σκηνοθέτης Peter Webber, επιχειρεί να ρίξει φως στη μυστηριώδη ζωή και το εξίσου αινιγματικό έργο του Δανού ζωγράφου του 17ου αιώνα, Johannes Vermeer. Σκιαγραφεί το χώρο και το χρόνο μέσα στον οποίο γεννήθηκαν και ανέπνευσαν τα σπουδαιότερα από τα έργα του και προσφέρει την δική του εναλλακτική ενός κόσμου ελάχιστα γνώριμου. Έχοντας στη διάθεσή του μετρημένα στοιχεία για τα μοντέλα των πινάκων του, την καθημερινότητα ή τις εμπνεύσεις του - αφού ως και σήμερα η ζωή του Vermeer κρύβει πολλά μυστικά - παρακολουθεί ένα φανταστικό (;) ειδύλλιο, ρίχνοντας πολύτιμο φως σε πολλά ερωτήματα.
Ποιο είναι το κορίτσι με τα τεράστια μάτια, που αναπαριστάται στον διασημότερο πίνακά του; Είναι ο ερωτισμός ή η αμηχανία που κρύβονται πίσω από το χαμόγελό της; Πώς βρέθηκε στο αυτί της το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι, που τόσο όμορφα σκορπά στο σκοτεινό δωμάτιο το φως κάποιας μακρινής λάμψης; Σε αυτά τα ερωτήματα αποκρίνεται ο Webber, κατευθύνοντας τις κινήσεις της βραδυφλεγούς Scarlet Johanson και του οικεία σκοτεινού Colin Firth, μέσα στο κάδρο αυτού του μελαγχολικού πίνακα. Υπέροχη φωτογραφία, βλέμματα και αγγίγματα με κομμένες ανάσες και μία ταινία τόσο αθόρυβη όσο ο πιο άγριος έρωτας."



Η συγγραφέας πήρε υλικό για τη νουβέλα και από άλλους πίνακες του ζωγράφου και το ίδιο έκανε και ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας. Δεν διάβασα το βιβλίο για να ξέρω κατά πόσο βοήθησε το σκηνοθέτη, αλλά στην ταινία πολλές σκηνές είναι σα ζωντανοί κινούμενοι πίνακες εκείνης της εποχής.
Σε κάποια σκηνή μάλιστα, οι σκιές και ο τρόπος που πέφτει το φως στους καπνισμένους τοίχους, μου 'φεραν στο μυαλό πίνακες του Γύζη και του Λύτρα.

Στην υπόθεση που έπλασε η συγγραφέας, ένας τεχνίτης της εποχής που φτιάχνει πλακάκια παθαίνει κάποιο ατύχημα στα χέρια του και δεν μπορεί να δουλέψει πια. Κάποια από τα γαλαζόμορφα πλακάκια που έχει φτιάξει, έχουν τοποθετηθεί σαν σοβατεπί στο δωμάτιο που χρησιμοποιεί για στούντιο ο ζωγράφος. Το πώς και τι δε μας δίνεται στο έργο, αλλά ο τεχνίτης στέλνει την κόρη του σαν υπηρέτρια στο σπίτι του ζωγράφου.


Παρατηρώντας τους πίνακες του Βερμέερ, όπως στους: Γυναίκα που στέκεται μπροστά σε βιργινάλι (όπου υπάρχουν πλακάκια με ερωτιδείς), Γυναίκα που γράφει γράμμα και η υπηρέτριά της, Ο Γεωγράφος, Η γαλατού κλπ, πρόσεξα σχεδόν τα ίδια πλακάκια που υπάρχουν και στην ταινία και που προφανώς ενέπνευσαν και τη συγγραφέα να δημιουργήσει την αρχή της υπόθεσής της.
Σ' αυτούς τους πίνακες επίσης, όπως και σε πολλούς άλλους, επαναλαμβάνεται το ίδιο δωμάτιο (στούντιο του ζωγράφου) με τα ιδιαίτερα παράθυρά του, που βρίσκονται πάντα στα αριστερά όπως και στην πιστή αναπαράσταση της ταινίας.

Ο Βερμέερ έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να αποδίδει το φως και τις σκιές. Αναπαράγει την επίδραση του απαλού φωτισμού με μορφές που δεν είναι οριοθετημένες από ακριβείς γραμμές, αλλά από αδιόρατα περιγράμματα που τονίζουν τη φωτεινότητά τους.
Έτσι, η συγγραφέας αρπάζει αυτήν την ευκαιρία για να προσδώσει ιδιαίτερη ευαισθησία στον χαρακτήρα της υπηρέτριας που όταν την αφήνουν να καθαρίσει το δωμάτιο-στούντιο, αυτή αγωνιά για το αν πρέπει ή όχι να καθαρίσει και τα σκονισμένα παράθυρα μην τυχόν και χαλάσει τον θολό φωτισμό που παρατηρεί και θαυμάζει (αν και αμόρφωτη) στα έργα του ζωγράφου.


Η απεικόνιση του λουτρού ως έμβλημα στην τέχνη, συμβολίζει την αγνότητα και την αθωότητα. Ο πειραματισμός του Βερμέερ σε έναν πίνακά του με αυτό το θέμα (Γυναίκα με κανάτα του νερού), δίνει και πάλι έμπνευση στη συγγραφέα να βάλει στη θέση του μοντέλου την αγνή προσωπικότητα της συγκεκριμένης υπηρέτριας. Και επειδή εικάζεται ότι ο Βερμέερ είχε σκοπό να τοποθετήσει μια καρέκλα στον πίνακα αυτόν αλλά τελικά την αφαίρεσε, η συγγραφέας δίνει αυτήν την πρωτοβουλία στην ευαίσθητη διαίσθηση της (υποτιμούμενης από τους άλλους) υπηρέτριας, που τη μετακινεί για να δείξει στο ζωγράφο ότι εμπόδιζε το φως να φτάσει απ' ευθείας στη μορφή.





Η άλλη υπηρέτρια που υπάρχει στο σπίτι είναι πανομοιότυπη με την ευτραφή Γαλατού, πάλι από πίνακα του ζωγράφου.


Επίσης στο έργο αναφέρεται και κάποιος μαικήνας που αγόραζε πολλούς πίνακες του Βερμέερ και ήταν ο βασικός του χρηματοδότης ως προς τα του ζειν και που τάχα απεικονίζεται σε έναν άλλον πίνακα του ζωγράφου (Γυναίκα και δύο άντρες) για τον οποίον υπάρχει στο έργο μια αισθαντική περιγραφή της κοπέλας (υποθετικά: μιας άλλης υπηρέτριας) με το κόκκινο φόρεμα.


Και πάλι η συγγραφέας βασίστηκε γι αυτό στη βιογραφία του ζωγράφου.
Υπάρχει συμβολαιογραφική πράξη όπου κάποιος Pieter van Riujven, πλούσιος ιδιοκτήτης και συλλέκτης, δανείζει στον Βερμέερ ένα μικρό ποσό. Το ποσό εικάζεται ότι ήταν προκαταβολή για κάποιον πίνακα.
Η συγγραφέας προεκτείνει την προκαταβολή αυτή για έναν πίνακα με μοντέλο την υπηρέτρια που παρήγγειλε ο μαικήνας (την είχε βάλει στο μάτι) και που καταλήγει τελικά να γίνει: Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι. Στην κατοχή του κληρονόμου του Pieter van Riujven βρέθηκαν 20 έργα του Βερμέερ που σημαίνει ότι όντως υπήρχε στενή σχέση παραγγελιών και αγοράς πινάκων μεταξύ των δυο τους.

Δεν ξέρω για το βιβλίο, αλλά σ' αυτήν την ταινία με κέρδισε περισσότερο η εικόνα παρά το σενάριο, το οποίο βρήκα μεν ευρηματικό όσον αφορά τα πραγματικά στοιχεία που σχετίζονται με το ζωγράφο, αλλά κάπως χλιαρό για να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του θεατή.