Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Αφιερώματα-Νίκος Καρούζος 2

.
Διερώτηση για να μην Κάθομαι Άεργος
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγωμένα
ειν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.
.
Να Γύριζα στο Τίποτα
Ολομόναχος αδικαίωτος κι ανυπεράσπιστος
ελεεινός από βίαια ύψος που πάει στράφι
κάθε χιλιόμετρο μέλλον ένας βραδύκαυστος θάνατος.
Πότε θα με γκρεμίσει η ποθούμενη φλόγα στα σωθικά μου
στα φυλλοκάρδια μου η αμέτοχη λύση
η ακάλεστη διακοπή ώστε ν’ αρχίσει
αμέσως η αποσύνθεση.
Ήτανε κουβαράκι κάποτε μαζεμένος ο χρόνος
στα ιλιγγιώδη ποσοστά της αφάνταστης μικροΰλης.
Κανένας Κάλχας και κανένας οίστρος της τράπουλας –
η τύχη μας δεν είχε βγάλει τα φτερά της εντελέχειας.
Κι όμως εκεί στα έγκατα φυτευότανε δίχως νόημα
η ερεβώδης ιδιορρυθμία του θανάτου -:
αυτό που δοκιμάζουμε στο όνομα ηλικία.
Κι άλλη Άνοιξη εφέτος κι άλλη –
στη δράκαινα διάρκεια-διαλεκτική...
Κι άλλα πλήγματα στο στήθος κι άλλα
φονικά διάτορα εικοσιτετράωρα.
Στο κάπνισμα γρήγορα – να υπάρχουμε δήθεν άτρωτοι.
.
Γράφοντας Εκδικούμαστε τα Πράγματα
Μαύρη εκδίκηση ... (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα λεγα όμως στο σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
ειν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της.
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα...
Τι ειν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα: ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.
.
Αναφέρομαι στα Λεγόμενα Ύψη
στην αγχώδη μου έλλαμψη που βόσκει ανάμεσα
σ’ αυτή την αιωρούμενη ανάσταση της σκόνης
ανηφορίζοντας από κακοτράχαλα χώματα
σε κάτι ρόμβους νοερούς επιμένοντας ολομόναχος
τις γοερές να ξεκοιλιάζω γουρούνες: τα έκφυλα σύγνεφα
με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση
στα ύψη στο αγέρινο σκυλάδικο
που φωνασκούν ερίζοντας χυδαία τ’ αστροπελέκια.
Τα πόδια μου δεν είναι πια στα κάθετα χιλιόμετρα
η νηστική αρχαία μου φιλοδοξία
τα μουσικά μου μαθηματικά διανύοντας
(θυμάμαι από δω-πάνω τους καλοκαιριάτικους δρόμους
τις ρόδινες εκείνες φτέρνες των γυναικώνε να ξεχειλώνουν
επάνωθε σε κακορίζικα ξυλοπάπουτσα)
στα ύψη τ’ ακοινώνητα όπως ο μαύρος κι άραχλος πεθύμησα
ν’αδράξω με τ’ αριστερά μου δάχτυλα
της θεότρελης αστραπής τη γρήγορη γεωμετρία
πιάνοντας το μπατίρη ουρανό (κι ας λένε...) απ’ τα κέρατα:
Το Σείριο και τον Αντάρη τον αποτρόπαιο
λιανίζοντας το ύψος ανεχόρταγα
με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση.
.
Σύντομη Μαγνητοφώνηση
Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε
συνήθως όμως αναστατώνει
θρασύνεται διαστέλλεται στη λαγνική
του μαύρου κοινοκτημοσύνη.
Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος;
Ερείπιο από ναυτία, γιομάτος καρβουνόσκονη
κι απόκληρος εγώ από άνηθο
στα ανοιχτά της απελπισίας
αιμάσσοντας ακατάπαυστα
μεσ’ στη διάνοια-νοσοκομείο
(θυμάσαι τ’ αγριόχορτα
την ιταμή τους αδράνεια
θυμάσαι ω Μελάμφυλλη τα υδραργυρικά μας
μεσημέρια σαν του Ζόφου κατώφλια…).
Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο
τη ζαριά μου θαν τη ρίξω στην ανέραστην άβυσσο
χαρίζοντας τις εξάρες μου
στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε
σ’ αυτό τον κόσμο-μπαλτά που κατακόβει
τη φουκαριάρα μοίρα μου ωσάν
τρυφερό χοιρομέρι.
Καταχωνιάζομαι
καταστροφή
κατάμεστη
καταδίκη.
.

4 σχόλια:

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Και να σκεφθείς καλή μου φίλη, πως σ' αυτόν τον σπουδαίο ποιητή, η ανάλγητη εξουσία απένειμε σύνταξη Β΄κατηγορίας, (υπήρχε και Α΄) που ο πάμφτωχος ποιητής την απέρριψε αμέσως.

Κυκλοδίωκτον είπε...

Κι άντε να πεις ότι η πολιτεία δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος ενός καλλιτέχνη, οι ομότεχνοί του όμως που τον έβαζαν στο περιθώριο γιατί παρέμενε ανένταχτος σε κάποιο από τα ρεύματα της εποχής;
Αυτούς πως θα τους χαρακτηρίζατε κ. Θεοφίλου;

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

@ κυκλοδίωκτον
Θα τους χαρακτήριζα, μικρόψυχα και φθονερά τομάρια.

Κυκλοδίωκτον είπε...

Θα συμφωνήσω μαζί σας.
Καλημέρα.