Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Πίστευε και Μη... Μέρος 1ον



Ο Θωμάς, βγήκε από την κεντρική πύλη του ναού στο κορυφαίο σημείο του Ζιγκουράτ.
Κοίταξε κάτω το πλήθος που τον περίμενε.
Κράτησε σημαδιακά, ακριβώς πάνω από το κεφάλι του, την τεράστια επιγραφή και τους την έδειξε:

"ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ, ΕΡΕΥΝΑ"

Το πλήθος πίστεψε τον άπιστο, χωρίς να ερευνήσει αν οι Ιερείς του έδωσαν ακριβώς έτσι την επιγραφή ή αν πρόσθεσε μόνος του το κόμμα λίγο πριν την έξοδό του απ΄ το ιερό άβατο.

Κατόπιν, κατέβασε την επιγραφή πάνω από το κεφάλι του και την άφησε στα πόδια του, χωρίς να έχει πια καμία αξία. Το πλήθος διαλύθηκε ικανοποιημένο ενώ αυτός ξαναμπήκε στο ιερό.

"Τι έκανες;" τον ρώτησε αυστηρά ο Αρχιερέας. Πρώτα ο Πέτρος με την τριπλή άρνηση, μετά ο Ιούδας με την προδοσία και τώρα ο Θωμάς με την αμφισβήτηση. Ποτέ δε θα μπορούσαν να είναι όλα υπό πλήρη έλεγχο.

"Τους έδειξα το δρόμο του νου", απάντησε ο Θωμάς κοιτάζοντάς τον προκλητικά κατάματα.

"Ω γέγονε γέγονε", είπε στωικά ο Αρχιερέας προσπαθώντας να υπολογίσει τις συνέπειες από τις απώλειες πιστών.

"Δύσκολος, πολύ δύσκολος δρόμος", μουρμούρισε ένα αποστεωμένο γεροντάκι που καθόταν στην πιο σκοτεινή γωνιά. Μόλις είχε κάνει ένα μικρό θαύμα. Πολλαπλασίασε ένα ψάρι και δυο φέτες ψωμί, ώστε να φτάσουν για να γευματίσουν όλοι τους.

"Δύσκολος και δαιδαλώδης με πολλές παραπλανήσεις, μα όχι ακατόρθωτος. Και πολύ πιο έλλογος!", συμπλήρωσε με ικανοποίηση ο Θωμάς.

"Δεν υπάρχει μονόδρομος για την αλήθεια", ξαναμίλησε Αρχιερέας. "Ας παιδευτεί ο καθένας όπου νομίζει καλύτερα. Ούτως ή άλλως, ελάχιστοι τα καταφέρνουν τελικά".

"Πίστη και απιστία είναι το ίδιο", δήλωσε ο Θωμάς. "Και τα δύο εκφράζουν όρια και περιχαρακώνουν το απόλυτο. Αφήστε στον κόσμο την ψευδαίσθηση της επιλογής".

Κανείς δεν συμπλήρωσε τίποτε άλλο. Η συζήτηση έμοιαζε να έχει τελειώσει προς το παρόν. Όλοι πήραν τις θέσεις τους στο τραπέζι για να μοιραστούν το ίδιο γεύμα.

.


Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Αχίλλειος Πτέρνα


Για να φτάσεις ως εδώ,
Να φτάσεις εδώ που είσαι,
να 'ρθεις από κει όπου δεν είσαι,
Το δρόμο πρέπει ν' ακολουθήσεις που δεν έχει έκσταση.
Σ' ό,τι δεν ξέρεις για να φτάσεις
Το δρόμο πρέπει ν' ακολουθήσεις της αμάθειας.
Για ν' αποχτήσεις ό,τι δεν κατέχεις
Της απογύμνωσης το δρόμο πρέπει ν' ακολουθήσεις.
Σ' ό,τι δεν είσαι για να φτάσεις
Το δρόμο ν' ακολουθήσεις πρέπει όπου δεν είσαι.
Κι ό,τι δεν ξέρεις είναι το μοναδικό που ξέρεις
Κι ό,τι κατέχεις είναι αυτό που δεν κατέχεις
Κι όπου είσαι είναι όπου δεν είσαι.
(Τ. Σ. Έλιοτ)


Ποιο είναι το Μέγιστο που μπορείτε να ζήσετε;
Η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης.
 Η ώρα που κι αυτή, ακόμα, η ευτυχία σας γίνεται αηδία, όπως κι η λογική σας κι η αρετή σας...
 Η ώρα που λέτε: "Τι σημασία έχει η λογική μου! Λαχταρά τη γνώση καθώς λαχταρά το λιοντάρι την τροφή του. Δεν είναι παρά φτώχεια και βρώμα και μια αξιολύπητη αυταρέσκεια"...

Μιλήσατε ποτέ σας έτσι; Φωνάξατε ποτέ σας έτσι; Αχ, να σας είχα ακούσει ποτέ να φωνάζατε έτσι!
(Φ. Νίτσε-'Τάδε έφη Ζαρατούστρα') 




Σε άξαφνες φοβερές στιγµές αστράφτει µέσα µου: "Όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και µάταιο, δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόηµα". Μα ξαναζεύουµαι, πάλι, γοργά στον τροχό της ανάγκης, κι όλο το Σύµπαντο ξαναρχινάει γύρα τρογύρα µου την περιστροφή του.

Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της Άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.
(Ν. Καζαντζάκης-'Ασκητική')









Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;
(Κώστας Μόντης)




Kι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα
για να μάθεις κάποτε ποιος είσαι…
(Τ. Λειβαδίτης)


 




Εφθάσαμε έτσι λίγο-λίγο στη γυμνότητα,
ένα-ένα αποδυθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα - μολονότι κάποιος φόβος κι απο πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν ότι χούς εσμέν… Άθλιας επίγνωση
σοφίας! Ένδεια σημερινή ! Βραδύνοια της χθες !
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγωμε σε θρίαμβο !…
(Τάκης Κ. Παπατζώνης
-'Σοφία')




Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Θεωρίες Μάθησης - Καλβίνο


Είχαμε ραντεβού έξω από τον Τερκενλή στην Αριστοτέλους
Είχε πάει λίγο νωρίτερα και με περίμενε, ακουμπισμένος στο απέναντι δέντρο δίπλα από το περίπτερο. Ποιος; Ο Ίταλο Καλβίνο αυτοπροσώπως.
Στο χέρι του κρατούσε μια χάρτινη σακούλα και μέσα της είχε ένα βιβλίο του για να μου το δωρίσει.

-Ήθελα να σου φέρω ένα άλλο βιβλίο μου, μού είπε, αλλά δεν το έβρισκα.

-Δεν ξέρω τίποτε για σένα εκτός του ότι σε αναφέρει συχνά-πυκνά ο Ροντάρι κι ούτε έχω διαβάσει ποτέ κανένα σου βιβλίο… αλλά ξέρεις... πάντα ήθελα, σκόπευα να διαβάσω κάπου στο μελλοντικό χρόνο… δικαιολογήθηκα βιαστικά...

-Είναι που ονομάζομαι "εγώ", μου είπε, κι αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που ξέρεις για μένα αλλά αρκεί να σε σπρώξει να επενδύσεις ένα μέρος του εαυτού σου σ' αυτό το άγνωστο εγώ.

-...άσε που νόμιζα ότι δε θα ζεις πια, συμπλήρωσα τη δική μου πρόταση αγνοώντας τη δική του.

-Μην αφήσεις τη σκιά της ταύτισης να έρθει μαζί σου απόψε,  μου είπε με ένα πλατύ χαμόγελο και με ελευθέρωσε από χρόνους και θανάτους.

-Πώς σου φαίνεται η Θεσσαλονίκη, η πόλη μας; Έχεις ξανάρθει; προσπάθησα να πω κάτι πιο ελαφρύ.

-Κοιτάζω από μακριά τη ζωή μιας τυχαίας βραδιάς σε μια μικρή πόλη και συνειδητοποιώ ότι θα είμαι ξεκομμένος απ' όλες τις τυχαίες βραδιές ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμα, και σκέφτομαι πόσες χιλιάδες πόλεις σαν κι αυτήν υπάρχουν, πόσες εκατοντάδες χιλιάδες φωτισμένα μαγαζιά μέσα στα όποια αυτήν την ώρα ο κόσμος αφήνεται να γλιστρήσει στο σκοτάδι της νύχτας και δεν έχει στο κεφάλι του ούτε μια από τις σκέψεις που έχω εγώ μα κάποιες άλλες, ίσως καθόλου αξιοζήλευτες αλλά που αυτή τη στιγμή θ' άλλαζα ευχαρίστως με τις δικές μου με οποιονδήποτε από αυτούς.  
Σκέψου πως αυτή η πόλη έχει δει λίγο πολύ αυτές τις φάτσες, τις συνηθισμένες φάτσες που συνηθίζουν να κυκλοφορούν στο κέντρο, και οι διάφορες αυτές φάτσες κουβαλάνε πάντα το βάρος της συνήθειας που μεταδίδεται ακόμα και σε όποιον, όπως εγώ, δεν έχει ξαναβρεθεί ποτέ εδώ πέρα αλλά καταλαβαίνει πως αυτές είναι οι συνηθισμένες φάτσες, οι συνηθισμένες γραμμές του προσώπου που ο καθρέφτης των μπαρ έχει δει να συσπώνται ή να ξεχειλώνουν, εκφράσεις που τη μια βραδιά μετά την άλλη τσαλακώνονται και πρήζονται.

 Γύρισα και κοίταξα τη δική μου φάτσα που καθρεφτιζόταν στην απέναντι νυχτερινή βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Έκανα μια συνηθισμένη γκριμάτσα και το πρόσωπό μου τσαλακώθηκε και πρήστηκε κάπως στα πλάγια, σχηματίζοντας τις ίδιες συνηθισμένες του γραμμές, όπως πάντα.

-Και να σκεφτείς, ότι μέχρι σήμερα δε σε ήξερα καθόλου, ξαναστράφηκα σοβαρή στον Ίταλο. Ο κόσμος γλιστρούσε γύρω μας στους καλοφωτισμένους δρόμους, χωρίς να μας δίνει σημασία σα να μην υπήρξαμε ποτέ.

-Είναι καλό που δε με ξέρεις, αλλιώς θα υπήρχε κάτι σαν πέπλο από άλλες εικόνες που θα σκέπαζε την εικόνα μου και θα την έκανε να φαίνεται θολή. Ένα βάρος από αναμνήσεις που θα σε εμπόδιζαν να με δεις όπως βλέπει κανείς έναν άνθρωπο για πρώτη φορά. Αναμνήσεις που θα έμεναν μετέωρες όπως ο καπνός κάτω από τις λάμπες.

-Μα... καλά… σε τι γλώσσα μιλάμε; θυμήθηκα ξαφνικά να απορήσω.

-Ιταλικά φυσικά!

-Μα... αφού... δεν ξέρω Ιταλικά!

-Έλα, μην αφήνεις το παρελθόν να μπερδευτεί με το παρόν κι ούτε αυτά που ξέρεις ή δεν ξέρεις να γίνονται νοητική τροχοπέδη σου. Κάθε στιγμή μπορεί να συμβεί το κάθε τι, γι αυτό μην περιορίζεσαι. Σε μια ζωή, προγνωστικά δε θα μπορούσαν να υπάρξουν.

Αμήχανη, επειδή δεν καταλάβαινα, έβγαλα από τη χαρτοσακούλα το βιβλίο του που μόλις μου είχε χαρίσει και το περιεργάστηκα για να δώσω κάπως περισσότερο χρόνο στον εαυτό μου να σκεφτεί και να καταλάβει και μετά γύρισα στο οπισθόφυλλο, λες κι εκείνη τη στιγμή, το πιο σημαντικό πράγμα ήταν να διαβάσω την σύντομη παρουσίασή του.

-Μας μαθαίνουν από μωρά να διαβάζουμε, με διέκοψε, και μένουμε όλη τη ζωή μας σκλάβοι των χιλιάδων γραφτών που μας ρίχνουν μπροστά στα μάτια μας. Βέβαια τον πρώτο καιρό δυσκολεύτηκα κι εγώ να μάθω να μη διαβάζω, τώρα όμως μου φαίνεται κάτι το απόλυτα φυσικό. Το μυστικό είναι να μην αρνείσαι να κοιτάζεις τις γραμμένες λέξεις, αντίθετα πρέπει να τις κοιτάζεις έντονα ώσπου να εξαφανιστούν.

Α, αυτό το κατάλαβα! Τι πρωτότυπος και όμορφος τρόπος για να το εκφράσει κανείς! .....Τι θα γινόταν αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης μας έφερνε έναν νέο τρόπο ανάγνωσης; θέλησα να το προεκτείνω λίγο παραπέρα.

-Όπως αυτόν που χρησιμοποιούν οι τυφλοί; έκανε τάχα ότι δεν αντιλήφθηκε αυτό που του είπα. Ποιος; Αυτός που τα βιβλία του διαβάζονται σε τόσα πολλά επίπεδα όσοι και οι όροφοι του εμπορικού κέντρου εκεί απέναντι.

-Όχι, σαν αυτόν τον τρόπο της μη ανάγνωσης που μόλις είπες. Αντί να διαβάζουμε με τα μάτια και να καταλαβαίνουμε νοήματα, να διαβάζουμε, ας πούμε, με την καρδιά και να αισθανόμαστε το ρυθμό των λέξεων ή το συναισθηματικό τους μέγεθος και βάρος. Ή (αμέσως μου 'ρθε κι άλλη μια ιδέα) όπως διαβάζουμε εμείς, έτσι να διαβαζόμαστε ταυτόχρονα και από αυτό που διαβάζουμε, και το κείμενο που διαβάζουμε να γεμίζει αυτόματα με τις σκέψεις μας και τις σκέψεις του κάθε αναγνώστη και να μεγαλώνει συνέχεια. Έτσι, ένα βιβλίο που αλλάζει χέρια, να μεταβάλλεται συνεχώς και ποτέ να μην είναι το ίδιο αν τυχόν το ξαναδιαβάζαμε…  Και φαντάσου σε τι χέρια μπορεί να πάει ένα βιβλίο και με τι διαφορετικές σκέψεις να γεμίσει... Και με τέτοια δεδομένα, σε ποιους θα διαλέγαμε να το δανείσουμε και γιατί... κι ίσως μετά να θέλαμε να το ξαναδιαβάσουμε...

-Μα, ήδη, η ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου που κρατάς είναι χιλιάδες άλλα βιβλία μαζί και ένας από τους ήρωές του είσαι κι εσύ, μου είπε και μου 'δωσε ραντεβού στο δρόμο του Σαν Τζιοβάνι γιατί σε λίγο θα γινόταν αόρατος, λέει, στα πλαίσια της επίσκεψής του στην ...αόρατη πόλη μας.

-Φεύγεις κιόλας; Και ποια αόρατη πόλη μας; ρώτησα κοιτάζοντας τριγύρω σα χαζή λες κι εκείνη τη στιγμή θα μπορούσα να εντοπίσω και να δω τα ...αόρατα της πόλης μας!

-Τι είναι σήμερα η πόλη για σένα; Με ρώτησε αυτός με ένα αρκετά σοβαρό ύφος και πρωτού να προλάβω να του απαντήσω συνέχισε: Η κρίση της πολύ μεγάλης πόλης είναι η άλλη όψη της κρίσης της φύσης. Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας• οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. Προσπάθησε να δεις την εικόνα της  ευτυχισμένης πόλης που συνεχώς αλλάζει σχήμα και χάνεται, κρυμμένη μέσα στη δυστυχισμένη πόλη...

Μα τι λέει; Ποια ευτυχισμένη πόλη με όλο αυτό το τσιμέντο και το κυκλοφοριακό χάος;  Σαν κουρδισμένη άρχισα αμέσως να παραληρώ:

-Το βλέμμα μας και οι αισθήσεις μας στην πόλη σκοτώνονται από το γκρι. Όπως και από τα αμετροεπή ψεύτικα χρώματα κι αρώματα των καλοντυμένων νωδών προσόψεων που κατασκευάζουμε γύρω μας. Κυκλοφορούμε με πληγωμένα βλέμματα και αισθήσεις που αιμορραγούν από την τσιμεντοποίηση και την χωροταξική ραστώνη. Και τι να σου κάνει η σπάνια κι ολοένα συρρικνούμενη συσκευασμένη Φύση σε μορφή κοσμοβριθών πάρκων και μικρών αλσυλλίων; Πόσο ζείδωρη μπορεί να είναι σε σύγκριση με την έμπλεη χαρά της γνήσιας και παντοίας επαφής μαζί της; Φευγαλέο ξεγέλασμα αισθήσεων. Αγχίνους μνήμη. Ποια ευτυχία θα καταφέρει να ζήσει μέσα σε κατασκευασμένες εικονικές αλληλουχίες…

Πίστευα ότι τα 'λεγα καλά και μάλιστα και πολύ λογοτεχνικά, στο ύφος που θα άρμοζε να μιλάω με έναν συγγραφέα, αλλά μάλλον κάτι έκανα λάθος, επειδή, μόλις που πρόλαβα να δω τον μη Ιταλό Ίταλο να εξαφανίζεται στη σελίδα 27 του βιβλίου του, ακριβώς εκεί όπου είχα σταματήσει το διάβασμα την προηγούμενη βραδιά.

-Μα, έτσι; Χωρίς ούτε ένα τσιάο; σκέφτηκα…



(ΣΗΜ: Τα κείμενα με πλάγια γραμματοσειρά είναι αυτούσια κείμενα από βιβλία του Ίταλο Καλβίνο. Τα υπόλοιπα... δική μου φαντασία.
Αγχίνους Μνήμη: Κείμενο από παλιότερη ανάρτηση μου)




.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Το μέτρο του μηδενός


Γίνεται να δεις το μηδέν στα μάτια και να μην αποκαρτερήσεις; Να μη σκεφτείς: "Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης";

Τι μου ΄ρθε να συνδυάσω τώρα ρήσεις Λιαντίνη και Σολομώντα…
Διάφορες σκέψεις για την οντολογική πορεία μας μέσα στην εξέλιξη, την ειδωλοποίηση του εγωκεντρικού ατόμου στον πολιτισμένο μας κόσμο και την αποκοπή από τη συν-ολικότητα (που μου μοιάζει, ίσως, ως η πιο λογική διέξοδος με κάποιο νόημα).


Αθύρματα των καιρών οι άνθρωποι, με τεντωμένα χέρια που νομίζουν πως έφτασαν ή φτάνουν κάπου. Ανεβαίνουμε αυτοσχέδιες κλίμακες, άλλος ψηλότερα άλλος χαμηλότερα, ζωγραφίζοντας ζωές στο χωροχρόνο.
Και μετά, εφησυχαστική ικανοποίηση (διανοητική ή εικονική) ή ίσως και ενσυνείδητες επόμενες προσπάθειες για το γνωστό: Citius (Μακρύτερα) Altius (Ψηλότερα) Fortius (Δυνατότερα).
Αυτοοριζόμαστε ως "κάποιοι", άνθρωποι της τέχνης, της διανόησης ή κάποιου κοινωνικοπολιτικού στάτους...
Μέχρι το όριο που μας δείχνει το μέτρο του μηδενός. Αυτό που τσακίζει όποιον προσπαθήσει πραγματικά να το περάσει.
Κάποτε, ίσως να προσπάθησαν να του δώσουν διάφορους ορισμούς όπως "ταπείνωση", "γνώθι  σαυτόν","λάθε βιώσας", "αναγέννηση", "υπέρβαση"... αλλά παραμένει αχαρτογράφητο και ως προς τον πλήρη ορισμό του και ως προς τα όριά του. Ο "κάποιος" που γίνεται "κανένας" για να καταφέρει να ξεφύγει από το κοπάδι και τη σπηλιά με το γιγάντιο τέρας που έχει μονόφθαλμη και περιορισμένη οπτική.



Σπάνιο επίτευγμα στην πορεία της εξέλιξής μας. Οδυνηρότατο. Σχεδόν ακατόρθωτο. Αφόρητο. Το πουκάμισο του Ηρακλή που δεν αντέχεις να φοράς και αυτοπυρπολείσαι, Μετρημένοι στα δάχτυλα της ιστορίας οι γνωστοί που το κατάφεραν. Κι άλλοι τόσοι οι αφανείς.
Δεν υποψιάζεσαι απλώς το μηδέν, αλλά το κοιτάς κατάβαθα, μέσα στα μάτια. Κι αν αντέξεις, μηδενίσου αυτοορίσου και ξαναξεκίνα από την αρχή. Γιατί ως τώρα προσπαθούσες να φτάσεις στα άστρα, χτίζοντας πάνω στο δεδομένο σαθρό εδαφος της πλάνης.

Τι κάθομαι και γράφω τώρα. Ας ζήσουμε ο καθένας μας, όπως μπορεί καλύτερα, στην ατομική του φούσκα μιας ζωής εικονικότητας μέχρι να σκάσει με το θάνατο.

"Τρελή μηδενίστρια" με χαρακτήρισε πρόσφατα η φίλη μου που είναι ένθερμη οπαδός της χαράς της ζωής.
Ίσως και να 'μαι έτσι, μέχρι να με καλύψει κάποια καλύτερη λογική εξήγηση.

(Εικόνες: Rene Magritte, Μουσική Υπόκρουση: Jun Miyake - To the hills) 





Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Το τέλος του Αλέξανδρου


ΚΥΡΙΑΚΗ, 5 β

Το τέλος του Αλέξανδρου

Δίπλωσε τις τέσσερις εποχές κι απόμεινε σαν δέντρο που του σώ-
θηκε ο αέρας.

Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό.

Από τ' άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο
ριπές γαλάζιες.

Ώρες πέρασαν ώσπου, κάποια στιγμή, των γυναικών τα μάτια σκαρ-
δαμύσανε.

Τότε μπήκε η Κερά κι αυτός ξεψύχησε.

(Οδ. Ελύτης: Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984)



.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Υπαρξιακά


κέφτομαι άρα υπάρχω" (cogito ergo sum) είχε δηλώσει ο Ντεκάρτ.
Κι εγώ που σταμάτησα να σκέφτομαι, σταμάτησα και να υπάρχω. Μια νεκρή ύπαρξη.
Τι οξύμωρη έκφραση! Όσο και το: Μια ζωντανή ανυπαρξία.
Ίσως γι αυτό εκπλήσσομαι όταν οι άνθρωποι μού απευθύνουν το βλέμμα τους, μου μιλούν, με ρωτούν πού χάθηκα και συνεχίζουν να με αντιμετωπίζουν σαν το παλιό ζωντανό όν.
Μάλλον γιατί δεν αναγνωρίζουν το φέρετρο που ντύθηκε το βλέμμα μου.
Μήπως τελικά υπάρχουμε ακόμη κι όταν δεν σκεφτόμαστε; 
Όταν κλείνει την αναπνοή μας ο ασφυκτικός αέρας μιας νοητικής ύπνωσης; 
Όμως τι είδους ύπαρξη είναι αυτή και ποια να 'ναι η υπόσταση της… (αν)υπαρξίας της; 

Είναι η ενσυνείδητη συμμετοχή μας που κάνει τη ζωή πραγματική ή ούτως ή άλλως το παιχνίδι είναι στημένο;

(Απόσπασμα από το "Καθημερινολόγιό" μου, 13/12/11)

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Illussions

(Εικόνα: Μ.Κ.Έσχερ)


Μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο κάτοπτρα
η μερική αντανάκλαση της αλήθειας
μπερδεύεται με την αυταπάτη


.