Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Από 'να τίποτα


Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα

- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.

(Ο. Ελύτης)

 (Οι φωτογραφίες είναι από το κινητό μου)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ανώτερη Συνειδητότητα

Μια απλοποιοημένη εξήγηση:


Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Από σε!



Τα όνειρά μου, μού μιλάνε.
Δυστυχώς δεν ξέρω πώς να τα ακούσω ούτε πώς να τους απαντήσω.

Τα όνειρά μου δεν ξέρουν από συντακτικό.
Όπως το μεγάλο ποίημα που διάβαζα και θαύμαζα για τα νοήματα και τις λέξεις του, όμως σαν κατάλαβα πως είναι στο όνειρό μου, άρα δεν είναι κανενός άλλου παρά δικό μου, εκείνο έτρεξε αστραπιαία να εξαφανιστεί αφήνοντας τη φευγαλέα ανάμνηση μόνο ενός στίχου του:
"Αγάπη τυλιγμένη από χαρτί".

Γιατί 'από' καλό μου όνειρο; Ο κόσμος λέει 'σε' άμα θέλει να τυλίξει την αγάπη κάπου.
Κι άμα δε θέλει, βγάζει το 'τυλιγμένη' και της δίνει υφή.
Όμως τι να πεις; 'Ονειρική αδεία' σου λέει.






- Και μετά, να σου πω εσένα... γιατί ό,τι βλέπεις στο όνειρό σου πρέπει να είναι και δικό σου;
Αποκλείεται να το ψάρεψες από κάπου αλλού; Απλώς θα είσαι η πρώτη που θα το κοινοποιήσεις.

- Α, ώστε γι' αυτό τρέχουνε να μου κρυφτούνε;

- Όχι! Τρέχουνε γιατί είναι πολύ εύθραστα και το συνειδητό σου με όλα αυτά που κουβαλάει, είναι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο όταν τα συναντά.

- Και τότε το συνειδητό ονείρεμα τι είναι;

- Μα, πώς τα καταφέρνεις και τα μπλέκεις έτσι...

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Περικοκλαδοκαλλιγραφήματα


Κι ήρθε το Όνειρο από έναν μακρινό Galaxy μπροστά από το παράθυρό μου (μπορεί κι από αυτόν με τους ολοκαίνουργιους εφτά πλανήτες).

Πρώτα άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου για να το δω καλύτερα κι ύστερα το παράθυρό μου (win.7 παρακαλώ!).
Κι εκείνο, μου ψιθύρισε τρεις λέξεις σε άπταιστα ελληνικά (που νομίζω ότι μάλλον στα αγγλικά μεταφράζονται κάπως διαφορετικά):

- Έλα Καλό ΜΟΥ!

Και μετά, νομίζω ότι μόνο μέσα στο μυαλό μου έγινε ολόκληρη συζήτηση, γιατί το Όνειρο πέρα από αυτές τις τρεις λέξεις "Έλα Καλό ΜΟΥ!" που επαναλάμβανε σε γνήσια Παπαγαλικά, σας δίνω τον λόγο μου, δε μου 'πε άλλες.


Η συζήτησή μας ήταν κάπως έτσι:

- Καλέ Όνειρο, τι όμορφα που γράφεις το λου σαν περικοκλάδα!
- Α, αυτό δεν είναι τίποτα, πού να δεις και τις καλλλές μου λλλέξεις!
- Καλέ Όνειρο, ούτε από τη Θεσσαλλλονίκη νάσανε με τέτοιο ωραίο λου και σιγά μην οι καλλλές σου λέξεις είναι πιο περικοκλαδιαστές κι από γιασεμί στον κήπο σου!
- Χιχιχι, ποτέ δεν ξέρεις... χαχάνισε ευωδιαστά εκείνο, αφήνοντας ένα άρωμα μυστηρίου να περικοκλαδοπλέκεται ακόμα πιο πολύ τριγύρω.
- Καλέ Όνειρο και τι μεγάλο που είναι αυτό το ΜΟΥ!
- Είναι γιατί είμαι ΣΟΥ!
- Αυτό δεν το πολυκατάλαβα, αλλά... να σε πω... με αποκάλεσες: 'Καλό';
- Άμα δε σε έβλεπα έτσι δε θα ΄ρχόμουν, είπε το Όνειρο και με κοίταζε 'καλά-καλά'.
- Καλέ Όνειρο, αχ, τι καλλιγραφιστικά που ξέρεις να μιλάς!
- Έχω κι εγώ μια πείρα στην καλλιγραφιστική όσο να πεις, αλλά είσαι κι εσύ που ξέρεις πώς να διαβάζεις τα λόγια που σου λέω.
- Είναι μάλλον που κάναμε καλλιγραφία τότε μικρά στο σχολείο και πάντα έπαιρνα άριστα με τόνο στα Όνειρα.
- Είχατε μάθημα Ονειρικής;
- Όχι επίσημα. Μόνο όταν ξεχνιόμουν και σκαρφάλωνα στα σύννεφα έξω από το παράθυρο την ώρα της διδασκαλίας.
- Α, μάλιστα! Γι αυτό...
- Τι 'γι αυτό' καλό μου Όνειρο;
- Άντε έλα Καλό ΜΟΥ και θα στα ξηγήσω όλα στη διαδρομή.
- Μμμμ... Να το σκεφτώ λίγο πρώτα, με τρομάζουν οι διαδρομές με άγνωρα Όνειρα και του γύρισα την πλάτη.
- Α, μη μου παγώνεις, δεν το αντέχω.
- Καλά, μη μου στεναχωριέσαι μόνο,γιατί κι εγώ δεν το αντέχω κοτζάμ Όνειρο να σκοτεινιάζει τα ματάκια του. Δε θα σου ξαναπαγώσω ποτέ. Στο υπόσχομαι!
- Ε, τότε, έλα Καλό ΜΟΥ αφού!


Κι ύστερα σα να ξύπνησα κι ήταν όλα τόσο μπερδεμένα κι ούτε καταλάβαινα τι έγινε και πώς έγινε και πότε έγινε.
Πότε ακολούθησα τελικά το Όνειρο; Ούτε που θυμάμαι. Κι ήταν σα να ήταν το Όνειρο μέσα σε μένα κι εγώ μέσα στο Όνειρο ή ήταν το Όνειρο εγώ κι εγώ το Όνειρο... ή είμασταν μαζι ενωμένοι εγώ και το Όνειρο αλλά είμαστε χωριστά αλλού το Όνειρο κι αλλού εγώ; Και πού με πήγαινε; Ή εγώ το πήγαινα; Ή πηγαίναμε; Προς τα πού όμως;

Κάτι ασυναρτησίες περικοκλαδιασμένες γύρω από καλλιγραφήματα του νου.
Άντε βγάλε άκρη με αυτά τα μακρινά Όνειρα που σου μιλούν μεν αλλά βλέπεις χαρτί και καλαμάρι τις λέξεις τους και ενώ δεν είναι δίπλα σου είναι τόσο πολύ κοντά σου και πήραν σβάρνα τ' ουρανού τις γωνιές και σε σεριανίζουν και καμιά φορά τρακάρουν και στα απρόσεχτα σύννεφα και... και...



"Ας πρόσεχες! Και αφού δεν πρόσεξες... καλά να πάθεις τώρα!!" πετάχτηκε από κάπου ένα σχόλιο.
"Όχι εσύ ας πρόσεχες!!! Κι αφού δεν πρόσεξες... καλά να πάθεις μετά!!!" ανταπάντησα.

Σιγά μην αφήνουμε τώρα και τα αδέσποτα σχόλια να μας κάνουν μπούλλλινγκ!


 Pictures by Le-Regard-des-Elfes



Βροχή


Τέτοια ώρα θα πρεπε να κοιμάμαι κανονικά για να μπορέσω να τα βγάλω πέρα με το φορτωμένο πρόγραμμα των ημερών που έρχονται.
Να, όμως που δεν μπορώ.


Κάτι με έχει πιάσει και σκέφτομαι μια παράξενη Κόκκινη Βροχή.

Που πέφτει απαλά και μουλιάζει το σώμα σου χωρίς καν να καταλάβεις ότι βρέχεσαι.
Που μπαίνει σιωπηλά στους πόρους σου φτάνοντας στα πιο κρυφά σου σημεία.
Πού ανακατεύεται και κυκλοφορεί μέσα σου τόσο απαραίτητα όσο και το αίμα σου.

Κι είναι τόσο μυστικιστικά οικείο και όμορφο αυτό που σου συμβαίνει.
Κι αισθάνεσαι χαζά που στην αρχή σκεφτόσουν να κρατήσεις αλεξίβροχο για να προφυλαχθείς τάχα.
Πού να 'ξερες ότι καμιά ομπρέλα δεν καταφέρνει να αντισταθεί σε τέτοιου είδους βροχή!


Και κοίτα να δεις, έχουν αναφερθεί κι άλλοι στην κόκκινη βροχή με τον δικό τους τρόπο.



Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Εικονοποίηση


To 'χω πάρει πια απόφαση και το βλέπω να επιβεβαιώνεται συνέχεια:
Άλλο τα γραφόμενα, άλλο ο γράφων.

Δικτυώνεσαι ονλαιν με άτομα που ξέρεις χρόνια και δεν πιστεύεις στα μάτια σου για όσα βλέπεις να προβάλουν ως εικόνα τους.
Ή γνωρίζεσαι από κοντά με άτομα που τα ήξερες μόνο από τα γραφόμενα και δεν ξαναπιστεύεις στα μάτια σου.
Το πραγματικό είναι και το φαίνεσθαι σε αντιπαράθεση.


Και μιλάω για τον πιο απλό μπλόγκερ ή χρήστη του Φ/Β μέχρι συγγραφείς και ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης.

Γιατί, πολλές φορές το μεγαλείο που αναδύεται από τα γραφόμενα, δεν είναι το μεγαλείο του πραγματικού ανθρώπου, αλλά το μεγαλείο από τους πόθους και τα όνειρά του για το τι θα μπορούσε να είναι κάποιος. Ένας άλλος εαυτός, μη κατακτημένος, ονειρικός, ίσως άπιαστος ή ουτοπικός που όμως, κατά καιρούς, μας δίνει διαμάντια γραφής και έμπνευσης.


Και θα μου πείτε, μα πώς μπορείς να εκδηλώνεις κάτι που δεν είσαι.
Και θα απαντήσω: "Δεν είσαι ακόμα". Εκδηλώνεις κάτι μακρινό που θα μπορούσες να φτάσεις ίσως με πολύ κόπο και στην πραγματικότητα.
Γιατί αυτό που εκδηλώνεται δεν είναι παρά ένα άλμα φαντασίας και επιθυμίας που δεν χρειάζεται να έχει απαραίτητα σχέση και με την πραγματικότητα ή την πραγματική προσωπικότητα των συγγραφέων στο τώρα.

Σπάνια να συναντήσεις ανθρώπους με συνέπεια ύπαρξης και φαίνεσθαι κι ακόμα πιο σπάνιο ανθρώπους καλύτερους από το φαίνεσθαι.




[Μη με ρωτήσετε, σε ποια κατηγορία ανήκω.
Αυτό μόνο τα άτομα που με γνωρίζουν από κοντά μπορούν να το κρίνουν.
Κι όταν λέω 'γνωρίζουν' το εννοώ, γιατί τις προάλλες έφτασε πάλι στα αυτιά μου μια ανυπόστατη φήμη από κουτσομπολιά ανθρώπων με τη λογική της Κατίνας.
Κάποιος ξέρει καλύτερα από μένα τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις, τόσο σίγουρος που τις διαδίδει κιόλας σε κοινούς γνωστούς μας!
Έχω ακούσει όμως αδιανόητα σημεία και τέρατα στο παρελθόν κι αυτό προστέθηκε πάνω τους ως ακόμη ένα γελοίο των ανθρώπων που κρίνουν με φήμες χωρίς να έχουν ιδια γνώση.]










Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Απαγωγή


Κι έρχεται ένα σύννεφο και σε παίρνει, ή καλύτερα το μητρικό σκάφος που μαζεύει όλα τα αδέσποτα Α.Τ.Π.Υ.  και τα βάζει στα ειδικά ξεχωριστά γυάλινα κλουβάκια τους.

Κι αυτό το συννεφένιο σκάφος, μυρίζει τη μονοτονία της καθημερινότητας κι έχει την άνοστη γεύση των ημερών που νεκρώνουν τα πάντα μέσα σου.
Και σταματάς να σκέφτεσαι και να υπάρχεις πραγματικά και πέφτεις σε χειμερία υπαρξιακή νάρκη.
Δεν ζεις. Επιβιώνεις. Σταματάς να πετάς, να ονειρεύεσαι, να δημιουργείς...
Το λεπτοφυές αέρινο μέσα σου εξαφανίζεται και δίνει τη θέση του στο χονδροειδές αναισθητοποιημένο σε μιαν ακραία υποκειμενικότητα.

Κι ούτε θες να επικοινωνείς, παρά μόνο όσο είναι απαραίτητο για τα αναγκαία της επιβίωσης.
Κλείνεις απ' έξω τους πάντες, γνωστούς, φίλους, συγγενείς, για λίγο ή για πολύ περισσότερο καιρό.
Παραλείπεις γιορτές και σημαντικά τους γεγονότα, ευχές για χρόνια πολλά ή καλή χρονιά...
Κι όποιος καταφέρνει να αντέξει, παραμένει σ' αυτην την περίεργη σχέση και συναναστροφή μαζί σου, όσο αραιά και σπάνια κι αν είναι, αλλά πάντα εγκάρδια σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα.

Έτσι χάνεις τους περισσότερους γύρω σου. Όμως αυτοί που καταλαβαίνουν και δεν παρεξηγούνται και μένουν, είναι αυτοί που ενδιαφέρονται και σε νοιάζονται πραγματικά.

Αυτά, αν ρωτάτε πού χάθηκα.
Όπου να 'ναι ετοιμάζεται και ο διάδρομος για την προσγείωση της επιστροφής.


Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ιδιωτική Οδός


Πάει πολύς καιρός που κατα-νόησα ότι 'η μοναξιά είναι εγωισμός,
αλλά η μοναχικότητα επιλογή', η κρυφή ιδιωτική οδός του καθενός.


Μερικά αποσπάσματα από ένα διαμάντι του Οδυσσέα Ελύτη που δεν ανήκει στην ετικέτα της ποίησης (αν και προσωπικά το βρίσκω άκρως ποιητικό)



Οδυσσέας Ελύτης - Ιδιωτική Οδός, 1990




      Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων — αλίμονο. Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.









Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Α.Τ.Π.Υ.





[.....................κ.λπ. προηγούμενα....................] 

Πρόσωπο Συνομωσίας Α': Παρ'το και ρίξτο στον πρωινό καφέ της, οπωσδήποτε!
Πρόσωπο Συνομωσίας Β': Δεν πίνει το πρωί καφέ...
Πρόσωπο Συνομωσίας Α': Τι είπες;
Πρόσωπο Συνομωσίας Β': Δεν πίνει καφέ το πρωί!
Πρόσωπο Συνομωσίας Α': Απίστευτο! Μιλάμε για ανθρώπινο ον, ε;
Πρόσωπο Συνομωσίας Β': Δεν ξέρω, υποθέτω πως ναι...

[......................κ.λπ. επόμενα.....................] 




[*Α.Τ.Π.Υ.: Αγνώστου Ταυτότητας Πορευόμενο Υποκείμενο]
  
 IMAGES: MARVEL COMICS  





Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Αντέχουμε


Κι ήρθε ο χειμώνας και τα κρύα, και οι σπόροι από τα 'διακοσμητικά' λαχανικά μου που είχαν αργήσει να φυτρώσουν κι οι καρποί τους ήταν ακόμα άγουροι ή άνθη, έπρεπε να μαντρωθούν σαν προβατάκια για να μην παγώσουν. Η τεράστια πιπεριά με τις κόκκινες περίεργες πιπερίτσες σαν σκουλαρίκια, μαζί με κάτι άλλα μικρότερα σε γλάστρες, μαζεύτηκαν σε μια ηλιόλουστη γωνιά κάτω από νάιλον.

Όμως η ντοματιά, αυτή που γεννήθηκε μέσα στην τεράστια ζαρντινιέρα, που βρήκε χώρο κι απλώθηκε όσο καμία άλλη, που ήρθε και θέριεψε κι έβγαλε κλαδιά και παρακλάδια κι έγινε σχεδόν θάμνος, δεν γινόταν να μαντρωθεί.
Κι ας ήταν γεμάτη άνθη ακόμη, χωρίς ούτε έναν καρπό, από αυτά τα χαριτωμένα μικροσκοπικά στρογγυλά ντοματάκια 2-3 εκατοστών που βγάζει.
Και την άφησα, έρμαιο στον χιονιά που έπιασε πριν μερικές μέρες κι ό,τι απογίνει.
Το πολύ-πολύ, να μην έχω σπόρο για την επόμενη χρονιά σκέφτηκα. Είχα βρει ένα τόσο δα μικρό τοματάκι στο δρόμο, μερικά χρόνια πριν και το μάζεψα και το φύτεψα κι από τότε μάζευα για τις επόμενες χρονιές.



Σήμερα, με τον δυνατό ήλιο και τη ζεστή μέρα, βγήκα να περιποιηθώ τα φυτά μου.
Αφού τα πότισα, μαζί με την ντοματιά, πήγα και κάθισα δίπλα της να εξετάσω τι απέγινε. Ακόμα είναι γεμάτη άνθη κι εκτός από ένα-δυο κλαδιά που κιτρίνισαν δεν φαίνεται να έπαθε κάτι από τους μείον βαθμούς που την χτύπησαν στην άκρη του μπαλκονιού όπως είναι εκτεθειμένη.

Ντράπηκα λίγο στην αρχή, αλλά μετά χάιδεψα τα φύλλα της κι άρχισα να της μιλώ και να την προτρέπω να αντέξει στον καιρό που έρχεται, με παρηγορητικά λόγια αγάπης και συγκινήθηκα λες και μιλούσα σε άνθρωπο.
Και μετά παρατήρησα, ότι είχαν ήδη καρπίσει μερικά πράσινα τοματάκια που ήταν κρυμμένα από τα φύλλα της και δεν φαινόταν. Έκοψα μερικές από τις πολλές κορφές της για να βοηθήσω τους καρπούς κι έφυγα με ελπίδες.



Δεν ξέρω τι θα απογίνει, αλλά αν συνεχίσει έτσι ο καιρός, νομίζω θα αντέξει. Τουλάχιστον μέχρι να θρέψει ώριμο καρπό να έχω σπόρο.

Αν χιονίσει θα χαιρόμαστε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αν όχι, θα χαιρόμαστε την ντοματιά, που δε θα την αφήσω έτσι στην επόμενη κακοκαιρία. Όλο και με κάποιο νάιλον θα την περιμαζέψω κι αυτήν, να τη βοηθήσω μια και προσπαθεί τόσο πολύ να επιζήσει και να εκπληρώσει τον σκοπό της.

Άλλη φορά θα βγάλω φωτογραφίες από την πανέμορφη πιπεριά σε όλο της το μεγαλείο με τους κρεμαστούς κατακόκκινους καρπούς της κι από την ντοματιά.


Υ.Γ.
Όσο εγραφα την ανάρτηση, άκουγα αυτήν την μελωδική μουσική.







Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Σόλων-Σόλων!




Πέρασε πολύς καιρός για να ξεπεράσω σταδιακά τις κρίσεις πανικού ασφυξίας, από τότε που έκλεισε η αναπνοή μου σε μια μικρή σκηνή, νύχτα στο βουνό κι εκδηλώθηκε ο πρώτος πανικός μου.

Όμως, καμιά φορά, σε βασανισμένο ύπνο τα βράδια μου, φέρνω στο νου μου σκηνές από ταινίες ή φαντάζομαι παρόμοια γεγονότα. Και μέσα στην ησυχία της νύχτας και στο άπλωμα της φαντασίας, όλα γιγαντώνονται, παίρνουν πραγματικές διαστάσεις και με τρομάζουν σα να τα βιώνω εκείνη τη στιγμή.

Δημιουργώ στην φαντασία μου, τις τελευταίες στιγμές κάποιου που βυθίζεται στο νερό και προσπαθεί να αναπνεύσει κι αντί για αέρα γεμίζει το στόμα του και η μύτη του και τα πνευμόνια του νερό και φέρνω τον εαυτό μου στη θέση του, σε μια πρόβα τέτοιου θανάτου.
Τις τελευταίες στιγμές κάποιου που τον κλείνουν σε έναν στενό χώρο χωρίς αέρα, ίσως και χωρίς φως... και τέτοια ωραία διάφορα μακάβρια.

Σήμερα έκανα αναπαράσταση στο μυαλό μου, πώς είναι οι τελευταίες στιγμές κάποιου που πέφτει σε κινούμενη άμμο και μπήκα στη θέση του...
Δε θέλετε να ξέρετε τη φρίκη.

Και μετά σκέφτηκα, ότι μια από τις ευχές μου που θα θελα να πραγματοποιηθεί, θα 'ναι να χω έναν ήρεμο θάνατο.

Όταν σκεφτείς πόσοι υποφέρουν τις τελευταίες τους στιγμές σε δυστυχήματα, σε αρρώστειες, σε καταστροφές, σε πυρκαγιές κ.λπ., δεν είναι καθόλου δεδομένη μια τέτοια ευχή.

Και μετά ξανασκέφτηκα, γιατί όπως ευχόμαστε σε κάποιον, χρόνια πολλά, υγεία και άλλες ευχές για τη ζωή του, να θεωρείται ανάθεμα να του ευχηθούμε να 'χει κι έναν μακάριο ή γενναίο θάνατο, όποτε κι αν έρθει αυτός;
Φοβόμαστε μέχρι και το όνομά του να αναφέρουμε, με μια υπόκρυφη προκατάληψη, μήπως έτσι τον προ-καλέσουμε ή του θυμήσουμε την παρουσία μας.

Στο εξωτερικό γιορτάζεται το Χάλογουίν στην Βόρεια Αμερική, η Μέρα των Νεκρών στις Λατινικές χώρες κι εμείς έχουμε την Κυριακή της Ανάστασης, τα ψυχοσάββατα, για να θυμόμαστε κάπου-κάπου και το επέκεινα. Τις υπόλοιπες μέρες, ούτε να το αναφέρουμε. Φτύνουμε τρις τον κόρφο μας στο άκουσμά του.

Όμως, όλα είναι θέμα συνήθειας και εξοικείωσης, γιατί αντί να το αποφεύγουμε, θα μπορούσαμε να φέρνουμε πιο συχνά στην επιφάνεια τον υποσυνείδητο φόβο του θανάτου και να τον πολεμούμε πιο συνειδητά.

Ο Λιαντίνης, στον λόγο του "Ἡ φιλοσοφική θεώρηση του θανάτου", μιλάει για τον εγωισμό της ορμής προς διατήρηση και διαιώνιση του είδους. Ότι αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτούλη μας που δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε αποκομμένο από τη φύση και μιλάει για το φάρμακο, την ίαση του φόβου που είναι η δια βίου φιλοσοφική δίαιτα.



All Oil Paintings by Artist Vladimir Kush









Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Μπρρρ...

















Αυτό το: "Ο βοριάς που τα αρνάκια παγώνι" ποτέ δεν το κατάλαβα.

Ίσως να φταίει που από μικρή δεν ήμουν καλή στη ζωολογία και δεν ήξερα τις σχέσεις και τις αλλλεπιδράσεις των ζώων και των πτηνών.




Να΄χαν καμιά κουμπαριά τα αρνάκια με το παγώνι;
Να 'ταν κολλητό με το σκυλί που τα φυλάει;
Να 'χαν τον ίδιο εχθρό τον λύκο;
Να πάγωναν όλα στον ίδιο βαθμό παγερότητας του βοριά;
Να 'ταν αττική σύνταξη; (ούτε στη γραμματική ήμουν καλή όπως φαίνεται)
Να βαλαν το περήφανο παγώνι δίπλα στα ταπεινά αρνάκια για να δείξουν ότι ο βοριάς δεν κάνει διακρίσεις στην παγωμάρα του;
Να ΄ναι το παγώνι σαν το γνωστό αναψυκτικό που πάει με όλα;
Να μπήκε εκεί μόνο για να μας μπερδέψει;
Να 'ταν περαστικό μόνο αλλά να ΄μεινε για πάντα;



Τι να πρωτοσκεφτεί κανείς!
Ό,τι και να πω, μια ζωή με την απορία και τα ερωτηματικά θα μείνω...









Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Καφεδοφιλοσοφίες




Ήμουν πολύ νέα ακόμα όταν κοιτούσα κάτι φριχτά σχέδια ενός υφάσματος.
Σκεφτόμουν ότι είναι απαίσιο και κακόγουστο.
Και μετά σκέφτηκα ότι αυτό το ύφασμα κυκλοφορεί γιατί κάποιοι το αγοράζουν.
Γιατί για κάποιους είναι ωραίο, όσο απίθανο κι αν μου φαίνεται.

Κι έτσι κάπως, άρχισα να βάζω νερό στο κρασί της απολυτότητας του γούστου μου και της άποψής μου για το τι είναι ωραίο ή όχι.

Κάτι που μου αρέσει εμένα, μπορεί να μην αρέσει σε άλλους.
Και κάτι που αρέσει σε άλλους μπορεί να φαίνεται αποκρουστικότατο σε εμένα.
Γιατί έτσι είναι. Χωρίς σωστό και λάθος.

Οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί, με διαφορετική ουρά ζωής και βιωμάτων πίσω μας (και μπροστά μας) και αυτά είναι φυσιολογικά.
Και κάτι σχόλια, αχ κοίτα τι φοράει, τι χάλι είναι αυτό κ.λπ. δεν υπήρχαν ούτε καν σαν σκέψεις μέσα μου. Απλώς υπήρχαν γούστα που ταίριαζαν με το δικό μου λιγότερο ή περισσότερο, ή καθόλου.

Κι αν κάτι μου έκανε εντύπωση προσπαθούσα να μπω στην ιδιοσυγκρασία του άλλου ατόμου και να υποθέσω τα κριτήρια που το έκαναν να επιλέξει ως αρεστό κάτι τέτοιο (πολλές φορές δεν είναι μόνο το αρεστό, αλλά και η πρόκληση, η ανάγκη για το ξεχωριστό, η διαφοροποίηση κ.α.).

Και φτάνουμε στις κούπες που αγόρασα.
Ήθελα δυο μεγάλες για να χωράνε μπόλικο καφέ μέσα. Κι ήταν οι τελευταίες στο κατάστημα.
Η μία μου άρεσε πολύ σαν σχέδιο. Η άλλη καθόλου. Όμως τις πήρα και τις δύο.

Κάθε φορά που πήγαινα να κάνω καφέ απέφευγα την 'άσχημη' και προτιμούσα πάντα την 'όμορφη'.
Και μετά μπήκε ο μηχανισμός της σκέψης κόντρα στη μηχανικότητα.
-Για έλα εδώ, μου είπα, γιατί δε σου αρέσει;
-Γιατί τα σχεδιά της είναι πιο χοντροκομμένα, κ.λπ. κ.λπ.
-Και γιατί να μη σου αρέσουν αυτά τα σχέδια;
Για δες τα λίγο αλλιώς, σα να σου αρέσουν, μπλα, μπλα...

Πες, πες, πες... τελικά πέτυχε η αυτοπλύση εγκεφάλου και τώρα η 'άσχημη' μου αρέσει περισσότερο από την 'όμορφη' που μου παραφαίνεται πλουμιστή και ήρθε η σειρά της να την αποφεύγω, μηχανικά πια.

Να, λοιπόν που και η υποκειμενικότητα του γούστου είναι αρκετά ρευστή.
Κι όχι μόνο αυτή, αλλά και γενικότερα η υποκειμενικότητα ακόμη και της γνώμης ή των ιδεών μας μπορεί να διαφοροποιηθεί μπροστά σε μια αποδεκτή και ισχυρή πλύση εγκεφάλου (τονίζω το αποδεκτή).

Να μην πιάσω το θέμα της "αυθεντίας", του "γνώστη", της "ανωτερότητας", της "μόδας"  ή άλλους τρόπους που χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθούν παράθυρα αποδοχής (στιλ Δούρειου Ίππου) στο μυαλό μας, ώστε Κάποιοι νας μας υποβάλλουν και να μας επιβάλλουν αλλότριες ιδέες και γνώμες.


Ας το αφήσω ως ένα απλό παράδειγμα μιας κούπας καφέ, που με λίγη εύπειστη προσπάθεια τα αρχικά χοντροκομμένα της σχέδια απέκτησαν τελική μοντέρνα μινιμαλιστική και αποδεκτή  ο-μορφή.


Εικόνες: Kira Panina