Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Αφιερώματα - Καραϊσκάκης, Δεύτερο Μέρος

Για να πάρετε μια ιδέα περί τίνος πρόκειται, σήμερα ανήμερα του θανάτου του, περιγράφω ένα ιστορικό στιγμιότυπο από τον αγώνα του.

Δίστομο

Στις 17 Ιανουαρίου του 1827, άρχισε η μάχη του Διστόμου και κράτησε μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου.

Μετά την περίφημη νίκη του στην Αράχωβα, όπου κατατρόπωσε ένα μεγάλο μέρος του Τουρκικού στρατού, ο Καραϊσκάκης, στέλνει διάφορους οπλαρχηγούς του σε θέσεις κλειδιά, ώστε να αποκλείσουν όλα τα περάσματα για να σταματήσουν τα στρατεύματα του Κιουταχή που κατευθυνόταν από την Θεσσαλία προς την Αττική.
Στο Δίστομο τοποθετεί τον Γιάννη Μπαϊρακτάρη που διοικούσε το στρατιωτικό απόσπασμα του Νότη Μπότσαρη.

Γίνεται γνωστό στους Έλληνες, ότι ο Κιουταχής στέλνει από την Εύβοια τον Ομέρ πασά για να βοηθήσει τους Τούρκους που είχαν μπλοκαριστεί στα Σάλωνα.
Ο Καραϊσκάκης βρίσκεται στο Μαυρολιθάρι, όταν μαθαίνει ότι ο Ομέρ πασάς έρχεται προς εκείνα τα μέρη με 4.000 στρατό. Φεύγει από κει και πηγαίνει με τα παλικάρια του στη Βελίτσα για να τον συναντήσει αλλά μαθαίνει ότι ο Ομέρ έχει κατασκηνώσει στο Τουρκοχώρι. Ξεκινάει για το Τουρκοχώρι, όπου νομίζει πως θα τον βρει, αλλά του λένε πως έχουν φύγει από κι από κει. Επιστρέφει στην Βελίτσα και μαθαίνει στα σίγουρα, πως, στις 17 Ιανουαρίου του 1827, κατευθύνθηκε στο Δίστομο όπου έχει αποκλείσει τους λιγοστούς Έλληνες υπερασπιστές του που υπήρχαν εκεί. Στο Δίστομο υπήρχαν μόνο τριακόσιοι Σουλιώτες με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη και τον Νίκο Κάσκαρη. Το σούρουπο την πρώτης μέρας, έφτασε εκεί και ο Γ. Δράκος από τα Σάλωνα για βοήθεια.

Οι στρατιώτες του Καραϊσκάκη είναι κατάκοποι μετά από τόσες οδοιπορίες. Ο ίδιος όμως, φοβάται ότι και η παραμικρή καθυστέρηση για βοήθεια προς το Δίστομο μπορεί να αποβεί μοιραία. Διαλέγει 400 εκλεκτά παλικάρια, τους λέει να μην πάρουν βαριά ρούχα και άλλα πράγματα που θα τους δυσκολέψουν στην πορεία παρά μόνο τα όπλα τους, πετάει πρώτος την κάπα του, αψηφώντας το ταλαιπωρημένο άρρωστο και ασθενικό κορμί του (λόγω προχωρημένης φυματίωσης) και ξεκινάνε πεζή χωρίς άλογα, για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους σκοπούς.

Στη μέση του καταχείμωνου και τα βουνά είναι γεμάτα χιόνια. Τα παλικάρια του, βλέποντας πόσο άρρωστος και εξαντλημένος είναι, τον παρακαλούν να κάνει μια εξαίρεση για τον εαυτό του και να ντυθεί καλύτερα, μα δεν το δέχεται. Πάντα, πρώτα φρόντιζε τους στρατιώτες του και τελευταίο τον εαυτό του, γι' αυτό και τον υπεραγαπούσαν όλοι. Δεν ήθελε να έχει κανένα προνόμιο περισσότερο από ό,τι τα παλικάρια του.

"Τότε είχε ψωμί και αυτός όταν είχον και οι αγαπητοί του Έλληνες... η κλίνη του ήτo κλίνη απλού στρατιώτου" – (Σπ. Τρικούπης, στον επιτάφιο λόγο του)

Στέλνει αγγελιοφόρο στο Δίστομο ότι θα καταφτάσει την ίδια νύχτα και πως όταν ακουστούν πυροβολισμοί από τις πλάτες των εχθρών τότε να ξέρουν να επιτεθούν κι αυτοί στους Τούρκους.
Ξεκινάει στις 3 το απόγευμα από τη Βελίτσα για το Δίστομο. "Αμίλητες σκιές με ελαφροπάτημα, σα νάτανε αγρίμια" προχωράνε μέσα από κακοτράχαλα βουνά. Πρώτα ο οδηγός, μετά ο καταπονημένος Καραϊσκάκης και ακολουθούν τα 400 παλικάρια του.

Περπατάνε 13 ώρες συνέχεια, χωρίς να σταματήσουν πουθενά ούτε για ανάσα. Χωρίς να τους καταλάβουν οι σκοπιές, φτάνουν τελικά μπροστά από τις σκηνές του στρατοπέδου των στρατιωτών του Ομέρ πασά. Σε δύο ώρες θα ξημέρωνε. Δεν είχαν χρόνο στη διάθεσή τους και τα περάσματα προς το Δίστομο ήταν κλεισμένα.

Ο Καραϊσκάκης, εκτιμώντας την κατάσταση, παίρνει την τολμηρή απόφαση να περάσουν ανάμεσα από τις σκηνές του τούρκικου στρατοπέδου. Για να μην ακουστούν, προστάζει να ψιθυρίσει ο καθένας στο αυτί του διπλανού του το τι θα κάνουν και ότι θα πρέπει να προσέξουν πολύ να μην μπερδευτούν στα σκοινιά που συγκρατούν τις σκηνές.
Αφού μπήκαν για τα καλά στο στρατόπεδο, αρχίζουν τους ντουφεκισμούς προς τις σκηνές. Οι Τούρκοι σα να δέχτηκαν αστροπελέκι. Ούτε που τολμούσαν να βγουν να δουν τι συμβαίνει. Δεν έγινε γνωστό πόση ήταν η μεγάλη ζημιά που έκαναν στον εχθρό. Από τα 400 παλικάρια όμως χάθηκαν τρία. Ο ένας από αυτούς ειδικότερα ήταν...

Οι Διστομίτες, που δεν ήξεραν καθόλου για τον ερχομό του Καραϊσκάκη (επειδή είχε φοβηθεί να περάσει ο αγγελιοφόρος και να τους ειδοποιήσει-τόσο ασφυκτικά ήταν αποκλεισμένο το χωριό), ξαφνιάστηκαν όταν τον είδαν να βγαίνει μέσα από το τουρκικό στρατόπεδο. Γεμάτοι θαυμασμό για το καινούργιο του κατόρθωμα (και είναι πολλά και άξιοθαύμαστα τα κατορθώματά του), πήραν θάρρος, έτοιμοι για νέα αντίσταση.

Ο άρρωστος Καραϊσκάκης, ξεκουράζεται μόνο μια ώρα και μετά ξυπνάει και γυρίζει σε όλα τα πόστα των στρατιωτών για να τους εγκαρδιώσει. Παρατηρώντας τις κινήσεις των Τούρκων, βλέπει πως ετοιμάζουν οχύρωμα σε έναν κοντινό μικρό λόφο. Το κοφτερό στρατιωτικό του μυαλό αντιλαμβάνεται αμέσως τον κίνδυνο. Το ίδιο βράδυ κάνει έφοδο και το καταλαμβάνει πρώτος, μόνο σαράντα βήματα απόσταση από το Τουρκικό στρατόπεδο.

Ένα τυχαίο γεγονός γίνεται η αφορμή για να καταλάβουν οι Έλληνες κι άλλο ένα πόστο κάπως μακρύτερα από το χωριό, μέσα στον κάμπο. Για να μην το κυκλώσουν οι Τούρκοι και το αποκόψουν, πιάνει ο ίδιος με κάποια από τα παλικάρια του κάτι βράχους ανάμεσα στο μικρό αυτό οχύρωμα και το χωριό, ώστε να υπάρχει άμεση σύνδεση με τους υπόλοιπους μαχητές.

Αρχίζει η μάχη. Μετά από 5 ώρες αγώνα, ο Ομέρ πασάς δέχεται τη βοήθεια ενός τάγματος 500 αντρών τακτικού στρατού. Εκπαιδευμένοι στην Ευρώπη, πήγαιναν να βοηθήσουν τον Κιουταχή στην Αθήνα, αλλά λοξοδρόμησαν για να βοηθήσουν πρώτα την πολιορκία του Διστόμου.

Οι Έλληνες πρώτη φορά βλέπουν τουρκικό σώμα τακτικού στρατού. Τα χάνουν και οπισθοχωρούν. Υπάρχει όμως κίνδυνος με την οπισθοχώρηση να αποκοπεί το απομακρυσμένο πόστο στον κάμπο και να χαθούν άδικα οι υπερασπιστές του.

Και πάλι ο Καραϊσκάκης βάζει πρώτα τους άλλους και μετά τον εαυτό του. Όταν όλοι γύρω του φεύγουν, αυτός μένει και προσπαθεί, μάταια, να τους σταματήσει. Αρνείται να υποχωρήσει αν δεν σωθούν πρώτα κι εκείνοι που βρίσκονται στο απομακρυσμένο πόστο. Τελικά, μένει μόνος, μονάχα με 20 γενναία παλικάρια και υπερασπίζεται τη θέση τους, μέχρι να καταφέρουν να υποχωρήσουν όλοι. Γίνεται θυσία για τους άλλους και τελικά πληγώνεται βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή του για να μην αφήσει πίσω του αποκομμένους τους πολεμιστές που θα χανόταν στα σίγουρα αν δεν επέμενε.
Ήταν η μόνη φορά που υποχώρησαν οι Έλληνες σε ολόκληρη την εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη.

Οι Έλληνες πολεμιστές οχυρώνονται ξανά μέσα στο Δίστομο. Ο τουρκικός τακτικός στρατός, φουσκωμένος από τη νίκη του αναλαμβάνει τα ηνία της επίθεσης. Τρεις μέρες βομβαρδίζουν από μακριά με απανωτές κανονιές το χωριό. Νομίζουν πως τώρα πια είναι δικό τους το Δίστομο. Ορμούν για δεύτερη νικητήρια μάχη αλλά αυτή τη φορά βρίσκουν σθεναρή αντίσταση από τρεις πλευρές. Η στρατηγική ευφυΐα του Καραϊσκάκη έχει βάλει τους καλύτερους σκοπευτές μπροστά και διατάζει τους υπόλοιπους να τους βοηθούν γεμίζοντας τους τα τουφέκια ώστε να μην σταματήσουν ούτε στιγμή τους πυροβολισμούς. Το τουρκικό τακτικό τάγμα οπισθοχωρεί ντροπιασμένο. Ακόμη και οι άντρες του Ομέρ τους γιουχάρουν για την αρχική τους έπαρση και την τελική αποτυχία τους.

Το βράδυ πιάνει κρύο. Οι Τούρκοι θυμούνται την Αράχωβα και φοβούμενοι μην πάθουν τα ίδια, το βάζουν κρυφά στα πόδια. Φεύγουν, αφήνοντας στημένες τις σκηνές και τα βαριά πράγματά τους, τρόφιμα, όπλα, ακόμα και το κανόνι, μην τυχόν και κάνουν θόρυβο και τους αντιληφθεί ο Καραϊσκάκης. Ο Ομέρ επιστρέφει ντροπιασμένος πίσω στην Κάρυστο της Εύβοιας.

Ο Καραϊσκάκης, για άλλη μια φορά, κερδίζει τον θαυμασμό για την στρατηγική και την παλικαριά του. Γίνεται ήρωας για τους Έλληνες και φόβος και τρόμος για τους Τούρκους.

Όταν ξεκίνησε, στις 25 Οκτωβρίου 1826, από την Ελευσίνα, όλη η Στερεά Ελλάδα στέναζε κάτω από τη σκλαβιά. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1927, σε λιγότερο από 4 μήνες, την είχε ελευθερώσει ολόκληρη από τον Αμβρακικό κόλπο ως την Αθήνα.
Μόνο τρία θαλασσινά κάστρα είχαν ακόμα οι Τούρκοι. Το Μεσολόγγι, τη Βόνιστα και τη Ναύπαχτο.

Παροιμιώδεις έμειναν οι φράσεις που έλεγαν αναμεταξύ τους οι Τούρκοι:
"Πού φεύγεις μωρέ, σαν να σε κυνηγά ο Καραϊσκάκης;"ή "Στάσου- στάσου να ιδείς μια φορά ντουφέκι του Καραϊσκάκη".Οι Τούρκοι, και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του έτρεμαν και τρέπονταν σε φυγή.

Βιβλιογραφία:
Δημητρίου Αινιάν: "Η βιογραφία του στρατηγού Γ. Καραϊσκάκη"
Δημήτρη Φωτιάδη: "Καραϊσκάκης"
Κώστα Δέτσικα: "Καραϊσκάκης ο στρατάρχης"

.

5 σχόλια:

Ιασιος είπε...

Έχετε κάνει πολύ καλή δουλειά.
Συγχαρητήρια.

Κάνοντας κι εγώ μια έρευνα για τον Καραϊσκάκη, βρήκα το ιστολόγιο σας. Πραγματικά είναι πολύ ενδιαφέρων και το χρησιμοποίησα ως πηγή στο δικό μου αφιέρωμα για τον Ήρωα μας.

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας στο σχόλιο που κάνατε για τα σημερινά σαθρά είδωλα και την απουσία πραγματικών ηρωικών προτύπων.

Σας ευχαριστώ. Χριστός Ανέστη

Κυκλοδίωκτον είπε...

Ευχαριστώ Ιάσιε για τα καλά σου λόγια.

Γράφω την διεύθυνση με το δικό σου αφιέρωμα για να χρησιμοποιηθεί και ως παραπομπή για όποιον ψάχνει για τον Καραϊσκάκη στο μέλλον:
http://iasios.blogspot.com/2008/04/blog-post_29.html

Γρηγόρης Δερεκενάρης είπε...

Πολύ ωραία και οργανωμένα κείμενα. Μερικά πράγματα να λέγονται για να τα ξαναθυμόμαστε. Καλό μήνα. Τα λέμε…

ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ είπε...

Αυτούς τους ήρωες αγαπάμε καλό μου "Κυκλοδίωκτο" τους τρυφερούς, τους ανθρώπινους αλλά και τους αφοσιωμένους στο στόχο τους. Ακούγεται απλό, μπορείς όπως να βρεις σήμερα ένα τέτοιον; Ίσως η αγάπη μας γι αυτούς να υποδηλώνει, ποια βασικά στοιχεία θα θέλαμε να είχε η ζωή μας...Χάρηκα και συγκινήθηκα από τις επιλογές σου, καθώς και για το μικρό σου κείμενο στ' αριστερά της σελίδας.

Κυκλοδίωκτον είπε...

Γρηγόρη, Καλό Μήνα! Ναι, τα λέμε. Εγώ φταίω που αργώ…

Κ. Θεοφίλου, κι αν βρίσκονται σήμερα τέτοιου είδους άνθρωποι, θα ναι κρυμμένοι ή τόσο παραγκωνισμένοι και η παρουσία τους υποβαθμισμένη από αυτό που αποκαλούμε κλισέ: "σύστημα", που δεν πρόκειται να μάθουμε γι αυτούς εκτός αν συμβεί κάτι εξαιρετικό που θα τους κάνει να αναδειχθούν.
Κι έχετε δίκιο, τα πρότυπά μας δηλώνουν τους στόχους μας για την ποιότητα της ζωής μας.
Το μικρό μου κείμενο στο πλάι, είναι ένα σύντομο ιστορικό της ζωής μου. Το παρελθόν, το παρόν και το πού σκοπεύω να φτάσω.
Ευχαριστώ.