Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Hallo 'Ανοιξη!

Άρρωστη ξανά.
Τα 2/3 αυτού του χειμώνα τα πέρασα έτσι.
Βαρέθηκα να αρρωσταίνω φέτος όσο ποτέ άλλοτε.

Το πρωινό της Παρασκευής μου είναι αφιερωμένο στα μαθήματα σκίτσου που παρακολουθώ κι έτσι συμπληρώνω τον απαραίτητο ύπνο το απόγευμα.
"Όταν είσαι άρρωστος ούτε τον ύπνο δεν μπορείς να ευχαριστηθείς", πόσο δίκιο είχε ο φίλος που μου το 'πε.

Και να, ένα όνειρο κυνηγητού, ένα σκοτεινός στενός υπόνομος που έπρεπε να περάσω, με εκείνη τη βρώμα της μούχλας και της κλεισούρας… Ίσα ίσα που πρόλαβα να βγω πριν ξυπνήσω.
Κι εκεί, στο μεταίχμιο του ξυπνήματος, ήρθε η σκέψη: "κι αν οι διώκτες έκλειναν την είσοδο και μας άφηναν να πεθάνουμε από ασφυξία;(ήταν ακόμη ένας μαζί μου)… κι αν... κι αν ποτέ αναγκαστώ να βρεθώ σε τέτοια θέση...." 

Στριφογύρισαν για λίγο αβάσταχτες υποθέσεις στο μυαλό μου, μαζί με το πώς μπόρεσα να μπω σε ένα τέτοιο μέρος, έστω και στον ύπνο μου, και πετάχτηκα ιδρωμένη, αισθανόμενη ασφυκτικά από τις αναμνήσεις του πανικού που είχα πάθει στο βουνό.

(Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, πολέμησα αυτόν τον πανικό με διάφορες σκέψεις, αλλά κυρίως με βοήθησε ο Σολωμός. Δεν θυμάμαι τι και πώς, αλλά είχα πάρει μεγάλο ψυχικό κουράγιο μια δύσκολη νύχτα, διαβάζοντας αποσπάσματά του και φιλοσοφώντας με αφορμή τη ζωή του).

Βγήκα στο μπαλκόνι, κόντρα στο μυαλό μου, να αισθανθώ φρεσκάδα και αεράκι (τι κι αν βρίσκομαι στην πόλη) σαν το πιο άμεσο φάρμακο για την περίπτωση και για να σταματήσω να αναμασώ τα ατέρμονα και τελείως άσκοπα "αν" και "ίσως" που ενέτειναν και ζωντάνευαν την ανάμνηση.

Και δεν κάθομαι εδώ έξω; Στο τραπεζάκι μου ένα πορτοκαλί πανσεδάκι, που φύτεψα προχθές, έψαχνε για παρέα. Ετοίμασα έναν καφέ να απολαύσω τη μυρωδιά του (ύπνε, έχε γεια, θα τα καταφέρω κι απόψε στη δουλειά, για άλλη μια φορά, χωρίς την στήριξή σου) και έγειρα στα κάγκελα.
Αλλά πόσο να στοχαστείς σε ένα αστικό μπαλκόνι με θέα μπαλκόνια άλλων και έναν ημικεντρικό δρόμο; Ευκαιρία να πάρω το μισοαρχινισμένο βιβλίο μου (ή μήπως το λαπτοπ και να δουλέψω; μπα το βιβλίο καλύτερα-το λαπτοπ αργότερα, με περισσότερη ευχέρεια καιρού και χρόνου). Φόρεσα κι ένα ζακετάκι και να 'μαι να διαβάζω στο μπαλκόνι τη "Μικρή φιλοσοφία του έρωτα", του Αλαίν ντε Μποτόν.

"Έχω πολλά να διαβάσω και να κάνω" του είπα όταν μου έκλεισε το μάτι στην βιτρίνα με τα προτεινόμενα της βιβλιοθήκης. "Δεν σε προλαβαίνω".
"Πάρε με!" με εκλιπάρησε με ένα χαμόγελο.
"Δεν έχω χρόνο, και εξ άλλου, δεν με απασχολούν τα περί έρωτος αυτόν τον καιρό" του απάντησα.
"Δοκίμασέ με πρώτα!" Μου έθεσε επί τάπητος τον πειρασμό.
Υπέκυψα. Το πήρα στα χέρια μου και άνοιξα μια τυχαία σελίδα του…
"Νίκησες" του είπα, "θα σε πάρω. Μόνο εσένα όμως, κανένα άλλο" (το χω χούι στη βιβλιοθήκη να φεύγω με περισσότερα από ένα βιβλία συνήθως).

Φεύγοντας, πέρασα απ΄ το μαγαζί φίλης μου που είναι ακριβώς απέναντι, να της αφήσω το Παρασκευιάτικο "γεια". Είχε δυο πελάτισσες μέσα.
"Κοίτα τι πήρα...", της έδειξα την μικρή φιλοσοφία με αυθορμητισμό.
"...Διαβάζω αυτό που μου δάνεισες" της είπα, "αλλά δεν άντεξα στον πειρασμό και πήρα κι αυτό..." (συνήθως μου δανείζει βιβλία της, όπως ολόκληρη τη σειρά του Γιάλομ-σπουδάζει παράλληλα ψυχολογία και είναι του άμεσου ενδιαφέροντός της-χαμός έγινε έμαθα στην προχθεσινή διάλεξή του- μήπως θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον Γιάλομ: Κοέλιο της ψυχολογίας; λέω τώρα...- κι αυτή τη φορά, της έχω πάρει, εδώ και καιρό, το "Ούτε το όνομά μου", που μιλάει για τη μικρασιατική καταστροφή).
"...Μου θύμισε τόσο έντονα Μπαρτ..." ("Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου", που μου χε χαρίσει αρκετά χρόνια πριν, κάποιος φίλος), συνέχισα την αγόρευση περί του βιβλίου.

Δεν ήξερε ούτε τον Μποττόν, ούτε τον Μπαρτ. Άνοιξα το βιβλίο, έψαξα το απόσπασμα που μου 'κανε εντύπωση (συνήθως τα δανειζόμενα και πολυδιαβασμένα βιβλία έχουν κλειδώσει να ανοίγουν σε συγκεκριμένες σελίδες) και άρχισα να διαβάζω δυνατά. Οι άγνωστες μου πελάτισσές της με άκουγαν κι αυτές. Τελείωσα σύντομα κι ανοίξαμε μια μικρή συζήτηση περί του αποσπάσματος (ίσως γιατί κάτι έπρεπε να πουν μετά από όλα αυτά; ίσως η μία να ήθελε να...), συναίνεσα με βιαστικό λόγο, χαιρέτησα κι έφυγα σαν σίφουνας όπως πάντα όταν πηγαίνω εκεί. Ούτε καν που συστηθήκαμε με τις 2 άγνωστες.
(Ωραίο αυτό το "σαν σίφουνας". Ενέχει εμπιστοσύνη για τα σχόλια και εντυπώσεις που ακολουθούν στο μέρος που αφήνεις. Και είναι αλήθεια ότι με έχει καλομάθει σ' αυτά η φίλη μου για το τι λέει και για το πώς με συστήνει στις τυχαίες πελάτισσες που υπομένουν μαζί της το μικρό αστραπιαίο πέρασμά μου κάθε φορά.)

Την επόμενη Παρασκευή, μετά το σκίτσο, της πήγα τον Μπαρτ.
"Κράτα τον όσο θέλεις" της είπα. "Δεν έχει όριο επιστροφής αυτό".
Σήμερα που ξαναπέρασα, μου είπε ότι της άρεσε ο Μπαρτ κι ότι σχεδόν τελειώνει κι ένα άλλο που της είχα δανείσει (έχω μια ακόμα μικρή ιστορία και γι' αυτό το άλλο βιβλίο: "Πετραία γη", του Γλέζου).

Κι έτσι, βρέθηκα να διαβάζω στο μπαλκόνι, με έναν ζεστό καφέ κι ένα δροσερό αεράκι να σβήνει στο μέτωπό μου τον λίγο πυρετό (κι αργότερα το συνέχισα μέσα, στον καινούργιο μου καναπέ του ενός μηνός, αχ, αυτός ο καναπές, τι περιπέτεια κι αυτή…), τον κ. ντε Μποττόν (απόλαυση να τον διαβάζεις), με τον σπιρτόζικο λόγο, το χιούμορ, την τσαχπινιά, την διεισδυτικότητα και τον ευφυή τρόπο ανάλυσης του έρωτά του, χωρίς μουσική υπόκρουση (όπως ειθίζεται), μέσα στην ησυχία που αφήνει τις σκέψεις να ακουστούν, αλλά κυρίως να εκδηλωθούν (πόσο μου 'λειψε τόσο καιρό!).

Νομίζω ότι σήμερα το απόγευμα δεν ξύπνησα μόνο από ένα άσχημο όνειρο, αλλά και στην άνοιξη που έρχεται.
Λέω ότι φτάνει πια τόση κλεισούρα!


-

Δεν υπάρχουν σχόλια: