Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Ανάβαση...

Φιλοξενούμενη σήμερα.
"Θα ξυπνήσουμε μετά τις 10.00", συμφωνήσαμε.
Μα, εγώ ανυπάκουη σηκώνομαι πιο νωρίς.
Η ματιά μου ρουφάει δυνατές γουλιές από τον λαμπερό ήλιο που χτυπάει για να του ανοίξω στα τζάμια του δωματίου.

Μου φτιάχνω έναν ζεστό μυρωδάτο καφέ και σε ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία επιλέγω τα "Ανοιχτά Χαρτιά" του Ελύτη και ξαναχώνομαι στα ζεστά μαλακά στρώματα.

Κι όσο διαβάζω και γεμίζει όμορφες σκέψεις και εικόνες το μυαλό μου με μια ευγενική λεπτότητα και ομορφιά, σκέφτομαι για την άλλη πτυχή της εκδήλωσης της ζωής μας εκείνη την άσχημη, την άγρια, την υποβιβαστική και σκέφτομαι ότι εκδηλώνεται γιατί κι αυτή μέσα μας βρίσκεται και πρέπει να την ξεπεράσουμε να την αφήσουμε πίσω μας
να την ορθώσουμε μπροστά μας και να την νικήσουμε σε έναν τίμιο αγώνα πρόσωπο με πρόσωπο (αντί να την αποφεύγουμε, να την μασκαρεύουμε ή ό,τι άλλο ψυχολογικό τέχνασμα κάνουμε) κι ίσως, ακριβώς αυτό να είναι όλο το νόημα και ο ορισμός της ζωής...

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Όρια και Πέπλα



Πολλές φορές, διαβάζοντας τα φιλοσοφικά ημερολόγια άλλων αναγνωρίζω τον δικό μου τρόπο σκέψης. Δηλαδή, τον προβληματισμό, την ανάλυση, την αποδόμηση και το τελικό ξαναστήσιμο μέσω συνειρμών και συμπερασμάτων των εννοιών, των συνθηκών των όρων και των ορίων του κόσμου μας/μου.
[Ναι, θεωρώ ο κόσμος έχει τα όρια που υποβάλλουν οι αισθήσεις μας αλλιώς δεν θα μπορούσε να είναι διαχειρήσιμος από την τωρινή μας οντολογική κατάσταση.]

Έχει λίγες ημέρες που αποφάσισα να τα καταγράφω κι εγώ τελικά όλα αυτά και να μη μένουν μόνο σκέψεις που ξεχνιούνται μεν αλλά μένουν μέσα μου οδηγοί για να διαμορφώνουν τον δρόμο και την προσωπικότητα μου.

Και ο εαυτός μου παίζοντάς μου παιχνίδια, φρόντισε αμέσως όχι μόνο να ξεχάσω τις πιο πρόσφατες αναλύσεις μου και να μου αφήσει ένα κενό μνήμης, αλλά και να πέσει και σε άρνηση για να μην δημιουργηθεί τίποτα καινούργιο.

Κάπως όπως χθες το βράδυ στον ύπνο μου, που βρέθηκα να διαβάζω και να ερμηνεύω με οπτικό τρόπο εδάφια από τα χαμένα βιβλία του Πλάτωνα και μόλις το συνειδητοποίησα και σκέφτηκα να τα κρατήσω στην συνειδητή πλευρά του εαυτού μου, έτρεξαν όλα να εξαφανιστούν ώστε να μην θυμάμαι ούτε μία λέξη.


Κι όμως, τις τελευταίες μέρες, μέσω των "ευτυχών συμπτώσεων", μου δόθηκε η παραγκωνισμένη δυνατότητα να σηκώσω ελάχιστα ένα από τα πέπλα της ύπαρξης και να διαισθανθώ λίγο κάτι από αυτά που κρύβει.
Δεν ξέρω πόσα πέπλα έχει. Ίσως να 'ναι επτά, όπως αυτά της Σαλώμης, όσα είναι και τα τσάκρας στην ινδική γιόγκα ή όσα άλλα συμβολίζονται με τον αριθμό επτά.

Κι έτσι μπόρεσα να καταγράψω τον πρώτο μου προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο επιβολής της άρχουσας τάξης. Στο ότι δηλαδή την παλιά εποχή στηριζόταν περισσότερο στον ζωντανό μύθο και στην εξωτερική ένδειξη υπεροχής μέσω του πλούτου, των κτισμάτων και της ενδυμασίας μέχρι το σήμερα που μετατράπηκε σε επικοινωνιακή πολιτική πειθούς για την ικανότερη διαχείριση του οικονομικού κυρίως τομέα και την υπόσχεση ευημερίας (ή όπως διαμορφώθηκε σήμερα: στην οικονομικοπολιτική ικανότητα μελλοντικής εξόδου από την κρίση).

Και δεν γράφω αυτήν την ανάρτηση για να εκθέσω τις απόψεις μου περί άρχουσας τάξης ούτε για να μπω σε κάποιον σχετικό διάλογο γι' αυτό το θέμα.  
Την γράφω για να μιλήσω γι αυτό το πέπλο (ή τα πέπλα) και την κρυμμένη μας δυνατότητα να τα σηκώνουμε κάποιες φορές, όταν ανεβαίνουμε ένα ελάχιστο επίπεδο της συνειδητότητας του κόσμου. Και όταν συμβαίνει αυτό, μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τις κρυμμένες αιτίες της πορείας μας που ίσως δεν καταλαβαίνουμε τελώντας σε μηχανική ύπνωση. Μπορούν να μας αποκαλυφθούν κάποιες γνώσεις και ο δρόμος μας να γίνει πιο σίγουρος και σταθερός όπως όταν βλέπεις από ψηλά την πορεία σου σε έναν χάρτη και ξέρεις προς τα πού σε οδηγεί ο δρόμος που πήρες...

Όμως μια και όλα βιώνονται και δεν κατανοούνται με λέξεις, αφήνω εδώ μόνο την προσωπική μου εμπειρία ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και κάτι περισσότερο από τη συμβατική ζωή που έχουμε μάθει.




Κι όλα αυτά μόνο με εσωτερική καθαρότητα, πέρα από κομπασμούς τύπου "εγώ είμαι", σκύβοντας με ειλικρίνεια στον πραγματικό μας εαυτό...








Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Αρλέτα


Ο θάνατος της Αρλέτας, δεν μπορώ να πω ότι με άγγιξε ιδιαίτερα. Ίσως γιατί συνήθισα πια στην ιδέα να φεύγουν ένας-ένας οι παλιοί αγαπημένοι που άφησαν το στίγμα τους στον χώρο της τέχνης στην πατρίδα μας, ίσως γιατί παραέχω φιλοσοφήσει το εφήμερο της ζωής και την αδιαπραγμάτευτη μαχαιριά του θανάτου...

Κι όμως με τα τραγούδια της Αρλέτας μεγάλωσα, άγνωστα στους πολλούς, όπως από τον πρώτο δίσκο της με τον Μάνο Χατζιδάκι και την τρίτη Ανθολογία ή από τον δίσκο "Στο ρυθμό του αγέρα", τραγούδια που τα ξερα σχεδόν όλα, τραγούδια που τραγουδούσα γεμάτη νιότη και ευαισθησία μαθαίνοντας παράλληλα πάνω σ' αυτά και τα πρώτα μου ακόρντα στην κιθάρα.

Τραγούδια της Αρλέτας πρωτοτραγούδησα στην πρώτη-πρώτη συναυλία μου, μόνη με την κιθάρα στο κατάμεστο δημοτικό θέατρο της μικρής επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα.

Η φωνή μου απέκτησε βιωματικά κάτι από τη χροιά της - εύκολα αναγνωρίσιμη κι από τους πιο άσχετους περί μουσικής. Τόσο που κάποιοι, ακόμα και τώρα, δεν με φωνάζουν με το όνομά μου, αλλά με το δικό της.

Θα μπορούσα να πω ότι τα τραγούδια της Αρλέτας, άφησαν μέσα μου ένα βαθύτατο σημάδι που παραμένει ακόμα νωπό τόσα χρόνια μετά.

Κι όμως, μετά τον θάνατό της δεν έτρεξα πουθενά να γράψω γι αυτήν, καμία αναφορά στα σόσιαλ μίντια, καμία εγωική επίδειξη τύπου: ξέρετε, τα τραγούδια της Αρλέτας ήταν το μουσικό alter ego μου, αφήστε με να την ξέρω δήθεν καλύτερα από σας...
Μόνο σιωπή και σεβασμό.





 
Μα όλα αυτά μου βγήκαν σε όνειρο.

Την ώρα της κηδείας της το μεσημεράκι κατά τη μία και χωρίς να ξέρω κάτι εκ των προτέρων, μια και δεν ασχολήθηκα με τα τι και πώς, με είχε πάρει ο ύπνος.

Κι είδα στο όνειρό μου ότι παίζαμε με ένα συγκρότημα και τραγουδούσα σε μια υπαίθρια συναυλία στο δρόμο μπροστά σε πολύ κόσμο που 'χε μαζευτεί τριγύρω μας, ακριβώς μπροστά από ένα μεγάλο κτήριο αρχαιοελληνικού ρυθμού, με ψηλές κολώνες και πλατειές μαρμάρινες σκάλες.

Κι εκεί που τραγουδούσαμε ξαφνικά σταματάμε πολύ απότομα και γυρίζουμε πίσω και βλέπουμε έκπληκτοι κόσμο πολύ ντυμένους χειμωνιάτικα και με παλτά που έβγαιναν από το κτήριο και κατέβαιναν τις σκάλες και στη μέση κάπως πιο θολά, κάποιους πιο πίσω να κρατούν σηκωμένο στα χέρια τους και να κατεβάζουν το φέρετρό της.

Όπως μου πε η φωνή μέσα μου, έπρεπε να σταματήσουμε γιατί επιλέξαμε να κάνουμε την συναυλία, χωρίς να το ξέρουμε, την ώρα της κηδείας της.

Και τότε, ξέσπασα σε σπαρακτικά γοερά κλάματα και αναφιλητά  θρηνώντας τον θάνατό της (μέσα στο όνειρο) ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν με εμφανή απορία μέσα μου γιατί μου συμβαίνει αυτό κι ότι ποτέ δεν έχω κλάψει για κανέναν άλλον διάσημο τραγουδιστή που πέθανε.

Και με όλη αυτή τη θλίψη και το κλάμα, ξύπνησα κι εκεί τελείωσε το όνειρο, αφήνοντάς με έκπληκτη να αναρωτιέμαι ξυπνητή πια, τι ήταν όλο αυτό που είδα.
Κι ύστερα ανακάλυψα σε αναζήτηση στο γκουγκλ ότι μου συνέβη ακριβώς την ώρα της κηδείας της κι εκεί ήταν που τρελάθηκα ακόμα πιο πολύ με τις συμπτώσεις.


Σήμερα, που το πνεύμα μου θαρρώ είναι λίγο πιο ανεβασμένο, νομίζω ότι βρήκα κάποια άκρη ερμηνείας, αν και ίσως κάποιος ψυχολόγος θα μπορούσε να βρει πολλά περισσότερα.

Η Αρλέτα και τα τραγούδια της (κι όχι αποκλεστικά και μόνο αυτά, αλλά γενικότερα αυτό το είδος τραγουδιών), ήταν το εφηβικό μου σύμβολο της μουσικής. Ένα σύμβολο άκρως ευαίσθητο, αθώο, όμορφο, γεμάτο με αγνά όνειρα, με απλούς κι αληθινούς στίχους έξω από κάθε εμπορικότητα, φτήνεια και σκοπό κέρδους.


Κι ύστερα πήρα αυτό το σύμβολο και το πρόδωσα. Το σύμβολο της μουσικής που με δονούσε βαθιά και με άγγιζε μέχρι δακρύων και κατ΄επέκταση το σύμβολο της εφηβείας μου και των ευαισθησιών μου. Το έκανα βιοπορισμό και για να επιζήσω πάτησα πάνω του και προχώρησα στα άλλα είδη της μουσικής, εκείνα που σου αδειάζουν την ψυχή όταν τα τραγουδάς, εκείνα που σου σκοτεινιάζουν την ύπαρξη, σού θολώνουν το φως και σε σέρνουν στα καταγώγια της ύπαρξης.

Η κηδεία της Αρλέτας μου 'δειξε επιτέλους ξεκάθαρα την κηδεία του δικού μου συμβόλου που γινόταν αργά, χρόνια τώρα, κόβοντας και θάβοντας μέρα με τη μέρα πολύτιμα κομμάτια από την ψυχή μου.
Γι αυτό και ξέσπασα σε κλάματα, γι αυτό και κλαίω ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις με τα μάτια θολά από τα δάκρυα.

Και τι να πεις για τον συμβολισμό και τη μεγαλοπρέπεια του κτηρίου που ήταν "πίσω" μου και σε ψηλότερο επίπεδο σε αντίθεση με αυτό που βρισκόμουν (πρόχειρα στο δρόμο) κι ότι η κηδεία γινόταν Κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια προς το μέρος μου.
Πόσο πια πιο καθαρά να σου μιλήσει ένα όνειρο;


Όμως ποτέ δεν είναι αργά να κοιτάς πίσω στο παρελθόν σου και να μαθαίνεις από τα λάθη σου, πλάθοντας από τη στάχτη τους έναν νέο φοίνικα εαυτό, προορισμένο να ξανακαεί στην επόμενη φωτιά αλήθειας που θα ορμήσει στη ζωή σου.

Και να που ήρθε,τελικά, και η δική μου η σειρά να γράψω κάτι για την αποχώρησή της από αυτή τη ζωή.

Καλό ταξίδι, Αρλέτα, εκεί στις μουσικές αρμονίες του άλλου κόσμου που περιμένουν και μας κάποια μέρα! Σε ευχαριστώ που με τα τραγούδια σου έδωσες στη ζωή μου δυνατότητες να αγγίξει τις πιο κρυφές χορδές της Ύπαρξης.


 Ευχαριστώ επίσης κι όσους επισκεφθήκατε το μπλογκ μου κι είχατε την υπομονή να διαβάσετε ολόκληρη αυτή μου τη βαθιά εξομολόγηση...




Τώρα θ' ανοίξω τα φτερά - Αρλέτα

Στίχοι: Γιώργος Παπαστεφάνου
Μουσική: Γιώργος Κοντογιώργος

Τους πικρούς βοριάδες πάνω στο βουνό
και τα κυπαρίσσια δε θα ξαναδώ
τώρα θα σ' αφήσω και θα πάω μακριά
τώρα θ' ανοίξω τα φτερά.

Τα μεγάλα βράδια το μικρό γιαλό
πίσω θα τ' αφήσω δε θα ξαναρθώ
για μεγάλους δρόμους για βαθιά νερά
τώρα ανοίγω τα φτερά.

Πίστεψαν οι νύχτες, πίστεψα κι εγώ
όμως η αγάπη δεν κρατά καιρό
τώρα πια θα φύγω μίλια μακριά
τώρα θ' ανοίξω τα φτερά.

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Σούρουπο με ροδί χρώματα


Fauve - Martine Dechavanne Roannaise


Καθώς διάβαζα στο μπαλκόνι, αναπαριστώντας στη φαντασία μου τις ατέλειωτες λεπτομέρειες στις μοναδικές περιγραφές του Φλομπέρ που με άρπαζαν και με παράσερναν σε άλλες εποχές, το σούρουπο που έπεφτε γέμισε τον ουρανό με ρόδινα σύννεφα.
Σαν το κερασένιο χρώμα που 'χε το χλιαρό τσάι στο διάφανο γυάλινο ποτήρι δίπλα μου. Δικής μου παρασκευής που το παγώνω για να το 'χουμε για δροσιστικό όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει.

Σταμάτησα το διάβασμα και κοιτώντας τα χρώματα του ουρανού ρουφούσα αργά τις γλυκόστυφες λαμπερές γουλιές του, αστειευόμενη με τον εαυτό μου ότι ήταν τα σύννεφα που έπινα κι όχι το τσάι.

Κι ύστερα σιγά-σιγά, καθώς το πινέλο του ήλιου έδυε, τα σύννεφα ξανάγιναν γαλαζωπά κι ένα φεγγάρι νύχι άρχισε να ξεχωρίζει ανάμεσά τους φωτεινότερο στο μπλε-μαβί σκοτάδι που έπεφτε.

Η γλυκιά κούραση όλης της μέρας άπλωσε μια νωχέλεια πάνω μου, μια λύση των μελών και δεν ήθελα πια να διαβάσω. Κράτησα το κάδρο του ουρανού στο μυαλό μου και μαζεύτηκα μέσα, θεωρώντας κι αυτήν την ημέρα, ήδη, τελειωμένη κι ας είναι μόλις εννιά το βράδυ...





Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Φόβος Θανάτου



Βρήκα σήμερα, αυτό από τον Μπουκόφσκι και αμέσως κάτι μου θύμισε. Και κάποιος άλλος το 'χε πει ακριβώς έτσι, ποιος όμως;

Θυμήθηκα το ποίημα του Ντύλαν Τόμας: "Κι ο θάνατος δε θα ‘χει πια εξουσία", όμως όχι, δεν βρήκα στους στίχους του παρόμοιο απόσπασμα.

Μου θύμισε πολύ έντονα Λιαντίνη κι έψαξα όλα τα αποσπάσματα για τα όσα έχει πει περί θανάτου αλλά ούτε κι εκεί το βρήκα.

Και μετά έψαξα όλα τα αποθηκευμένα αρχεία μου και τελικά βρήκα και θυμήθηκα ποιος είχε ξαναπεί αυτά τα λόγια  που ήταν τόσο έντονα χαραγμένα στο μυαλό μου.
Ο ίδιος μου ο εαυτός το 2007,  σε μια αντιπαράθεση σε φόρουμ, με θέμα: "Πού διαφωνώ με τον Λιαντίνη".

Από τότε που 'γραφα με τόσο σθένος και πίστη όλα αυτά, ο θάνατος με νικάει συνεχώς σε ατέλειωτες μόνιμες μάχες και πολλές φορές με έχει σωριάσει κάτω, σχεδόν νεκρή, για αρκετό καιρό.
Όμως μια-δυο φορές, σ' όλα αυτά τα χρόνια, έχει τύχει να σηκώσω το κεφάλι μου και να του χαμογελάσω. Όχι με την παραδοχή του ηττημένου που αφήνεται στην εξουσία του, αλλά με τη σπίθα του νικητή. Κι αυτό νομίζω είναι ...Κάτι!


Παραθέτω το κείμενό μου. Όχι για να ξανανοίξω τη συζήτηση. Μόνο ως ανάμνηση ορμής για ζωή, Ήδη έχουν ειπωθεί τότε αρκετά. Οι εικόνες δεν υπήρχαν στο φόρουμ. Τις πρόσθεσα τώρα για να σπάσω τη μονοτονία των γραμμάτων.





Δημοσιεύθηκε: Δευ Νοέ 05, 2007 12:22 am Θέμα δημοσίευσης: Πού διαφωνείτε με τον Λιαντίνη

________________________________________
Καθώς κοιτάς το μηδέν στα μάτια δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;
Ναι!
Γιατί το μηδέν δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε το ένα, το άτομο, το εγώ.
Είναι το ίδιο το Εγώ που στήνει τον τρόμο της αυταπάτης του μη 'Εγώ' μπροστά μου για να με δοκιμάσει.
Μπορείς να αντέξεις να χάσεις για πάντα αυτό το Εγώ που πάνω του έχεις στερεώσει τόσο καλά τη ζωή σου;
Μπορείς να αντέξεις αυτό που με τόσο κόπο έχεις μορφώσει, καλλιεργήσει, αναβιβάσει, υπάρξει, να εξαφανιστεί δια παντός χωρίς να σου απομείνει ίχνος συνειδητότητας;
Ναι!
Γιατί το δια παντός είναι ισχυρότερο από το μικρόφθαλμο είδωλο-αρχέτυπο του εγώ.

"Μονάχα όποιος νίκησε τον εγωισμό του δεν φοβάται θάνατο. Ο φόβος του θανάτου στον άνθρωπο είναι η σκεπασμένη όψη του εγωισμού του… Ο άνθρωπος που δεν απόσβεσε τον εγωισμό του, αποκομμένος από την ιερή φύση, μπροστά στον θάνατο σπαρταράει και φρίσσει" (Γκέμμα)

Όμως, είτε πεθάνω ακούσια ή εκούσια,
είτε όταν το θελήσει ο θάνατος, είτε όταν το θελήσω 'εγώ'
το αποτέλεσμα είναι να νικήσει ο θάνατος.
Γιατί πάντα αυτός νικάει στο τέλος.
Είτε πάμε γενναία μόνοι μας προς αυτόν, είτε περιμένουμε να έρθει από μόνος του.
Είναι η Ιθάκη της ζωής μας, γι' αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία ο πλους προς αυτήν κι όχι η ίδια. Και σ' αυτόν τον πλου θα υπάρχουν όσοι Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες στήσω μπροστά μου. Και δεν θα αφήσω το καράβι και το πλήρωμά μου για να πάρω ελικόπτερο να φτάσω μια ώρα αρχύτερα σ' αυτήν.

Θα σε νικήσω θάνατε, όχι επειδή θα σταθώ έτοιμος μπροστά σου αλλά γιατί δεν θα σε φοβάμαι πια τόσο που να παραδοθώ αυτοθέλητα μόνος μου σ' εσένα.
Θα σε νικήσω επειδή θα ζω χωρίς να σε τρέμω και θα επιμηκύνω όσο μπορώ τη ζωή μου στο ανώτερο δυνατό, στο ψηλότερο βάθρο της ύπαρξης.
Γιατί μόνο έτσι την στιγμή που θα έρθεις θα χάσεις την δύναμη που έχεις στους θνητούς και δεν θα ονομάζεσαι θάνατος, αλλά θα μεταμορφωθείς στη χαρά του Χάρου.
Μόνο έτσι μπορώ να σε νικήσω.
Όχι με την εκούσια υποταγή μου σε σένα (κι ας με κοντράρεις παλικαρίσια πως αυτό είναι δική μου νίκη).
Θα σε νικήσω με την αλλαγή της ίδιας σου της υπόστασης, με το να αναβιβάσω μέσω του τρόπου της ζωής μου τη θνητότητα στο παν.
Θα σε νικήσω μόνο αν αλλάξουμε ρόλους.
Όταν θα έρθει η ώρα να φύγω από τη ζωή να είσαι εσύ εκείνος που θα τρέμεις και θα ωχριάς να έρθεις να με πάρεις κι όχι εγώ.
Αυτή είναι η δική μου νίκη απέναντί σου.

Γιατί, ποιος μπορεί να στήσει με σιγουριά απέναντί του το μηδέν ή το παν;
Μήπως αυτός που μπορεί με την ίδια σιγουριά να πει ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει Θεός; Και γιατί από τα δύο να προτιμήσω το μηδέν για την παλικαρίσια δοκιμασία του 'είναι' μου κι όχι το παν; Γιατί να προτιμήσω το όχι κι όχι το ναι;;

"Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο Θεό:
Ποιος τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο Θεό:
όπως αποκρίθηκε κι ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας."

Ποιος τολμάει να ειπεί υπάρχει μόνο το μηδέν κι όχι το παν;
Ποιος τολμάει να ειπεί υπάρχει μόνο το παν κι όχι το μηδέν;
Ποιος τολμάει να ειπεί ότι είναι το ίδιο ή διαφορετικά;

"Το για πάντα! και το ποτέ πια! είναι δυο φράσεις που το εκτόπισμά τους έχει απόλυτη τιμή. Και προορίστηκαν να τις μεταχειρίζεται ο άνθρωπος μόνο για το οριστικό γεγονός του θανάτου." (Γκέμμα)

Το μηδέν ίσως να με βόλευε πιο πολύ, γιατί θα με ελευθέρωνε αμοραλιστικά από ένα σωρό ηθικές και κώδικες τιμής, αν δεν με πλήγωναν άμεσα τα αποτελέσματα των ενεργειών μου. Ο σκοπός των επιθυμιών μου θα άγιαζε τα οποιαδήποτε μέσα. Ίσως και να πατούσα το κουμπί που θα μου 'δινε ό,τι ζητούσα κι ας πέθαιναν 10.000 άτομα στην Κίνα. Ούτως ή άλλως χώμα είναι τα 10.000 άτομα και στο χώμα θα πάνε, λίγο νωρίτερα - λίγο αργότερα, δεν έχει σημασία.
Όμως δεν το προτιμώ. Διαλέγω την υπέρβαση στο παν! Και δεν είναι αυτή η εύκολη λύση. Καμιά από τις δύο δεν είναι.
Γιατί χρειάζεται παλικαριά του να απαρνηθείς το παν σου για να γίνεις μηδέν μέσω του θανάτου.
Όπως επίσης χρειάζεται παλικαριά, μέσα από την ήττα και την κάθαρση, να συνειδητοποιείς καθημερινά το μηδέν σου και να παλεύεις για να φτάσεις το παν.
Με τη διαφορά πως ο πρώτος δρόμος περνάει αυτοθέλητα και ενσυνείδητα μέσα από τον θάνατο, ενώ ο δεύτερος περνάει αυτοθέλητα και ενσυνείδητα μέσα από την ζωή.
Το να τολμήσεις να ζήσεις στο ύψος των δυνατοτήτων του πραγματικού ανθρώπου και να ξεφορτωθείς το βάρος της θνητής σου μικρότητας, τους νόμους της ανάγκης της φύσης, είναι σα να μπαίνεις στην φωτιά για να ξεφορτωθείς το δηλητηριασμένο εξωτερικό πουκάμισο.
Αλλά αυτός ο θάνατος δεν είναι και φυσικός ταυτόχρονα.
Είναι η χιλιοειπωμένη και χιλιοπαιγμένη από τις θρησκείες αναγέννηση. Τόσο δύσκολη όσο εύκολα την παπαγαλίζουμε συνέχεια.
Κι ας λένε ότι το ανώτατο σημείο της εξέλιξης δεν μπορεί να ξεπεραστεί από το ον κι ότι μπορεί να είναι ταυτόσημο με τον οριστικό αφανισμό του. Γιατί, ποιος ορίζει εμπειρικά τι είναι το ανώτατο εν ζωή και πως δεν υπάρχει και πιο πάνω;

Το να συνομιλήσεις με τον θάνατο τις τελευταίες στιγμές, το να τον έχεις στα χέρια σου θαρραλέα, ατρόμητα, περιμένοντας τον επειδή τον κάλεσες με κάποια ένεση, χάπια, αρτηριοτομή ή ό,τι άλλο, είναι μια νοητική και συναισθηματική δοκιμασία που την βιώνεις όντας εν ζωή.
Αυτό που προσπαθούσαν να βιώσουν μέσω των μυστηρίων στην αρχαιότητα ώστε να είναι προετοιμασμένοι και να έχουν ξεπεράσει (εν ζωή) εκείνη την ύστατη στιγμή.

Η στιγμή όμως που θα έρθει ο θάνατος είναι ακαριαία. Τότε δεν μπορείς να συνδιαλλαγείς μαζί του. Είναι ο απόλυτος νικητής. Δεν σου μένει ούτε ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου για να σκεφτεί ή να αισθανθείς ή ο,τιδήποτε άλλο συνήθιζες ως τώρα να κάνεις στη ζωή σου. Έρχεται τόσο πρωτόγνωρα, που συνηθισμένοι από την επάρκεια χρονικών περιθωρίων -έστω και για κάποιες σκέψεις- μας ξαφνιάζει.
Είναι το οριστικό και αμετάκλητο τέρμα της υπάρχουσας κατάστασής μας, της συνειδητότητας, της ύπαρξής μας.
Αν δεν βίωνα προσωπικά (τι και πώς δεν έχει σημασία) μια τέτοια στιγμή, δεν θα μπορούσα να την περιγράψω τώρα.
Είναι κάτι που δεν έχουμε ζήσει ποτέ κι όσα και να πει κανείς δεν θα καταλάβουμε το να μην έχουμε ούτε μια στιγμή ακόμα χρονικό περιθώριο.



Γιατί, αν (βάζω μπροστά ένα μεγάλο και θεωρητικό ουτοπικό 'ΑΝ' προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης) αν έφτανα ποτέ στο ύψος ενός Λιαντίνη, θα πάλευα να ξεφύγω από τα φιλοσοφικά δίχτυα της πάλης του Είναι με τον θάνατο και δεν θα παραδινόμουνα σ' αυτόν παλικαρίσια για να τον νικήσω.
Θα προτιμούσα να βάλω φωτιά στον κόσμο με τη ζωή μου, μέσω των τόσο χαρισματικών δυνατοτήτων μου.
Γιατί ο καθηγητής έφυγε νωρίς. Είχε πολλά ακόμα να δώσει κι εμείς να πάρουμε.
(Και ποιος ξέρει, ίσως κάποτε κι οι μη τυχεροί να τον γνωρίζαμε από πιο κοντά.)

Δεν τολμώ να πω ότι η αυτοθέλητη έξοδος του καθηγητή είναι λάθος γιατί τότε θα αυτοαναιρούσα όσα είπα παραπάνω.
Μόνο το ότι –μια και έχω την ευχέρεια μέσα από φιλοσοφικούς λαβύρινθους επιλογών να διαλέξω- και μια και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν σ' αυτό που αξιώνουμε ως Τέλος στήνεται μπροστά μας το μηδέν ή το άπειρο ή ό,τι άλλο, προτιμώ να βλέπω -ως καθαρά προσωπική μου επιλογή- τα πράγματα περί θανάτου αλλιώς.











Νυχτώνει



Σου άφηνα λέξεις
μου άφηνες σιωπή
Έτσι θα ΄χουν να λένε
πώς ποτέ πραγματικά
δεν ανταμώσαμε

Μα ένα βράδυ
θαρρώ σε είδα
Είχες κατεβάσει
όλόκληρο το φεγγάρι
και του ψιθύριζες

[26/7/17 Κυκλοδίωκτον]



Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Περί...



Ψάχνοντας κάτι άλλο σήμερα σχετικά με τον Bergson, έπεσα σε μια πτυχιακή εργασία του 2013 που στη βιβλιογραφία της έχει αναφορά στο μπλογκ μου και συγκεκριμένα στην ανάρτησή μου "Περί κωμικού".
Μου 'ρθε απρόσμενο όσο να πεις. Δεν το περίμενα οι αναρτήσεις μου να ΄χουν τέτοια επιρροή. Τις θεωρώ τόσο προσωπικές και υποκειμενικές, τόσο κλεισμένες στον δικό μου μικρόκοσμο που δεν παύουν να με εκπλήσσουν τέτοιες αναφορές όποτε τις συναντώ.


Εδώ η παλιά ανάρτησή μου:  http://kyklodiwkton.blogspot.gr/2008/03/blog-post_26.html



Κι εδώ η πτυχιακή εργασία σε μορφή PDF που μπορείτε να την κατεβάσετε:





Henri Bergson

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Από 'να τίποτα


Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα

- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.

(Ο. Ελύτης)

 (Οι φωτογραφίες είναι από το κινητό μου)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ανώτερη Συνειδητότητα

Μια απλοποιοημένη εξήγηση:


Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Από σε!



Τα όνειρά μου, μού μιλάνε.
Δυστυχώς δεν ξέρω πώς να τα ακούσω ούτε πώς να τους απαντήσω.

Τα όνειρά μου δεν ξέρουν από συντακτικό.
Όπως το μεγάλο ποίημα που διάβαζα και θαύμαζα για τα νοήματα και τις λέξεις του, όμως σαν κατάλαβα πως είναι στο όνειρό μου, άρα δεν είναι κανενός άλλου παρά δικό μου, εκείνο έτρεξε αστραπιαία να εξαφανιστεί αφήνοντας τη φευγαλέα ανάμνηση μόνο ενός στίχου του:
"Αγάπη τυλιγμένη από χαρτί".

Γιατί 'από' καλό μου όνειρο; Ο κόσμος λέει 'σε' άμα θέλει να τυλίξει την αγάπη κάπου.
Κι άμα δε θέλει, βγάζει το 'τυλιγμένη' και της δίνει υφή.
Όμως τι να πεις; 'Ονειρική αδεία' σου λέει.






- Και μετά, να σου πω εσένα... γιατί ό,τι βλέπεις στο όνειρό σου πρέπει να είναι και δικό σου;
Αποκλείεται να το ψάρεψες από κάπου αλλού; Απλώς θα είσαι η πρώτη που θα το κοινοποιήσεις.

- Α, ώστε γι' αυτό τρέχουνε να μου κρυφτούνε;

- Όχι! Τρέχουνε γιατί είναι πολύ εύθραστα και το συνειδητό σου με όλα αυτά που κουβαλάει, είναι σαν ταύρος σε υαλοπωλείο όταν τα συναντά.

- Και τότε το συνειδητό ονείρεμα τι είναι;

- Μα, πώς τα καταφέρνεις και τα μπλέκεις έτσι...

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Περικοκλαδοκαλλιγραφήματα


Κι ήρθε το Όνειρο από έναν μακρινό Galaxy μπροστά από το παράθυρό μου (μπορεί κι από αυτόν με τους ολοκαίνουργιους εφτά πλανήτες).

Πρώτα άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου για να το δω καλύτερα κι ύστερα το παράθυρό μου (win.7 παρακαλώ!).
Κι εκείνο, μου ψιθύρισε τρεις λέξεις σε άπταιστα ελληνικά (που νομίζω ότι μάλλον στα αγγλικά μεταφράζονται κάπως διαφορετικά):

- Έλα Καλό ΜΟΥ!

Και μετά, νομίζω ότι μόνο μέσα στο μυαλό μου έγινε ολόκληρη συζήτηση, γιατί το Όνειρο πέρα από αυτές τις τρεις λέξεις "Έλα Καλό ΜΟΥ!" που επαναλάμβανε σε γνήσια Παπαγαλικά, σας δίνω τον λόγο μου, δε μου 'πε άλλες.


Η συζήτησή μας ήταν κάπως έτσι:

- Καλέ Όνειρο, τι όμορφα που γράφεις το λου σαν περικοκλάδα!
- Α, αυτό δεν είναι τίποτα, πού να δεις και τις καλλλές μου λλλέξεις!
- Καλέ Όνειρο, ούτε από τη Θεσσαλλλονίκη νάσανε με τέτοιο ωραίο λου και σιγά μην οι καλλλές σου λέξεις είναι πιο περικοκλαδιαστές κι από γιασεμί στον κήπο σου!
- Χιχιχι, ποτέ δεν ξέρεις... χαχάνισε ευωδιαστά εκείνο, αφήνοντας ένα άρωμα μυστηρίου να περικοκλαδοπλέκεται ακόμα πιο πολύ τριγύρω.
- Καλέ Όνειρο και τι μεγάλο που είναι αυτό το ΜΟΥ!
- Είναι γιατί είμαι ΣΟΥ!
- Αυτό δεν το πολυκατάλαβα, αλλά... να σε πω... με αποκάλεσες: 'Καλό';
- Άμα δε σε έβλεπα έτσι δε θα ΄ρχόμουν, είπε το Όνειρο και με κοίταζε 'καλά-καλά'.
- Καλέ Όνειρο, αχ, τι καλλιγραφιστικά που ξέρεις να μιλάς!
- Έχω κι εγώ μια πείρα στην καλλιγραφιστική όσο να πεις, αλλά είσαι κι εσύ που ξέρεις πώς να διαβάζεις τα λόγια που σου λέω.
- Είναι μάλλον που κάναμε καλλιγραφία τότε μικρά στο σχολείο και πάντα έπαιρνα άριστα με τόνο στα Όνειρα.
- Είχατε μάθημα Ονειρικής;
- Όχι επίσημα. Μόνο όταν ξεχνιόμουν και σκαρφάλωνα στα σύννεφα έξω από το παράθυρο την ώρα της διδασκαλίας.
- Α, μάλιστα! Γι αυτό...
- Τι 'γι αυτό' καλό μου Όνειρο;
- Άντε έλα Καλό ΜΟΥ και θα στα ξηγήσω όλα στη διαδρομή.
- Μμμμ... Να το σκεφτώ λίγο πρώτα, με τρομάζουν οι διαδρομές με άγνωρα Όνειρα και του γύρισα την πλάτη.
- Α, μη μου παγώνεις, δεν το αντέχω.
- Καλά, μη μου στεναχωριέσαι μόνο,γιατί κι εγώ δεν το αντέχω κοτζάμ Όνειρο να σκοτεινιάζει τα ματάκια του. Δε θα σου ξαναπαγώσω ποτέ. Στο υπόσχομαι!
- Ε, τότε, έλα Καλό ΜΟΥ αφού!


Κι ύστερα σα να ξύπνησα κι ήταν όλα τόσο μπερδεμένα κι ούτε καταλάβαινα τι έγινε και πώς έγινε και πότε έγινε.
Πότε ακολούθησα τελικά το Όνειρο; Ούτε που θυμάμαι. Κι ήταν σα να ήταν το Όνειρο μέσα σε μένα κι εγώ μέσα στο Όνειρο ή ήταν το Όνειρο εγώ κι εγώ το Όνειρο... ή είμασταν μαζι ενωμένοι εγώ και το Όνειρο αλλά είμαστε χωριστά αλλού το Όνειρο κι αλλού εγώ; Και πού με πήγαινε; Ή εγώ το πήγαινα; Ή πηγαίναμε; Προς τα πού όμως;

Κάτι ασυναρτησίες περικοκλαδιασμένες γύρω από καλλιγραφήματα του νου.
Άντε βγάλε άκρη με αυτά τα μακρινά Όνειρα που σου μιλούν μεν αλλά βλέπεις χαρτί και καλαμάρι τις λέξεις τους και ενώ δεν είναι δίπλα σου είναι τόσο πολύ κοντά σου και πήραν σβάρνα τ' ουρανού τις γωνιές και σε σεριανίζουν και καμιά φορά τρακάρουν και στα απρόσεχτα σύννεφα και... και...



"Ας πρόσεχες! Και αφού δεν πρόσεξες... καλά να πάθεις τώρα!!" πετάχτηκε από κάπου ένα σχόλιο.
"Όχι εσύ ας πρόσεχες!!! Κι αφού δεν πρόσεξες... καλά να πάθεις μετά!!!" ανταπάντησα.

Σιγά μην αφήνουμε τώρα και τα αδέσποτα σχόλια να μας κάνουν μπούλλλινγκ!


 Pictures by Le-Regard-des-Elfes



Βροχή


Τέτοια ώρα θα πρεπε να κοιμάμαι κανονικά για να μπορέσω να τα βγάλω πέρα με το φορτωμένο πρόγραμμα των ημερών που έρχονται.
Να, όμως που δεν μπορώ.


Κάτι με έχει πιάσει και σκέφτομαι μια παράξενη Κόκκινη Βροχή.

Που πέφτει απαλά και μουλιάζει το σώμα σου χωρίς καν να καταλάβεις ότι βρέχεσαι.
Που μπαίνει σιωπηλά στους πόρους σου φτάνοντας στα πιο κρυφά σου σημεία.
Πού ανακατεύεται και κυκλοφορεί μέσα σου τόσο απαραίτητα όσο και το αίμα σου.

Κι είναι τόσο μυστικιστικά οικείο και όμορφο αυτό που σου συμβαίνει.
Κι αισθάνεσαι χαζά που στην αρχή σκεφτόσουν να κρατήσεις αλεξίβροχο για να προφυλαχθείς τάχα.
Πού να 'ξερες ότι καμιά ομπρέλα δεν καταφέρνει να αντισταθεί σε τέτοιου είδους βροχή!


Και κοίτα να δεις, έχουν αναφερθεί κι άλλοι στην κόκκινη βροχή με τον δικό τους τρόπο.



Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Εικονοποίηση


To 'χω πάρει πια απόφαση και το βλέπω να επιβεβαιώνεται συνέχεια:
Άλλο τα γραφόμενα, άλλο ο γράφων.

Δικτυώνεσαι ονλαιν με άτομα που ξέρεις χρόνια και δεν πιστεύεις στα μάτια σου για όσα βλέπεις να προβάλουν ως εικόνα τους.
Ή γνωρίζεσαι από κοντά με άτομα που τα ήξερες μόνο από τα γραφόμενα και δεν ξαναπιστεύεις στα μάτια σου.
Το πραγματικό είναι και το φαίνεσθαι σε αντιπαράθεση.


Και μιλάω για τον πιο απλό μπλόγκερ ή χρήστη του Φ/Β μέχρι συγγραφείς και ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης.

Γιατί, πολλές φορές το μεγαλείο που αναδύεται από τα γραφόμενα, δεν είναι το μεγαλείο του πραγματικού ανθρώπου, αλλά το μεγαλείο από τους πόθους και τα όνειρά του για το τι θα μπορούσε να είναι κάποιος. Ένας άλλος εαυτός, μη κατακτημένος, ονειρικός, ίσως άπιαστος ή ουτοπικός που όμως, κατά καιρούς, μας δίνει διαμάντια γραφής και έμπνευσης.


Και θα μου πείτε, μα πώς μπορείς να εκδηλώνεις κάτι που δεν είσαι.
Και θα απαντήσω: "Δεν είσαι ακόμα". Εκδηλώνεις κάτι μακρινό που θα μπορούσες να φτάσεις ίσως με πολύ κόπο και στην πραγματικότητα.
Γιατί αυτό που εκδηλώνεται δεν είναι παρά ένα άλμα φαντασίας και επιθυμίας που δεν χρειάζεται να έχει απαραίτητα σχέση και με την πραγματικότητα ή την πραγματική προσωπικότητα των συγγραφέων στο τώρα.

Σπάνια να συναντήσεις ανθρώπους με συνέπεια ύπαρξης και φαίνεσθαι κι ακόμα πιο σπάνιο ανθρώπους καλύτερους από το φαίνεσθαι.




[Μη με ρωτήσετε, σε ποια κατηγορία ανήκω.
Αυτό μόνο τα άτομα που με γνωρίζουν από κοντά μπορούν να το κρίνουν.
Κι όταν λέω 'γνωρίζουν' το εννοώ, γιατί τις προάλλες έφτασε πάλι στα αυτιά μου μια ανυπόστατη φήμη από κουτσομπολιά ανθρώπων με τη λογική της Κατίνας.
Κάποιος ξέρει καλύτερα από μένα τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις, τόσο σίγουρος που τις διαδίδει κιόλας σε κοινούς γνωστούς μας!
Έχω ακούσει όμως αδιανόητα σημεία και τέρατα στο παρελθόν κι αυτό προστέθηκε πάνω τους ως ακόμη ένα γελοίο των ανθρώπων που κρίνουν με φήμες χωρίς να έχουν ιδια γνώση.]










Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Απαγωγή


Κι έρχεται ένα σύννεφο και σε παίρνει, ή καλύτερα το μητρικό σκάφος που μαζεύει όλα τα αδέσποτα Α.Τ.Π.Υ.  και τα βάζει στα ειδικά ξεχωριστά γυάλινα κλουβάκια τους.

Κι αυτό το συννεφένιο σκάφος, μυρίζει τη μονοτονία της καθημερινότητας κι έχει την άνοστη γεύση των ημερών που νεκρώνουν τα πάντα μέσα σου.
Και σταματάς να σκέφτεσαι και να υπάρχεις πραγματικά και πέφτεις σε χειμερία υπαρξιακή νάρκη.
Δεν ζεις. Επιβιώνεις. Σταματάς να πετάς, να ονειρεύεσαι, να δημιουργείς...
Το λεπτοφυές αέρινο μέσα σου εξαφανίζεται και δίνει τη θέση του στο χονδροειδές αναισθητοποιημένο σε μιαν ακραία υποκειμενικότητα.

Κι ούτε θες να επικοινωνείς, παρά μόνο όσο είναι απαραίτητο για τα αναγκαία της επιβίωσης.
Κλείνεις απ' έξω τους πάντες, γνωστούς, φίλους, συγγενείς, για λίγο ή για πολύ περισσότερο καιρό.
Παραλείπεις γιορτές και σημαντικά τους γεγονότα, ευχές για χρόνια πολλά ή καλή χρονιά...
Κι όποιος καταφέρνει να αντέξει, παραμένει σ' αυτην την περίεργη σχέση και συναναστροφή μαζί σου, όσο αραιά και σπάνια κι αν είναι, αλλά πάντα εγκάρδια σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα.

Έτσι χάνεις τους περισσότερους γύρω σου. Όμως αυτοί που καταλαβαίνουν και δεν παρεξηγούνται και μένουν, είναι αυτοί που ενδιαφέρονται και σε νοιάζονται πραγματικά.

Αυτά, αν ρωτάτε πού χάθηκα.
Όπου να 'ναι ετοιμάζεται και ο διάδρομος για την προσγείωση της επιστροφής.