Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Απλή Σύμπτωση


Το ένα λινκ με οδηγεί σε κάποιο άλλο και το άλλο αλλού...
Καταλήγω να διαβάζω την Λιποταξία της Χιονάτης της Δημουλά.... (έχω τόσο πολύ καιρό να διαβάσω ποίηση - ποιος δρόμος με φέρνει απόψε σε τέτοια μονοπάτια ξανά; Και Δημουλά; ειρωνεύεται η σκέψη μου τον εαυτό μου).

Προχωρώ πιο κάτω να δω ποια άλλα από τα 'νέα' της ποιήματα δεν ξέρω... Πριν προλάβω να διαβάσω το επόμενο... Μα τι είναι αυτή η βουή; Τόσο πολύ χάλασε πια ο ανεμιστήρας του λάπτοπ μου;

Μου παίρνει λίγο χρόνο να καταλάβω ότι ο ήχος δεν έρχεται από το λαπτοπ αλλά από την ανοικτή μπαλκονόπορτα και είναι ξαφνική βροχή. Αισθάνομαι κάπως περίεργα.

Αλίμονο! Πόσο χαμένη να είμαι πια που ξέχασα τον φυσικό ήχο της βροχής και τον μπερδεύω με τους μηχανικούς;
Βγαίνω βιαστικά στο μπαλκόνι να μαζέψω διάφορα και την πάνινη ομπρέλα μη βραχεί.
Επιστρέφοντας, συνεχίζω το διάβασμα εκεί από όπου είχα σταματήσει.
Μια σύμπτωση με περιμένει στην οθόνη μου.

Είναι μεσάνυχτα και το ποίημα της Δημουλά που δεν πρόλαβα να δω πριν, βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου και μιλάει για βροχή, μεσάνυχτα και παραλογισμούς...



Τα πάθη της βροχής



Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά


 Εικόνες:  Pascal Campion

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Άρχισε ψύχρα.
Τo γύρισε ο καιρός σέ αναχώρηση.

Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη ξοδεύτηκε σέ κάποια υδρορροή.
Ως χθές ακόμα όλα έρχονταν. Ζέστες, η διάθεση για φώς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τά φεγγάρια, πολλοί διάττοντες έρωτες ήρθαν στόν κόσμο τόν περασμένο μήνα.

Τώρα η γνωστή ψύχρα κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φώς.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια η μία ερήμωση τραβάει πίσω τής την άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φώς από την επανάπαυση
κι από τίς καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι τού μεταβλητού κλείνει τά τζάμια,
άλλοι λέν ως την άνοιξη,
άλλοι φοβούνται διά βίου.

Κι εσύ τί κάθεσαι;
Καιρός νά μπείς κι εσύ στα αλλαγμένα.
Νά γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι: "ποιός ξέρει τ' άλλο μου φθινόπωρο;".
Καιρός νά γίνεις "τ' άλλο μου φθινόπωρο".
Άρχισε ψύχρα.
Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας.

Οι αποδημητικές "Καλημέρες" - Κική Δημουλά

Κυκλοδίωκτον είπε...

Ευχαριστώ ανώνυμη/ε.

Βρίσκω μακράν καλύτερο (και πολύ πιο ταιριαστό με την τωρινή μου ψυχολογία) αυτο το ποίημα της Δημουλά από αυτό που μου ΄φερε στην οθόνη μου το 'τυχαίο' και ανάρτησα.

Καιρός να μπω κι εγώ στα αλλαγμένα. Άρχισε ψύχρα.