-Πονάει πολύ το άτιμο...
Είπε ο Πρίγκιπας και ξεπέζεψε μαραμένος από το άσπρο του άτι... μο δόντι και τον πόνο που του προκαλούσε, ακριβώς μπροστά στα πόδια της Σταχτοπούτας.
Τα δυό του μάτια είχαν γείρει προς τα κάτω καρτερικά και οι καμπύλες τους έμοιαζαν με δύο μικρά ξεχωριστά κύματα.
Το ίδιο και τα χείλη του, με την από γεννησημιού του μόνιμη κυματοειδή μορφή τους.
Ένα τρικυμισμένο τοπίο όλο του το πρόσωπο.
Η Σταχτοπούτα το κράτησε μεσ΄ τα δυό της χέρια και του ΄δωσε ένα φιλί για να απαλύνει τη φουρτούνα του πόνου που όμως δεν του πέρασε.

-Στα παραμύθια δεν υπάρχει οδοντίατρος, καλέ μου, του είπε. Μόνο δοκιμασίες! Τρεις, όπως συνηθίζεται. Με αυτές περνούν όλα και φτάνεις στο επόμενο επίπεδο.
-Και πρέπει να τις περάσω όλες; Έχω να πάω και στη δουλειά, παραπονέθηκε εκείνος. Με περιμένει το βασίλειό μου! Καλύτερα να γεμίσω το στόμα μου με στοματικό διάλυμα να ζαλίσω τον πόνο.
Η Σταχτοπούτα σούφρωσε τα κόκκινα χειλάκια της σε duck face...
-Όχι, όχι, όχι, είπε τρεις φορές, χτύπησε με πείσμα το τακουνάκι από το φημισμένο γοβάκι της στο πάτωμα άλλες τρεις και πέρασε έτσι τη σχέση τους σε επόμενο επίπεδο με το να κατεβάσει, ξαφνικά κι απρόσμενα, μούτρα μέχρι το δάπεδο.-Γιατι όχι σεντεφένια μου, τι έπαθες κυρά μου και μου μούτρωσες, πες μου άστρο του πρωινού μου; Είπε εκείνος προσπαθώντας να την καλοπιάσει.
-Έχει πιο πολλά άστρα το βράδυ, γιατί με είπες ΄του πρωινού σου΄ που δε φαίνεται κανένα; μούτρωσε περισσότερο εκείνη που πήρε φόρα.
-Γιατι τώρα έχουμε πρωί ακόμα κι εσύ είσαι το άστρο του ουρανού μου που παραμένει άσβηστο παντοτινά και που δεν τολμά ποτέ να το σκεπάσει ούτε το φως του ήλιου.
Η Σταχτοπούτα, μαλάκωσε με όλα αυτά τα γλυκόλογα. Τα σουφρωμένα χειλάκια της απλώθηκαν ξανά σαν τραχανάς σε υποψία χαμόγελου,το προσωπάκι της ξαναγλύκανε και είπε με δυσανάλογα σκληρή κι απότομη φωνή...-Εντάξει, αλλά στοματικό διάλυμα δε θα βάλεις!
-Μα, γιατί όχι, φως των ματιών μου που μου συννέφιασες απότομα και θες με τρελάνεις;
-Γιατί θα μοσχομυρίζει ο στόμας σου και όλες θα θένε να σε φιλήσουν!
-Μα, πονάω πολύ, χαρά της ύπαρξής μου!
-Και μένα; Εμένα δε με σκέφτεσαι καθόλου που θα με τρυπάει αδιάκοπα το μικρό αγκαθάκι της ζήλειας;
-Μα, ο έρμος, μόνο εσένα σκέφτομαι πολύτιμο καμάρι μου, νύχτα και μέρα!
-Ε, τότε δε θα βάλεις στοματικό διάλυμα . και -
-Και τι θα κάνω ζωή της ζωής μου, ψυχή της ψυχής μου που υποφέρω;
-Θα περάσεις τις τρεις δοκιμασίες και θα γίνεις καλά!

-Και ποιες είναι αυτές οι τρεις δοκιμασίες ροδοπέταλό μου πλουμισμένο με λαμπυρίζουσες δροσοστάλινες πούλιες υετού;
-Πάρε μελάνι σουπιάς, κονδυλοφόρο και περγαμηνή και γράφε!
(συνεχίζεται...)
Η καταπληκτική εικονογράφηση ανήκει στην ιταλίδα: Anna Laura Cantone














































