Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Με τον Μάνο και τους μύθους...


 
Μεσάνυχτα αργά χθες.
Ο Μάνος περνούσε με έναν Μετρονόμο κάτω από τη μασχάλη του.
"Δεν είμαι φιλόσοφος" σιγομουρμούριζε...
"Είμαι απλώς ένας ζωντανά σκεπτόμενος άνθρωπος. Επειδή, όμως, η σκέψη έχει γίνει είδος πολυτελείας, στον καιρό μας… φαντάζω σαν φιλόσοφος, ενώ έχω απλούστατα κοινό νου..."

 Κι ύστερα νομίζω πώς άκουσα να λέει...
"Δόξα τω Θεώ, στον έρωτα δεν γνώρισα απογοητεύσεις παρά μονάχα ωραίες στιγμές που με ωρίμασαν, είχα την εύνοια της τύχης να γνωρίσω ωραίους έρωτες, που μ’ έκαναν κι εμένα ωραίο."

Αλλά γι αυτό δεν παίρνω όρκο. Μόνο πως αμέσως μετά, τα χείλη του άρχισαν να σφυράνε μια μελωδία. Τη μελωδία του γνωστού "Μύθου".


Έναν μύθο θα σας πω, που τον μάθαμε παιδιά:


"Ζούσε κάποτε κάποιος βουτηχτής αδύτων με σπασμένη μάσκα, γεμάτη ραγισματιές, αλλά που με τον καιρό τις είχε συνηθίσει και δεν τις έβλεπε πια.
Ώσπου μια μέρα συνάντησε μια καταπράσινη πεντακάθαρη λιμνούλα.
Από την πρώτη βουτιά κάτι δεν του άρεσε στο βυθό της.
Την έβλεπε γεμάτη σκουπιδάκια.
Καθάρισέ τα, να μπορώ να σε απολαμβάνω στην τελειότητά σου, της είπε μια ηλιόλουστη μέρα.
Δεν υπάρχει τίποτα για να καθαρίσω, του απάντησε εκείνη, εμπιστέψου τα λόγια μου και δες με οπως είμαι.
Μα ο βουτηχτής δεν μπορούσε να την εμπιστευτεί. 
Τα σκουπίδια βρισκόταν εκεί, σε κάθε του βουτιά. 
Κοίτα τα και διώξτα σε παρακαλώ, την ικέτευε κι όλο της τα έδειχνε.
Μα εκείνη δεν μπορούσε να δει και να διώξει κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.
Κι ούτε να προσποιηθεί ότι υπάρχουν κι ότι τάχα τα διώχνει για να του κάνει τη χάρη.
Δεν ήθελε ποτέ να ντυθεί το ψέμα όσο κι αν κόστιζε αυτό.
Κι ας το φώναζε συνέχεια στον βουτηχτή, πότε με  γαλήνη πότε με άγρια κύματα.
Ο βουτηχτής δεν την πίστευε μα ούτε και μπορούσε να βγάλει τη μάσκα με τις ραγισματιές για να δει κι αυτός τον καθάριο της βυθό.
Η μάσκα είχε γίνει ο εαυτός του πια. Η αναπνοή του. 
Χωρίς τη μάσκα θα πέθαινε η ύπαρξή του.
Και δεν το άντεχε.
Και δεν ξαναβούτηξε ποτέ στα καταπράσινα νερά της."


Για τον μύθο που μας λέτε άλλον μύθο θα σας πω:

"Ζούσε κάποτε ένα παλικάρι που αγάπησε πολύ μια κοπέλα.
Την έκανε γυναίκα του και την έβαλε ψηλά σε ένα θρόνο.
Της έχτισε το καλύτερο παλάτι και σκότωνε γύρω της όλους τους δράκους για να τη φυλάει.
Και της αγόραζε τα καλύτερα που υπήρχαν. 
Πανάκριβα αντικείμενα και διαμαντικά και μαλάματα και την στόλιζε.
Το πιο ακριβό από όλα ήταν η καρδιά του που της είχε χαρίσει σε ένα κουτάκι να τη φυλάει κατάδική της.
Μα η κοπέλα δεν είχε να του χαρίσει τίποτα. 
Και αισθανόταν μικρή κι ασήμαντη μπροστά του.
Κι όλο μαράζωνε κι έκλαιγε κρυφά.
-Τι έχεις αγάπη μου, τη ρωτούσε εκείνος γεμάτη ανησυχία.
-Τίποτε, του απαντούσε εκείνη, είναι από την πολλή ευτυχία.
Μόνο τον αληθινό εαυτό της είχε για να του χαρίσει.
Όπως κι αν ήταν αυτός.
Εκείνος ήταν έτοιμος να τον δεχτεί με μεγάλη χαρά.
Όμως η κοπέλα δεν είχε τη δύναμη να το κάνει.
Δεν μπορούσε να ξεγυμνώσει τον εαυτό της και να δείξει πόσο μικρός ήταν.
Κι ήταν κρίμα γιατί αν το έκανε, θα θέριευε με την αγάπη και την συμπαράσταση του παλικαριού.
Κι έτσι κράτησε τον εαυτό της κρυφό, μόνο για εκείνη. 
Μα ο καιρός περνούσε και ολοένα πάγωνε απέναντί του.
Δεν άντεχε να της θυμίζει με το πολύ της παρουσίας του το λίγο της.
Αυτό που δεν τόλμησε ποτέ να παραδεχτεί και που φρόντιζε τόσο καλά να κρύβει.
Και η ντροπή μετατράπηκε σιγά σιγά σε μαχαίρι.
Σε μια αδύναμη στιγμή του παλικαριού, βρήκε ευκαιρία να το υψώσει με όλο το μεγαλείο της μικρότητάς της και να το στρέψει ίσα στην καρδιά του.
Μα, όταν άνοιξε το κουτάκι, ανακάλυψε ότι η καρδιά είχε χαθεί για πάντα.
Μαζί με το παλικάρι."




Υπάρχει κι ένας τρίτος μύθος, αλλά ο Μάνος, εδώ και καιρό μας έχει φύγει πολύ μακριά και δεν σφύριξε ακόμα τη δική του μελωδία.
Κάποιοι λένε ότι ακόμα δεν γράφτηκαν ούτε οι στίχοι του...





Οι παραμυθένιες εικόνες από τον: Silvano Braido.

Η αναφορά στον Μάνο, από αποσπάσματα όσων έχει πει ο Μάνος Χατζιδάκης και στη μελοποίηση του τραγουδιού Μύθος σε στίχους Θρασύβουλου Σταύρου.

 Το κοινό γνώρισμα των δύο Μύθων που δεν περιλαμβάνονται σε καμιά δισκογραφία, είναι ότι δύο άνθρωποι καλέστηκαν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους και όσα εμπόδια τους έστησε για να έχουν αυτό που τόσο ήθελαν και δεν τα κατάφεραν. 
Άγγιξαν την υπέρβαση και δεν την γεύτηκαν.
Μη με ρωτήσετε πώς συμβιβάστηκαν με αυτό που έκαναν και πώς συνέχισαν να πορεύονται.
Οι καθρέφτες και οι ψυχολογικές "ευγενείς απωθήσεις" είναι άλλο κεφάλαιο των μύθων.



Δεν υπάρχουν σχόλια: