Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

G. Gounaro


Το πιστεύω του Γιώργου Γουναρόπουλου

"Σκοπός της ζωής μου είναι η λύτρωση του ανθρώπου μέσω της ίδιας της ζωγραφικής και όχι μέσω των θεμάτων.

Την ζωγραφική μου την κλείνω μέσα σε μία διάφανη σφαίρα, για να αισθάνεται καλύτερα ο θεατής την κοσμογονική προέλευση αυτής της ζωγραφικής ουσίας.

Στην τέχνη, ό,τι γίνεται με το μυαλό εξηγείται πως έγινε, γιατί είναι πεπερασμένο και έχει συγγένεια με την ύλη. Ό,τι γίνεται με τη φαντασία δεν εξηγείται, γιατί η φαντασία έχει το μέρος του κόσμου της αιωνιότητας.
Το μυαλό αντιπροσωπεύει τον πεπερασμένο κόσμο. Η φαντασία την αιωνιότητα.

Όταν αφαιρέσει κανείς από την ομορφιά της φύσης, τότε σε αντιστάθμισμα θα προσθέσει κάτι άλλο, αυτό είναι η ατομικότητά μας. Έτσι έχουμε Μεταμόρφωση μαζί με Μετουσίωση να προσθέσουμε. Η Μεταμόρφωση είναι η ψυχικότητά μας μαζί με τη συναισθηματικότητά μας, και η Μετουσίωση είναι ο ζωντανός παλμός, η κίνηση του εσωτερικού εαυτού μας.

Για να γίνει τέχνη πρέπει να μετουσιωθεί η αντικειμενικότητα, και να γίνει σύμβολο.

Η τέχνη έχει σχέση με τους φυσικούς νόμους, όχι με τη φαινομενικότητα της φύσης και των αντικειμένων.

Υπάρχει ένας ιδιαίτερος για καθέναν τρόπος να μεταχειρίζεται τον αντικειμενικό κόσμο, δηλαδή τα αντικείμενα της φύσης, για να φανερώσει τον ιδεατό του κόσμο.

Η τέχνη κάμει την θεωρία, δεν κάμει η θεωρία την τέχνη. Η θεωρία μπορεί να βοηθήσει τον ταλαντούχο να κάμει τέχνη, αν έχει αρκετό ταλέντο να ξεχάσει λίγο ή πολύ την θεωρία που ακολουθεί.


Το ταλέντο είναι αυτό που κάνει την τέχνη μαγεία. Για να καταλάβει κανείς αυτή τη μαγεία αν δεν είναι καλός δέκτης, πρέπει να ελευθερωθεί από την ομορφιά της αντικειμενικότητας της φύσης, να ξεχάσει δε όλες τις θεωρίες περί τέχνης και να είναι ελεύθερος να μυηθεί έτσι στην μαγεία της ζωγραφικής τέχνης.

Μια από τις πολλές διαφορές που υπάρχει ανάμεσα στους μεγάλους ζωγράφους και στους άλλους που δεν έχουν προσωπικότητα και στους ακαδημαϊκούς ζωγράφους είναι ότι οι μεν πρώτοι όσο περνά η ηλικία τους, τόσο εκφραστικότερα έργα κάμνουν.
Οι δεύτεροι μόνον όσο διαρκεί η νεανική τους ορμή και από την αισθηματικότητά της ηλικίας τους, δίνουν στα έργα τους μια μικρή δόση έκφρασης.
Οι δε τρίτοι, αυτοί δεν γνώρισαν ποτέ την αληθινή ζωγραφική, αυτοί δεν έχουν καμία δόση έκφρασης στα έργα τους, ούτε όταν ήσαν νέοι, μα ούτε όταν γέρασαν.

Η μοίρα της τέχνης είναι να ταρακουνήσει σε κάθε εποχή και σε κάθε κοινωνικό πνεύμα, όσο να 'ρθει η εποχή που θα ωριμάσει η ανθρωπότητα. Τότε θα κυριαρχήσει στις ψυχές των ανθρώπων και θα τους γίνει ο πραγματικός οδηγός"

Γ. Γουναρόπουλος [1890-1977]


Χθες, πήγαμε για δεύτερη φορά στο περίπτερο 1 της Δ.Ε.Θ, να επισκεφτούμε τις διάφορες εκθέσεις που οργανώνει το ίδρυμα Μ.Μερκούρη. Από την πρώτη φορά μου 'κανε εντύπωση το πιστεύω του ζωγράφου Γ. Γουναρόπουλου. Ε, θα το βρω στο διαδίκτυο να το μελετήσω καλύτερα, σκέφτηκα, αλλά δεν το βρήκα πουθενά.
Αυτή τη φορά το φωτογράφησα, το αντέγραψα και το ανέβασα γιατί αξίζει πραγματικά τον κόπο.

Μόνο που αυτό το: "Η τέχνη έχει σχέση με τους φυσικούς νόμους, όχι με τη φαινομενικότητα της φύσης και των αντικειμένων", δεν μπόρεσα να το καταλάβω επακριβώς...
Αν μπορούσε κάποιος να βοηθήσει...

Δε θα λεγα ότι με ενθουσιάζουν όλα τα έργα του Γουναρόπουλου με την πρώτη ματιά. Δεν δονούμαι εύκαμπατα. Η συμπαγής μου σκέψη αντιδρά σ' αυτήν την αέρινη ρευστή και διάφανη εικόνα. Ίσως γιατί πρέπει να πλησιάσω τη ζωγραφική του με άλλο τρόπο, πιο συμβολικό, πέρα από την πεπατημένη των αισθήσεων και της φαινομενικότητας. Κάποια από τα έργα του όμως τα βρίσκω ασύλληπτα μοναδικά, όπως το εξαϋλωμένο βλέμμα αυτής της κοπέλας που θα χρειαζόταν πάρα πολλές λέξεις για να περιγράψει κάποιος λίγα από όσα του μεταδίδει.


Το βιογραφικό του Γουναρόπουλου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, παραθέτω όμως ένα γεγονός ως προς τη δική του θέαση της τέχνης σε σχέση με τις αντιδράσεις των οπαδών της κλασικής μορφής:

Το 1929 παρουσιάζει την πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα στη Galerie Στρατηγοπούλου, με έργα όπου εμφανίζεται με ολότελα δική του τεχνοτροπία. Η έκθεση αυτή όχι μόνο αποτελεί σταθμό στη νεοελληνική ζωγραφική, αλλά και σημειώνει καταπληκτική εμπορική επιτυχία. Με αυτή την έκθεση ο Γουναρόπουλος επιβεβαιώνει ότι είναι βαθύς γνώστης των κλασσικών κανόνων της ζωγραφικής, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει ένα είδος διαμαρτυρίας για την εμμονή σ' ένα καθυστερημένο πια ακαδημαϊσμό και υποτονικό χρωματικά ιμπρεσιονισμό, που αποτελούσαν μια παραφωνία προς το πνεύμα των νέων καιρών.
Προκαλεί το γενικό θαυμασμό, ενώ επαινείται διθυραμβικά από τους νέους κριτικούς. Κατηγορείται όμως από τους οπαδούς της ακαδημαϊκής τεχνοτροπίας και ιδιαίτερα από το Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ο Παπαντωνίου ήταν τεχνοκριτικός, καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, είχε στήλη ζωγραφικής κριτικής στο τότε Ελεύθερον Βήμα, και θεωρούνταν από το πολύ κοινό ότι ήταν αυθεντία στα ζητήματα της τέχνης. Ο Παπαντωνίου, κατηγορεί λοιπόν τον Γουναρόπουλο ότι αγνοεί τους κανόνες της κλασικής τεχνοτροπίας στη ζωγραφική.
Ο Γουναρόπουλος σαν απάντηση, ζωγραφίζει, μέσα σε μια νύχτα, το πορτραίτο της μητέρας του, με όλους τους κανόνες της κλασσικής ζωγραφικής (που θα μπορούσε να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό θιασώτη της παραδοσιακής τεχνοτροπίας) και το εκθέτει στην ίδια αίθουσα, όπου είχε και τα άλλα έργα του, ενώ παράλληλα γράφει κι αυτός ένα άρθρο κάνοντας μαθήματα ζωγραφικής στον Παπαντωνίου.



-

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Μικρή Φιλοσοφία του Έρωτα



Κεφάλαιο: Ο Φαταλισμός των ερωτευμένων
20. Με τον φαταλισμό μας, οι ερωτευμένοι απωθούμε την αδιανόητη σκέψη ότι η ανάγκη να ερωτευτούμε προηγείται πάντα του έρωτά μας προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Η εκλογή μας κάποιου συντρόφου τελείται κατ' ανάγκην μεταξύ των ανθρώπων που συναντάμε.

Κεφάλαιο: Εξιδανίκευση
13. Το ότι ερωτευόμαστε τόσο απότομα οφείλεται μάλλον στο ότι η διάθεση για έρωτα έχει εκδηλωθεί πριν δούμε το προσφιλές πρόσωπο -η ανάγκη επινοεί τη λύση της. Η εμφάνιση του προσφιλούς προσώπου δεν είναι παρά το δεύτερο στάδιο στην προγενέστερη [αλλά κατά κανόνα λανθάνουσα] ανάγκη να ερωτευτούμε. Η ερωτική μας πείνα αρπάζεται από τα δικά του χαρακτηριστικά και η λαχτάρα μας στερεοποιείται πάνω του.

Κεφάλαιο: Μαρξισμός
12. Αν είσαι ερωτευμένος και δεν σου το ανταποδίδουν, μπορεί να πονάς, μα είναι ασφαλές, γιατί δεν βλάπτεσαι παρά μόνο εσύ, από έναν πόνο προσωπικό, που είναι πικρόγλυκος και τον προκαλείς μόνος σου. Όμως, από την στιγμή που ο έρωτας γίνεται αμοιβαίος, πρέπει να είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις την παθητικότητα του πάσχοντος και να αναλάβεις την ευθύνη ότι μπορείς και συ να πληγώνεις.

16. Ίσως υπάρχει λοιπόν μια μορφή λατρείας που απορρέει από την παρόρμησή μας να γλιτώσουμε από τον εαυτό μας και τις αδυναμίες μας, μέσω μιας συμμαχίας με κάποιον ωραίο και ισχυρό - το Θεό, μια λέσχη, το προσφιλές μας πρόσωπο. Μα αν το πλάσμα αυτό τσιμπηθεί μαζί μας [αν εισακουστεί η προσευχή μας, αν μας δεχτούν σαν μέλη], ωθούμαστε να επανέλθουμε στον εαυτό μας και, κατά συνέπεια, σε όλα εκείνα που μας έστρεψαν προς τα έξω. Ίσως τελικά να μη ζητούσαμε πράγματι τον έρωτα, ίσως θέλαμε μόνο να πιστέψουμε σε κάποιον∙ μα όμως πώς θα πιστέψουμε στο προσφιλές μας πρόσωπο τώρα που πιστεύει αυτό σε μας;



Τα παραπάνω ήταν ελάχιστα αποσπάσματα από αυτά που έχω διαβάσει ως τώρα από αυτό το βιβλίο.





(Σημείωση: Το Νο12, από το κεφάλαιο του Μαρξισμού, παρ' όλο που σαν σύνολο δεν έχει νοητική συνάφεια με τα υπόλοιπα, το πρόσθεσα για τη φράση:"από έναν πόνο προσωπικό, που είναι πικρόγλυκος και τον προκαλείς μόνος σου", που αν απομονωθεί, γίνεται βαθύτερο αίτιο και για τις υπόλοιπες παραγράφους.



Ως παρατηρητής και βλέποντας συνέχεια (λόγω της φύσης της δουλειάς μου) "έρωτες" να γεννιούνται και να πεθαίνουν πιο γρήγορα κι απ' ό,τι αλλάζει ροή ο άνεμος, ίσως να γίνομαι κυνική και να το φιλοσοφώ παραπάνω, αλλά τα αποσπάσματα αυτά εκφράζουν και τις δικές μου σκέψεις.

Βλέπω τους ανθρώπους να ψάχνουν μια σχέση για να κρατηθούν πάνω σε κάποιον άλλον, να φυγαδέψουν στην παρουσία του τη δική τους μοναξιά.
Και μετά από λίγο να αποτυχαίνουν γιατί το πρόβλημα δεν είναι ο άλλος αλλά οι ίδιοι και η επιπολαιότητα αποφυγής αυτοπροσδιορισμού τους.
Και μετά νέα προσπάθεια με κάποιον άλλον και μετά ακόμα μια προσπάθεια κ.ο.κ. …

Λες και γίνεται ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων ανθρώπων στην μεταβλητή "Ψ" που ορίζεται σαν "σχέση".
Ο Α που τα 'χε με την Β, εμφανίζεται μετά από καιρό με την Γ που ερχόταν με τον Δ, κ.ο.κ, μόνο και μόνο για να επαληθεύεται η ύπαρξη της μεταβλητής "Ψ", με διαφοροποίηση των τιμών-υποκειμένων της.

Έχουμε ως δεδομένο ένα συγκεκριμένο αριθμητικό σύνολο ανθρώπων (το σύνολο των γνωριμιών μας). Η κάθε μονάδα του συνόλου αυτού πρέπει να ανακαλύψει οπωσδήποτε (!) μια άλλη μονάδα από το σύνολο για να σχετιστεί. Και λόγω του περιορισμένου αριθμού και των επιλογών, κάθε φορά, ο μη χείρων φαντάζει βέλτιστος,  ως η επιθυμητή επιλογή, και μετά την αποτυχία πάμε ξανά απ' την αρχή με νέα επιλογή μη χείρωνος κ.λπ..

Ξεφεύγουμε από τον εαυτό μας μέσω κάποιου άλλου, μέχρι τη σύγκρουση και την ακύρωσή του ως μέσον λύτρωσης και διαφυγής από τον εαυτό μας.
Ένα ενστικτώδες συνεχές κυνηγητό ικανοποίησης της ερωτικής ανάγκης που καταντά άλογο και ανερμάτιστο και αναρωτιέμαι πολλές φορές, άραγε αν είναι τόσο αβίαστο και χωρίς ψυχικό κόστος όσο φαίνεται.
Αλλά αφού δεν φαίνεται ψυχοφθόρο για τους εμπλεκόμενους (ή κι αν είναι. δείχνουν να το ξεπερνούν πολύ γρήγορα) τι σε νοιάζει εσένα, θα μου πείτε.

Είναι που η δική μου φιλοσοφία και θέση γι αυτό το θέμα είναι κάπως βαριά για μια τέτοια ελαφρότητα επιλογών και μάλλον έξω από την εποχή μας, ίσως οπισθοδρομική…




-

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Hallo 'Ανοιξη!

Άρρωστη ξανά.
Τα 2/3 αυτού του χειμώνα τα πέρασα έτσι.
Βαρέθηκα να αρρωσταίνω φέτος όσο ποτέ άλλοτε.

Το πρωινό της Παρασκευής μου είναι αφιερωμένο στα μαθήματα σκίτσου που παρακολουθώ κι έτσι συμπληρώνω τον απαραίτητο ύπνο το απόγευμα.
"Όταν είσαι άρρωστος ούτε τον ύπνο δεν μπορείς να ευχαριστηθείς", πόσο δίκιο είχε ο φίλος που μου το 'πε.

Και να, ένα όνειρο κυνηγητού, ένα σκοτεινός στενός υπόνομος που έπρεπε να περάσω, με εκείνη τη βρώμα της μούχλας και της κλεισούρας… Ίσα ίσα που πρόλαβα να βγω πριν ξυπνήσω.
Κι εκεί, στο μεταίχμιο του ξυπνήματος, ήρθε η σκέψη: "κι αν οι διώκτες έκλειναν την είσοδο και μας άφηναν να πεθάνουμε από ασφυξία;(ήταν ακόμη ένας μαζί μου)… κι αν... κι αν ποτέ αναγκαστώ να βρεθώ σε τέτοια θέση...." 

Στριφογύρισαν για λίγο αβάσταχτες υποθέσεις στο μυαλό μου, μαζί με το πώς μπόρεσα να μπω σε ένα τέτοιο μέρος, έστω και στον ύπνο μου, και πετάχτηκα ιδρωμένη, αισθανόμενη ασφυκτικά από τις αναμνήσεις του πανικού που είχα πάθει στο βουνό.

(Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, πολέμησα αυτόν τον πανικό με διάφορες σκέψεις, αλλά κυρίως με βοήθησε ο Σολωμός. Δεν θυμάμαι τι και πώς, αλλά είχα πάρει μεγάλο ψυχικό κουράγιο μια δύσκολη νύχτα, διαβάζοντας αποσπάσματά του και φιλοσοφώντας με αφορμή τη ζωή του).

Βγήκα στο μπαλκόνι, κόντρα στο μυαλό μου, να αισθανθώ φρεσκάδα και αεράκι (τι κι αν βρίσκομαι στην πόλη) σαν το πιο άμεσο φάρμακο για την περίπτωση και για να σταματήσω να αναμασώ τα ατέρμονα και τελείως άσκοπα "αν" και "ίσως" που ενέτειναν και ζωντάνευαν την ανάμνηση.

Και δεν κάθομαι εδώ έξω; Στο τραπεζάκι μου ένα πορτοκαλί πανσεδάκι, που φύτεψα προχθές, έψαχνε για παρέα. Ετοίμασα έναν καφέ να απολαύσω τη μυρωδιά του (ύπνε, έχε γεια, θα τα καταφέρω κι απόψε στη δουλειά, για άλλη μια φορά, χωρίς την στήριξή σου) και έγειρα στα κάγκελα.
Αλλά πόσο να στοχαστείς σε ένα αστικό μπαλκόνι με θέα μπαλκόνια άλλων και έναν ημικεντρικό δρόμο; Ευκαιρία να πάρω το μισοαρχινισμένο βιβλίο μου (ή μήπως το λαπτοπ και να δουλέψω; μπα το βιβλίο καλύτερα-το λαπτοπ αργότερα, με περισσότερη ευχέρεια καιρού και χρόνου). Φόρεσα κι ένα ζακετάκι και να 'μαι να διαβάζω στο μπαλκόνι τη "Μικρή φιλοσοφία του έρωτα", του Αλαίν ντε Μποτόν.

"Έχω πολλά να διαβάσω και να κάνω" του είπα όταν μου έκλεισε το μάτι στην βιτρίνα με τα προτεινόμενα της βιβλιοθήκης. "Δεν σε προλαβαίνω".
"Πάρε με!" με εκλιπάρησε με ένα χαμόγελο.
"Δεν έχω χρόνο, και εξ άλλου, δεν με απασχολούν τα περί έρωτος αυτόν τον καιρό" του απάντησα.
"Δοκίμασέ με πρώτα!" Μου έθεσε επί τάπητος τον πειρασμό.
Υπέκυψα. Το πήρα στα χέρια μου και άνοιξα μια τυχαία σελίδα του…
"Νίκησες" του είπα, "θα σε πάρω. Μόνο εσένα όμως, κανένα άλλο" (το χω χούι στη βιβλιοθήκη να φεύγω με περισσότερα από ένα βιβλία συνήθως).

Φεύγοντας, πέρασα απ΄ το μαγαζί φίλης μου που είναι ακριβώς απέναντι, να της αφήσω το Παρασκευιάτικο "γεια". Είχε δυο πελάτισσες μέσα.
"Κοίτα τι πήρα...", της έδειξα την μικρή φιλοσοφία με αυθορμητισμό.
"...Διαβάζω αυτό που μου δάνεισες" της είπα, "αλλά δεν άντεξα στον πειρασμό και πήρα κι αυτό..." (συνήθως μου δανείζει βιβλία της, όπως ολόκληρη τη σειρά του Γιάλομ-σπουδάζει παράλληλα ψυχολογία και είναι του άμεσου ενδιαφέροντός της-χαμός έγινε έμαθα στην προχθεσινή διάλεξή του- μήπως θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον Γιάλομ: Κοέλιο της ψυχολογίας; λέω τώρα...- κι αυτή τη φορά, της έχω πάρει, εδώ και καιρό, το "Ούτε το όνομά μου", που μιλάει για τη μικρασιατική καταστροφή).
"...Μου θύμισε τόσο έντονα Μπαρτ..." ("Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου", που μου χε χαρίσει αρκετά χρόνια πριν, κάποιος φίλος), συνέχισα την αγόρευση περί του βιβλίου.

Δεν ήξερε ούτε τον Μποττόν, ούτε τον Μπαρτ. Άνοιξα το βιβλίο, έψαξα το απόσπασμα που μου 'κανε εντύπωση (συνήθως τα δανειζόμενα και πολυδιαβασμένα βιβλία έχουν κλειδώσει να ανοίγουν σε συγκεκριμένες σελίδες) και άρχισα να διαβάζω δυνατά. Οι άγνωστες μου πελάτισσές της με άκουγαν κι αυτές. Τελείωσα σύντομα κι ανοίξαμε μια μικρή συζήτηση περί του αποσπάσματος (ίσως γιατί κάτι έπρεπε να πουν μετά από όλα αυτά; ίσως η μία να ήθελε να...), συναίνεσα με βιαστικό λόγο, χαιρέτησα κι έφυγα σαν σίφουνας όπως πάντα όταν πηγαίνω εκεί. Ούτε καν που συστηθήκαμε με τις 2 άγνωστες.
(Ωραίο αυτό το "σαν σίφουνας". Ενέχει εμπιστοσύνη για τα σχόλια και εντυπώσεις που ακολουθούν στο μέρος που αφήνεις. Και είναι αλήθεια ότι με έχει καλομάθει σ' αυτά η φίλη μου για το τι λέει και για το πώς με συστήνει στις τυχαίες πελάτισσες που υπομένουν μαζί της το μικρό αστραπιαίο πέρασμά μου κάθε φορά.)

Την επόμενη Παρασκευή, μετά το σκίτσο, της πήγα τον Μπαρτ.
"Κράτα τον όσο θέλεις" της είπα. "Δεν έχει όριο επιστροφής αυτό".
Σήμερα που ξαναπέρασα, μου είπε ότι της άρεσε ο Μπαρτ κι ότι σχεδόν τελειώνει κι ένα άλλο που της είχα δανείσει (έχω μια ακόμα μικρή ιστορία και γι' αυτό το άλλο βιβλίο: "Πετραία γη", του Γλέζου).

Κι έτσι, βρέθηκα να διαβάζω στο μπαλκόνι, με έναν ζεστό καφέ κι ένα δροσερό αεράκι να σβήνει στο μέτωπό μου τον λίγο πυρετό (κι αργότερα το συνέχισα μέσα, στον καινούργιο μου καναπέ του ενός μηνός, αχ, αυτός ο καναπές, τι περιπέτεια κι αυτή…), τον κ. ντε Μποττόν (απόλαυση να τον διαβάζεις), με τον σπιρτόζικο λόγο, το χιούμορ, την τσαχπινιά, την διεισδυτικότητα και τον ευφυή τρόπο ανάλυσης του έρωτά του, χωρίς μουσική υπόκρουση (όπως ειθίζεται), μέσα στην ησυχία που αφήνει τις σκέψεις να ακουστούν, αλλά κυρίως να εκδηλωθούν (πόσο μου 'λειψε τόσο καιρό!).

Νομίζω ότι σήμερα το απόγευμα δεν ξύπνησα μόνο από ένα άσχημο όνειρο, αλλά και στην άνοιξη που έρχεται.
Λέω ότι φτάνει πια τόση κλεισούρα!


-