Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Λογοκεντρισμός

Λογοκεντρισμος (Daniel Chandler)

Μια περαιτέρω ερμηνευτική μεροληψία, που ευνοεί την γλωσσική επικοινωνία πέραν των αποκαλυπτικά ονομαζομένων ‘μη-λεκτικών’ μορφών επικοινωνίας και έκφρασης, και πέραν των μη λεκτικά εκφραζομένων αισθημάτων είναι ο λογοκεντρισμός. Ο λογοκεντρισμός ευνοεί και το μάτι και το αυτί πέραν άλλων αισθήσεων όπως η αφή.

Για πολλούς από μας, η λεκτική γλώσσα παίζει κεντρικό ρόλο στην αίσθηση της ταυτότητάς μας: δεν είναι ένα ουδέτερο όχημα επικοινωνίας, αλλά ο κύριος τρόπος με τον οποίον γνωρίζουμε τον εαυτό μας.
Σε οποιαδήποτε συζήτηση του προφορικού και του γραπτού λόγου, οι ρομαντικοί μπορεί να αποκαλύπτουν κάποιαν αίσθηση απώλειας ή την επιθυμία να ζήσουν σε μια κουλτούρα προ-εγγράμματη, ενώ οι ορθολογιστές μπορεί να προωθούν τη γραφή ως την ‘τεχνολογία της διανόησης’.
Οι ρομαντικοί επαναλαμβάνουν τα λόγια του ποιητή Shelley για ένα όραμα εμπειρίας της μυστικής αίσθησης του να γίνεις ένα, του να ενσωματωθείς στο οικουμενικό όλο: «Ας θυμηθούμε τις αισθήσεις μας ως παιδιά. Τι καθαρή και έντονη αντίληψη είχαμε του κόσμου και των εαυτών μας… Λιγότερο συνήθως διακρίναμε όλα όσα βλέπαμε και αισθανόμαστε από τον εαυτό μας. Έμοιαζε ωσάν να συνιστούσαν μια μάζα».
Αφού τέτοια ολιστικά οράματα τονίζουν την ενότητα του γνώστη και του γνωστού, η εμπειρία της παιδικής ηλικίας απεικονίζεται ως σχεδόν ‘αμεσολάβητη’.
Κι όμως, ολόκληρη, εκτός από την πιο αφελή επιστημολογία, εισηγείται ότι η εμπειρία μας του κόσμου είναι αναπόφευκτα μεσολαβημένη.

Για τον φιλόσοφο Alfred North Whitehead «η πραγματική εμπειρία είναι για τον καθένα ένα συνεχές σύνολο, αποσπασματικό, με στοιχεία που δεν διαχωρίζονται σαφώς», αλλά «η γλώσσα… μας φορτώνει ακριβείς έννοιες, ωσάν να αντιπροσώπευαν την άμεση έκφραση της εμπειρίας».
Η αντίληψή μας για τον κόσμο είναι αναπόφευκτα προϊόν ενεργειών επιλογής, προβολής και συμβολισμού. Η γλώσσα παίζει μεγάλο ρόλο σ' αυτές τις πράξεις: είναι σχεδόν αδύνατο να απεμπλέξει κανείς αυτό που αισθανόμαστε από τις κατηγορίες, με τις οποίες οργανώνουμε τις εμπειρίες μας. Όπως το θέτει ο Gabriel Josipovici, «η γλώσσα… δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Για να κατανοήσουμε τον κόσμο, πρέπει να του επιβάλλουμε ένα σχήμα. Το να μιλάμε είναι εξ ίσου δημιουργία όσο και αναφορά».

Για μερικούς εμπειρικούς σχολιαστές (όπως ο Locke) η γλωσσική μεσολάβηση εκφράζεται σε όρους μεσιτείας της γλώσσας ‘μεταξύ’ αυτών και της ‘πραγματικότητας’. Τέτοια άποψη παρουσιάζει τη γλώσσα ως ‘διαστρεβλωτική’ μιας ‘αντικειμενικής πραγματικότητας’. Αλλά οι κονστρουκτιβιστές (στην κοινωνιολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχολογία της αντίληψης) τονίζουν το ρόλο της γλώσσας στην κατασκευή της πραγματικότητας.
Η γλώσσα δημιουργεί και διαχωρίζει τον ‘γνώστη’ από το ‘γνωστό’, το ‘υποκείμενο’ από το ‘αντικείμενο’. «Γνωρίζουμε τι είναι ένα πράγμα αποκόπτοντάς το από άλλα πράγματα». Κατηγοριοποιούμε ακόμη κι αυτό που δεν είναι σαφώς διακεκριμένο ή οριοθετημένο: όπως στην περίπτωση ενός ‘λόφου’ ή μιας ‘γωνίας’. Πράγματι, τα πράγματα δεν υπ-άρχουν (ex-ist, stand out) έως ότου τα καλέσουμε στην ύπαρξη: δημιουργούμε μάλλον παρά ανακαλύπτουμε τους κόσμους που γνωρίζουμε, μέσω των κατηγοριών που αντλούμε από τη γλώσσα.
Με την έννοια αυτή ζούμε στον κόσμο, κι όλες οι λέξεις είναι ‘αφαιρέσεις’: δεν μπορεί να υπάρχει άμεση αντιστοιχία μεταξύ της λέξης και του κόσμου. ‘Ο κόσμος’ υπάρχει μόνο στη γλώσσα.


Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γλώσσα επεκτείνει την αίσθησή μας του κόσμου ως πράγματος, ενώ την ίδια στιγμή τείνει να μειώνει την αντίληψη μας για τη μεσολάβησή της (τουλάχιστον στην εμφανή ‘διαφάνεια’ της καθημερινής χρήσης). Κάθε συνηθισμένη γλωσσική αναφορά σε ένα φαινόμενο φρεσκάρει την αίσθηση της ανεξάρτητης ύπαρξης ‘εκεί έξω’ αλλά μας αναισθητοποιεί ως προς την επιγραφοποίηση.
Ο Marcel Proust δήλωσε ότι «είναι η παρατήρησή μας που βάζει τα πράγματα σ’ ένα δωμάτιο. Ο εθισμός μας στην ύπαρξή τους τα παίρνει πάλι πίσω». Η παρατήρηση κάποιου πράγματος αντιπροσωπεύει μια φευγαλέα στιγμή κατηγορικής διάσπασης. Μερικοί ευαίσθητοι κι έμπειροι χρήστες της γλώσσας αισθάνονται ένα είδος απώλειας από την κατηγοριοποίηση του κόσμου μας.

Γράφοντας το 1905, ο H. G. Wells θρήνησε ότι «οι λαβίδες των μυαλών μας είναι αδέξια εργαλεία και τραυματίζουν λίγο την αλήθεια προσπαθώντας να την συλλάβουν». Αλλά, βέβαια, χωρίς κατηγορίες, όπως ο ψυχολόγος Jerome Bruner σημείωσε, θα είμαστε ‘σκλάβοι του συγκεκριμένου’. Ο Silvano Arieti ισχυρίζεται επίσης ότι, η γενίκευση είναι μια ψυχολογική ανάγκη: Τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε αυτό που μπορούμε εκ των υστέρων να καταλάβουμε ή να τοποθετήσουμε σε κάποια κατηγορία, και τείνουμε να παραβλέπουμε το υπόλοιπο.
Αν δεν ενεργούσαμε έτσι, θα κατακλυζόμαστε από μια πλημμύρα άσχετων ερεθισμών. Το νεογέννητο μωρό δεν αισθάνεται τίποτε άλλο παρά ερεθισμούς των αισθήσεων. Ο κόσμος γύρω του εξακολουθεί να είναι μια βουερή και ανθηρή συνειδητοποίηση ανοργάνωτων ερεθισμών. Γι αυτό δεν μπορούμε να θυμηθούμε τις παιδικές μας εμπειρίες.
Η γλώσσα εκτείνει την ‘κατανόησή’ μας για το ‘ακατανόητο’. Αν το παρελθόν, το μέλλον, το μακρινό, το αφηρημένο πρόκειται να υπάρξουν, θα πρέπει να υπάρξουν συστήματα σημασιοδότησης για να δημιουργήσουν και να αναφερθούν σ' αυτά».

Πάντως, η χρήση της γλώσσας μπορεί είτε να ενισχύσει ή να εμποδίσει την εξέλιξη των ιδεών. Ο Arthur Koestler υποστηρίζει ότι «συχνά κάποια πολλά υποσχόμενη διαίσθηση ξεραίνεται προτού ανθίσει, αν εκτεθεί πρώιμα στο οξύ λουτρό των λεκτικών ορισμών. Άλλες μπορεί να μην αναπτυχθούν ποτέ χωρίς τέτοια λεκτική έκθεση».
Ο αμερικανός κοινωνιολόγος Joseph Gusfield δέχεται ότι «η πραγματικότητα είναι υπέρ το δέον διφορούμενη, αβέβαιη και ασυνεπής, για να αντιστοιχεί σε κατηγορίες που την κάνουν ξεκάθαρη, σίγουρη και συνεπή».

Πάντως, η φιλόσοφος Agnes Heller, εισηγείται ότι: Η ανεπάρκεια της καθημερινής γλώσσας στην έκφραση των ιδιωτικών αισθημάτων και ιδιωτικών σκέψεων δεν αποτελεί… ένα ελάττωμα που πρέπει να εξαλειφθεί. Η γλώσσα είναι μόνο χρηστική, είναι μόνο ‘γλώσσα’ επειδή είναι ή μπορεί να είναι ανεπαρκής από την άποψη αυτή. Μόνο με ενέργειες διαφορετικές από το λόγο ή μέσω της μεσολάβησης τέτοιων ενεργειών ή στάσεων μπορεί η γλώσσα επαρκώς να εκφράσει την υποκειμενική κατάσταση του ‘προσώπου’.
Οι Terence Moore και Chris Carling προτείνουν ότι ‘οι περιορισμοί της γλώσσας’ περιλαμβάνουν «αυτό που δεν μπορούμε εύκολα να πούμε, αυτό που δεν θα έπρεπε καν να προσδοκούμε ότι είμαστε ικανοί να πούμε» και ότι αυτοί οι περιορισμοί «δεν μπορούν ποτέ να ξεπεραστούν τελείως, μόνο να μειωθούν». «Οι λέξεις μπορούν αφ’ ενός να μας βοηθήσουν να επιβάλλουμε κάποια τάξη στην εμπειρία της ζωής μας, ενώ την ίδια στιγμή μας εξαπατούν κάνοντάς μας να πιστεύουμε, ότι η τάξη αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ ότι είναι».
Ο Gabriel Josipocivi υποστηρίζει ότι: «Το να χρησιμοποιείς τη γλώσσα 'καθόλου' είναι σαν χρησιμοποιείς ένα εργαλείο που έχει φτιαχτεί από άλλους. Δεν είναι που το καθαρά ατομικό δεν μπορεί να εκφρασθεί στα αγγλικά. Είναι που δεν μπορεί να εκφρασθεί με τη γλώσσα 'καθόλου'… Όλες οι γλώσσες είναι ξένες γλώσσες… ξένες προς εμάς… δηλαδή… δεν είναι ποτέ η γλώσσα μου, γιατί ‘εγώ’ δεν έχω γλώσσα». Γεννιόμαστε με τις συμβατικές υποχρεώσεις της γλώσσας, που χρησιμοποιείται ήδη. Τα άτομα δεν μπορούν να διαρρήξουν το συμβόλαιο, αν κι οι λογοτέχνες μπορεί να συμβάλλουν στην παραβίαση των κανόνων.

Όπως γράφει ο Jean-Jacques Lecercle, «η γλώσσα είναι αναμφίβολα κοινωνική και συλλογική. Η σημασία ανήκει στην κοινότητα, προτού την κάνω δική μου, και, παρά την ατομικότητα του δικού μου στυλ, μπορώ μόνο να διατυπώνω αυτό, που μου διατίθεται από το σύστημα.
Ενώ, όπως θα ισχυριζόνταν ο Chomsky, οι περισσότερες από τις φράσεις μας είναι πιθανόν μοναδικές, τα γραμματικά πρότυπα που χρησιμοποιούμε δεν είναι. Με την έννοια αυτή η γλώσσα είναι ένα συντηρητικό μέσο, ένα γνώρισμα που, ενώ τείνει να αποθαρρύνει τη ριζική καινοτομία στην καθημερινή χρήση, επεκτείνει την επικοινωνιακή δύναμη του μέσου.

Ο Josipovici (αναπτύσσοντας την οπτική του Roland Barthes) προχωρεί πιο πέρα: «Στην πραγματικότητα ομιλούμαστε, ή γραφόμαστε, από δυνάμεις έξω από μας. Δεν είμαστε ομιλητές τόσο όσο παπαγάλοι. Βέβαια αυτές οι δυνάμεις δε συνιστούν κάποιο υπερβατικό όν ή ιστορική αναγκαιότητα, αλλά μάλλον το πλήθος των αιωνίως συγκρουομένων και μεταβαλλομένων πιέσεων που συνιστούν αυτό που θεωρούμε ως ‘πραγματικότητα’».

Ο Bruner παρατήρησε ότι για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας ‘η σκέψη και το αντικείμενο της σκέψης έμοιαζε να είναι ένα’, αλλά ότι κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης μαθαίνει κανείς να διαχωρίζει τη λέξη από το αντικείμενο, συνειδητοποιώντας την ‘διαφορετικότητα του ατόμου και της άποψής του’.
Μερικοί ρομαντικοί μπορεί (τουλάχιστον αναδρομικά) να συνταυτίζονται με την παιδική αίσθηση αύξοντος διαχωρισμού, από αυτό που μπορεί να περιγραφεί. Η λεκτική περιγραφή κάποιων ανθρώπινων εμπειριών θεωρείται ευρέως ότι τις ‘καταστρέφει’. Πράγματι, συχνά οι άνθρωποι λένε ‘δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν πώς αισθάνομαι».
Όπως το έθεσε ο Edward Ballard: Πολλές από τις πιο τυπικά ανθρώπινες εμπειρίες, όπως οι εμπειρίες της υποβολής ιδεών, απόφασης, άγχους, ενόρασης, αυτογνωσίας, ταυτοποίησης μοιάζει πράγματι να ανθίστανται σε ακριβή και κυριολεκτική περιγραφή ακόμη και σε γλώσσες, που έχουν τους πλουσιότερους λογικούς πόρους. Η χαρακτηριστική αμεσότητα των εμπειριών αυτών (ή πλευρών της εμπειρίας)… δεν προσφέρει τίποτε για τυποποίηση.
Είναι απίθανο να υπάρχει κάποιος που δεν έζησε την απογοήτευση του να έχει, σε κάποια περίσταση, ‘χάσει τα λόγια του’. Όλα αυτά που μπορούμε να πούμε είναι ‘δεν μπορώ να εξηγήσω’ ή ‘δεν ξέρω πώς να το πω αυτό’. Όπου αισθάνομαι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσω μια γλώσσα, που παρά ταύτα βρίσκω ανεπαρκή, μπορεί να αισθάνομαι ότι η γλώσσα ‘παρεμβαίνει μεταξύ’ ‘εμού’ και της ‘εμπειρίας’. Ή μπορεί να αισθάνομαι ότι παρασύρθηκα από τη γλώσσα στο να επιτρέψω σε μιαν εμπειρία να διαμορφωθεί από τις λέξεις που ‘βρήκα τον εαυτό μου να χρησιμοποιεί’.

Για να μην μας οδηγούν οι τέτοιες συγκυριακές απογοητεύσεις κι η λογοτεχνική ελευθεριότητα στη μεγαλοποίηση των περιορισμών της γλώσσας για καθημερινούς σκοπούς, είναι εξ ίσου καλό να θυμόμαστε ότι οι τρόποι, με τους οποίους χρησιμοποιείται η γλώσσα, είναι συχνά πιο εκφραστικοί από τις ίδιες τις λέξεις. Ως, ομολογουμένως, ακραίο παράδειγμα, ο Stanislavski φημολογείτο ότι εξέταζε ηθοποιούς απαιτώντας να εκφράσουν 40 διαφορετικές σημασίες της λέξης «απόψε».
Κι όλοι μας είμαστε αρκετά συνηθισμένοι στο να ‘διαβάζομε ανάμεσα από τις γραμμές’ στον προφορικό λόγο: να βγάζουμε σημασία, από αυτό που δεν έχει άμεσα εκφρασθεί με τις επιλεγμένες λέξεις.
Πάντως, το ότι είμαστε ικανοί να πούμε στον εαυτό μας ότι αυτό που ‘βάλαμε σε λέξεις’ δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που εννοούμε, αποτελεί αντανάκλαση μιας διαδεδομένης αναγνώρισης της σημασίας του μη λεκτικού στοιχείου στη σκέψη (που αρνούνταν οι πρώιμοι συμπεριφοριστές).


ΠΗΓΗ
-

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Η κενή ομορφιά στα σκουπίδια









Την είδα πεταμένη σήμερα στο χάρτινο "φέρετρό" της μαζί με άλλα σκουπίδια.
Ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια. Πανέμορφη!

(οποιαδήποτε συσχέτιση με πραγματικά πρόσωπα επιτρέπεται)


-

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Χιόνι...

Μάλλον οφείλεται στην μπαταρία που τελείωνε το ...ριγέ εφφέ που έκανε από μόνη της η μηχανή (είναι εμφανές όμως σε μεγαλύτερο μέγεθος)





Οι επόμενες τραβήχτηκαν από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου καθ' οδόν.
Πηγαίναμε σιγά χωρίς αλυσίδες ενώ το χιόνι έπεφτε αδιάκοπα...















Την επόμενη μέρα βγήκε ο ήλιος και έλιωσε τα χιόνια από τα περισσότερα κλαδιά.




Δεν είναι και ιδιαίτερα σπουδαίες σαν φωτογραφίες, αλλά είναι ό,τι καλύτερο μπορούσα να τραβήξω με τις υπάρχουσες δυνατότητες και συνθήκες.






-

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Κένταυροι και Ημίθεοι

Στην πορεία (Ζώο-Άνθρωπος-Θεός) της ανθρώπινης εξέλιξης-υπόστασης, υπάρχουν δυο σημαντικά μεταβατικά στάδια.
Για να χρησιμοποιήσω συμβολισμούς της αρχαιότητας:
Του Κένταυρου και του Ημίθεου.
Είναι οι άνθρωποι που άγγιξαν αλλά δεν έφτασαν, οι άνθρωποι που ξεπέρασαν αλλά δεν ξέφυγαν.
Είναι ο περίεργος συνδυασμός του ανώτερου που τραβάει το κατώτερο και του κατώτερου που αντιστέκεται και δεσμεύει το ανώτερο.

Κάποτε, ο άνθρωπος που φτάνει σε ένα στάδιο εξέλιξης -μέσα από επίπονη υπομονή και επιμονή- χάνει το μέτρο σύγκρισης με τους υπόλοιπους. Επειδή δεν υπάρχει πια. Και τότε γίνεται ο ίδιος το μέτρο για να προχωρήσει. Η μόνη του συντροφιά, ίσως, η "συνομιλία με τους νεκρούς", κάποιους άλλους που διάβηκαν προ καιρού αυτήν την πύλη της ιδιοφυίας και της μοναχικής μοναδικότητας.

Μοναδικής γιατί είναι σπάνιοι ανάμεσα στους ανθρώπους και στις εποχές.
Μοναχικής επειδή, δυστυχώς, δεν ανήκουν πια πουθενά. Ούτε σε ό,τι έχουν αφήσει πίσω τους, ούτε σε ό,τι στοχεύουν μπροστά. Εκούσια εξόριστοι από το "κατώτερο", ακούσια μη αποδεκτοί από το "ανώτερο".

Είναι εκείνοι που, πολλές φορές, αποδέχονται την μήνιν και καίγονται στην πυρά της μικρόνοιας των άλλων ανθρώπων ή εκείνοι που, κάποτε, καταρρίπτονται από μόνοι τους λόγω αλαζονείας.




(H πάλη του Hρακλή με τον γίγαντα Ανταίο)

Όμως και τα δύο στάδια αυτά, παρ' όλο που είναι μεταβατικά (και φυσικά έχουν κι αυτά την κλίμακα της εξέλιξης και των διαβαθμίσεών τους), έχουν διαφορετική αποδοχή.
Ένας Κένταυρος, εισχωρεί σε μια κοινωνία ανθρώπων που μπορεί να δει το κατώτερο, να το κατανοήσει, να το συμμεριστεί, να το συγχωρήσει, ακόμη και να το αγκαλιάσει με συμπόνοια, σαν το απολωλός πρόβατο.

Ένας Ημίθεος, προχωράει σε αχαρτογράφητα όρια για τους πολλούς. Εισχωρεί σε ένα επίπεδο που έχει θεσμοθετηθεί ως "ιερό" -επομένως ως "άβατο".
Κάθε φορά που ένας άνθρωπος οριοθετεί κάτι έξω, πέρα και πάνω από αυτόν ως θεότητα, το καθιστά αυτόματα ανώτερο από τον ίδιο και σαφώς απροσπέλαστο, ενώ αυτόματα οριοθετεί και καθηλώνει οικειοθελώς τον εαυτό του σε κάποιο κατώτερο επίπεδο (κατευθυνόμενου αποδέκτη-υποχείριου-"δούλου").
Όμως, πώς μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος να εξομοιωθεί με την "ανώτερη" απ' την ύπαρξή του θεότητα χωρίς να εγείρει την "ύβρη";
Στην πραγματική γνώση (στην αλήθεια) δεν υπάρχει έπαρση και ύβρις. Μόνο βαθμίδες και προκλήσεις-προσκλήσεις ανάβασης για όποιον τολμά και μπορεί να τα καταφέρει (η γνώση βιάζεται). Τα υπόλοιπα είναι αποτελέσματα της άγνοιας και της ημιμάθειας.
Ο Ημίθεος φτάνει σε όρια μη κατανοητά για τους ανθρώπους, επομένως μη αποδεκτά και καταδικαστέα.
Όσο κι αν ο άνθρωπος νομίζει ότι έχει "εκπολιτισθεί", βρίσκεται ακόμη σε πνευματικό μεσαίωνα όσον αφορά στην αντίληψή του για τη ζωή και την ύπαρξη.

Οι θρησκείες κατέχουν ένα μεγάλο ρόλο σ' αυτήν τη νοητική καθήλωση. Έχουν οικειοποιηθεί κάθε υγιή φωτισμένη διδασκαλία για εξέλιξη, μετατρέποντάς την σε εξωτερικούς κανόνες και κενά τυπικά που περισσότερο δεσμεύουν παρά ελευθερώνουν τους ανθρώπους όπως θα 'πρεπε.
Όμως, παρ' όλη αυτήν την οικειοποίηση-εκμετάλλευση, δεν είναι η γνώση κτήμα των λίγων όπως έχουν αφήσει να νομίζεται. Υπάρχει απλόχερα σκορπισμένη παντού, όμως -κυρίως- μέσα μας. Αρκεί να παρατηρήσουμε προσεκτικά και να συγκεντρωθούμ,ε κατανοώντας αυτό που βλέπουμε. Κάτι που το κατεστημένο δεν μας αφήνει να κάνουμε, βρίσκοντας τρόπους να μας κρατάει πάντα κολλημένους σε ανούσιες εξωτερικές φανφάρες.


Μια τέτοια κοινωνία, λοιπόν, αρνείται να δεχτεί και να στηρίξει έναν "Ημίθεο". Προτιμά να τον γελοιοποιήσει, να τον αμφισβητήσει και να τον κάψει στην πυρά για να τον εξορίσει από μέσα της και να καταστρέψει την υποσυνείδητη υπενθύμιση-δυνατότητα πως μπορεί να "φτάσει" όποιος το θελήσει πραγματικά.
Ο Ημίθεος είναι το αγκάθι στο βόλεμα, στη μιζέρια και στην κακο-μοιριά των πολλών ή των λίγων που δε θέλουν να χάσουν την κυριαρχία τους και φροντίζουν να εξαφανίσουν αυτήν την επικίνδυνη "μαγιά" αφύπνισης.

Αυτή είναι και η τραγικότητα του Ημίθεου. Είναι ξένος μεν στον κόσμο που τον γέννησε και άφησε, αλλά ακόμα όχι οικείος σε αυτό που ξεκίνησε και μπορεί να φτάσει.

Αντιστέκεται, μόνος, σε μια εχθρική καθεστηκυία κοινωνία, προσπαθώντας να ξεπεράσει τους δικούς του εσωτερικούς άθλους μέχρι να πυρπολήσει τον εαυτό του μην αντέχοντας τους πόνους από το δηλητήριο του εξωτερικού πουκαμισένιου του περιβλήματος, ώστε να γίνει ολόκληρος μια φωτιά-φως και να εξαγνιστεί.


Αποξενωμένος και έρημος σ' αυτήν του την πορεία, βιώνει ανείπωτη μοναξιά όταν το ανθρώπινο στοιχείο μέσα του ζητάει κάποιον να κοινωνήσει, να διαλεχτεί, να μοιραστεί.


Το άγγιγμα του θεϊκού όμως (και της ενσωμάτωσης στη νοούμενη ολότητα), δυναμώνει με φευγαλέα μακαριότητα, γλυκαίνει και φωτίζει την ύπαρξή του, ώστε να του δίνει τη δύναμη και τη σιγουριά για να επιμένει και να αντιστέκεται.

Αυτά τα δύο (η ανάγκη του ανθρώπινου και η παρηγοριά του θεϊκού), είναι μέρος μιας συνεχούς πάλης μέσα του προς τον απελπιστικά δύσκολο δρόμο της απόλυτης καθαρότητας.



Πριν μερικές μέρες είχα τη δυνατότητα να μιλήσω με έναν …"Ημίθεο".
Πώς και τι δεν έχει σημασία.
Κάπως έτσι ξεκίνησε όλο αυτό το κουβάρι των σκέψεών μου που -σαν οτιδήποτε υποκειμενικό- μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις και αντικρούσεις.




-

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Αντίτιμο





Ονομάσαμε
την αλλοίωση στο βλέμμα
Πείρα

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Φθινοπωρινή γιορτή

Το φθινόπωρο τέλειωνε.
Ο ήλιος ξέπλενε τα πάντα εκείνη την Κυριακή.
Μαζευτήκαμε για να γιορτάσουμε.
Το τραπέζια στήθηκαν και ενώθηκαν έξω, πάνω στο πράσινο χορτάρι, με λουλουδάτα τραπεζομάντηλα.
Τα κάρβουνα έψηναν ασταμάτητα και τα ποτήρια τσούγκριζαν τις ευχές.
Όλα ήταν τόσο ειδυλλιακά, δεν μπόρεσα να μην σχολιάσω:
"Είμαστε σαν διαφήμιση απορρυπαντικού!"

Πριν απ' όλα αυτά ξέκλεψα χρόνο για έναν περίπατο και μερικές φωτογραφίες απ' τη γιορτή του Φθινοπώρου:

Τα χωράφια οργώθηκαν ήδη.






Τα δέντρα ετοιμάζονται για τον χειμώνα.






Φύλλα πυρπολημένα από ήλιο.



Ο ήλιος τρύπωνε παντού.



Αγριοτρανταφυλλιά χωρίς λουλούδια.



"Ανθρώπινα" ίχνη.



Όλη μέρα αεροπλάνα χαράκωναν το γαλάζιο.





Επιστροφή.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Η Αλίκη στη Χώρα των Θυμάτων

Το παραμύθι φταίει. Αυτό με την Αλίκη. Αυτήν που σκόνταψε και έπεσε μέσα… στον καθρέφτη της (αν είναι δυνατόν... στον καθρέφτη της!) Βρε, μπας και πα να πει στο είδωλό της; Μπας και πα να πει ότι είδε την πραγματικότητα από την ειδωλική πλευρά κι όχι την ειδωλικότητα από την πραγματική όπως συμβαίνει συνήθως; Καλά-καλά, μη σας μπερδεύω με υπαρξιοφιλοσοφίες…


Το 'πανε στις ειδήσεις. Όχι στις κανονικές ειδήσεις. Σε εκείνες που μαζεύονται στη σειρά 5-7 άτομα και κάθονται σε γραφεία, σε καναπέδες, σε καρέκλες, σε πολυθρόνες, σε ντιβάνια, σε μαξιλάρες, σε χαλιά και προσπαθούν να μας πείσουν ότι μας ενδιαφέρουν όσα μας λένε.

Τα ετοιμάζουν με ιδιαίτερο σασπένς με στόχο κατ' ευθείαν γκντααανγκ κατακούτελα στην περιέργεια της μέσης νυκοκοι..ριακής βοηθού. Π.χ.: "σε λίγο αποκλειστικό πλάνο για το πώς λερώθηκε ο Σάκης με μουστάρδα", γράφει συνεχώς κάτω από τα παραθύρια της ΤιΒι, τα λαμπερά και αστραποβολημένα από τα χιλιάδες μάτια μέτρησης της Α-Γκε-Μπε τηλεθέασης, κι είναι σα να βλέπεις ανάποδα την αστραφτερότητα από το γνωστό απορρυπαντικό ΧΑΖΑ.

Και μετά αναλύουν για ώρες γιατί η τάδε φόρεσε το κραγιόν δείνα που δεν πήγαινε με την ω-κουτή-ρ (κάπως έτσι) τουαλέτα της και γιατί ο ντάδε δεν θα πάει στον τηλεοπτικό σταθμό του μπράδε ή γιατί δεν έκλεισε συμβόλαιο με την εκπομπή κράδε και δώστου η αγωνία και οι υποθέσεις και οι αναλύσεις επί αναλύσεων… λες και μας αφορούν υποχρεωτικά -μα με το έτσι θέλω- τα εσώψυχα του τηλεοπτικού κλάδου.

Σ' αυτές τις ειδήσεις λοιπόν (τελικά τι είναι είδηση και ποιος θα το ορίσει ώστε να αποκλειστούν οι υπόλοιπες περιπτώσεις ειδησεογραφίας που μας ταλανίζουν μια και 'γίναν ιδιωτικά κτήματα ποικίλων συμφεροντομεγαλοκτημόνων; ….ωχ-πάλι ξέφυγα και πλατειάζω αλλού…), εκεί, λοιπόν, άκουσα ότι αυτή η Αλίκη δεν έπεσε στη Χώρα των Θαυμάτων, αλλά στη χώρα των Θυμάτων. Εδώ, δηλαδή, στη γειτονική μας …Ελλάδα!

Μην πετάγεστε από καναπέδες, ντιβανομπάουλα και ανάκλιντρα, δεν εννοώ αυτό που ακούστηκε!

Συνεχίζεται...*


"Δος μοι χρόνο να σταθώ και ταν γαν κινήσω" έλεγε ο αρχαίος ημών πρόγονος... Χρονομίδης.
Ελλείψει χρόνου λοιπόν θα το συνεχίσω άλλη φορά - μα πού θα μου πάει, δε θα μου μείνει κάποτε μια ελεύθερη μέρα χαλάρωσης και ξεκούρασης; Πάντα κάτι θα 'χω να κάνω, κάπου να τρέξω και να πάω κι όλο κάτι έκτακτο θα συμβαίνει; Έχω παραπαρακουραστεί τον τελευταίο καιρό...



-

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Για Θεσσαλονικείς





Σύντομο μάθημα διαχωρισμού ΜΕ και ΜΟΥ:

"Περίμενα να μου γράψεις, αλλά τελικά με έγραψες!"


-

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Αφορισμοί μου


1. Το μυστικό βρίσκεται στην απέναντι όχθη
για όποιον έχει τα κότσια
να διασχίσει το άγριο βαθύ ποτάμι.


2. Όποιος απαντάει
στα συνηθισμένα γιατί
με συνηθισμένα διότι
οπισθοδρομεί.





River Debris – Watercolor by Woody Hansen


-

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Ταύτιση

Ταύτιση. Το μυστικό του συγγραφέα.

Όσο πιο μεγάλη ποσότητα αναγνωστικού κοινού βρίσκει κάτι να ταυτιστεί με το κείμενο που έχει γράψει κάποιος, τόσο μεγαλύτερη η αναγνωστική ανταπόκριση.


Ταύτιση. Από τις πρώτες σελίδες ταυτίστηκα με τις λέξεις.
Μέσα από τα διέξοδα των ηρώων έψαχνα τα δικά μου διέξοδα. Οι δικές τους λύσεις γινόταν προτάσεις για τις δικές μου. Κι έτσι διάβαζα λέξη με λέξη, σελίδα με σελίδα, με λαχτάρα και προσμονή για τον τρόπο εκτόνωσης της συγγραφικής σύγκρουσης. Πολλές προτάσεις του βιβλίου μετατρέπονταν σε νοητικές διεργασίες και αναζήτηση των δικών μου θέσεων.

Ήταν σα να έκανα με το βιβλίο τη συζήτηση που απέφευγα να κάνω με κάποιον από τους γύρω μου.
Κι ήταν σα να ήρθε το βιβλίο (όπως πάντα το διάλεξα τυχαία - μέρες πριν) τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόμουν, γιατί με έπνιγε αυτό που δεν μπορούσα να συζητήσω.

Την πρώτη μέρα που το άρχισα έπεσα με τα μούτρα στη μελέτη, διαβάζοντας πάνω από τη μέση των 400 σελίδων του. Μου φαινόταν κακογραμμένο ή κακομεταφρασμένο (δεν μπορούσα να ξέρω χωρίς το αρχικό), αλλά παρέβλεπα το άτεχνο γράψιμο, την τραβηγμένη από τα μαλλιά συγγραφή για να βγει κείμενο και επικεντρωνόμουν στα νοήματα που ήθελε να μεταφέρει ο συγγραφέας.
Υποχρεώσεις με ανάγκασαν να το παρατήσω. Τη δεύτερη μέρα, με την πρώτη ευκαιρία, το αναζήτησα ξανά με λαχτάρα. Διάβασα μερικές σελίδες με την ίδια δίψα, ενώ μέσα από τις λέξεις του το μυαλό μου δούλευε έντονα προς την εκτόνωση της δικής μου προσωπικής "σύγκρουσης".

Και τότε μου 'ρθε, σαν αστραπή που κυριεύει όλο το είναι, μια διαπίστωση "προσωπικής γνώσης". Δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτε άλλο πια. Άφησα το βιβλίο, έστειλα mail σε κάποιον φίλο (που θα καταλάβαινε) για ό,τι μου συνέβη και γεμάτη από ένα αέρινο φως καταπιάστηκα με τα της καθημερινότητας. Αισθανόμουν μια διευρυμένη συνειδητότητα κι αυτό περνούσε σε κάθε τι που έκανα κι αντιμετώπιζα. Κι άλλη φορά (σπάνια και όχι τόσο αβασάνιστα) μου έχει συμβεί να αισθάνομαι αυτήν την ιδιαιτερότητα της εκλέπτυνσης της ύπαρξης…

Και μέσα στη "διευρυμένη συνειδητότητα" και το φως, ήρθε το τηλεφώνημα από μια φίλη. Θα πήγαινε στο εμπορικό κέντρο και με καλούσε για παρέα. Είπα να αρνηθώ, αλλά μετά -όπως συνήθως- είπα ναι στην πρόκληση της πρόσκλησης. Κι έτσι κουβάλησα την "διευρυμένη συνειδητότητά" μου στο εμπορικό κέντρο, μες την πολλή συνάφεια του κόσμου. Δεν άργησε φυσικά να εξαφανιστεί, ακολουθώντας τη φίλη μου άσκοπα στα φωτισμένα καταστήματα, για να βλέπουμε πράγματα που δε με ενδιέφεραν ούτε στο ελάχιστο. Κόσμος περνούσε, κοιτούσε τις βιτρίνες, δοκίμαζε, ψώνιζε... Διαφημιστικά πρόχειρα περίπτερα, που όλο και κάποιο διαφημιστικό δείγμα μοίραζαν, ζωγράφοι και καλλιτέχνες και δρώμενα για παιδιά, στους γεμάτους διαδρόμους του εμπορικού κέντρου…
Αισθανόμουν ξένη σ' αυτήν την καταναλωτική στημένη μαζικότητα. Σα να βρισκόμουν σε ένα πανηγύρι όπου γιορταζόταν η αποχαύνωση. Και οι άνθρωποι μ' αυτό το θολό υπνωτισμένο βλέμμα. Άραγε έτσι φαινόμουν κι εγώ σε κάποιον παρατηρητή καθώς γυροφέρναμε, σχεδόν άσκοπα, στα διάφορα καταστήματα;


Το γυρόφερνα στο μυαλό μου, αλλά εκεί ανάμεσα στις τελευταίες μπουκιές του κινεζοειδούς γεύματος, περιτρυγιρισμένη από μυρμηγκιές κόσμου που χόρταινε στα γρήγορα από τα διαφόρων ειδών εδεσματοπωλεία, σε πλαστικά πιάτα και καρέκλες, αποφάσισα να μιλήσω στη φίλη μου.
Μπορεί να μην της είπα κουβέντα για τη "συνειδητότητα" γιατί θα με περνούσε για σαλεμένη, αλλά γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια, έχουμε ζήσει διάφορες καταστάσεις και πάντα νοιαζόταν ειλικρινά για μένα. Θα μπορούσα να ακούσω την άποψή της γι αυτό που με βασάνιζε τον τελευταίο καιρό.
Μου απάντησε πολύ απλά από τη δική της εμπειρία, ότι κι αυτή έτσι αισθανόταν στην αρχή, αλλά μετά με αυτό και με κείνο και με το άλλο… το ξεπέρασε. Το 'κανε να φαντάζει τόσο απλό. Κι εγώ που κάνω ενδοσκοπήσεις και κόντρα αναλύσεις επί αναλύσεων για να βρω τι μου γίνεται...
Κάποια πράγματα απλώς πρέπει, μάλλον, να τα αφήνουμε να περνάνε...

Το βράδυ που γύρισα με περίμενε απάντηση στο mail και που, κατά σύμπτωση, έγραφε το ίδιο ακριβώς: για μηχανισμούς που πρέπει να δημιουργήσουμε ώστε να προσπερνάνε τα σκουπίδια που μαζεύονται στη σκέψη μας.

Τελικά το να ασχολείσαι και να αναλύεις περισσότερο κάποια πράγματα μοιάζει με την παγίδα ενός λαβύρινθου. Κρατούν άσκοπα απασχολημένη τη σκέψη σου και σε αποπροσανατολίζουν από την έξοδο προς το φως ή το στόχο που έχεις επιλέξει...

Κι ενώ διάβαζα με τόση ζέση το βιβλίο, για μέρες, δεν μπορούσα να διαβάσω ούτε μια σελίδα του. Με το ζόρι διάβασα μια δυο φορές μόνο 2-3 παραγράφους πριν πάω για ύπνο.
Την Κυριακή όμως το ξαναχρειάστηκα. Και πάλι ταύτιση. Αυτή τη φορά έβρισκα διαφορετικά πράγματα μέσα του και πάλι ό,τι χρειαζόταν για την περίπτωση. Λες και αυτές οι λέξεις είχαν γραφτεί γι' αυτό που είχα ανάγκη να διαβάσω...

Ταύτιση. Από ό,τι έχει γράψει ο συγγραφέας επιλέγουμε τι θα δούμε και τι μας ταιριάζει, υποκειμενικοποιούμε τα κείμενα και τα προσαρμόζουμε σε μας.
Η συγγραφική ταύτιση, τελικά, μου θυμίζει κάτι από μαγεία και αλχημεία...


-

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Ουλαλούμ

Πλήνθεση: Νικόλας Άσιμος
Ποίηση: Γιάννης Σκαρίμπας



Απ' τα καλύτερα ποιήματα του Σκαρίμπα σε συνδυασμό με Άσιμο...

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

O νταής Παναής Αλτσίτζογλου

Διάβασα το παρακάτω κείμενο στο μπλογκ του φίλου Κώστα Λαδόπουλου.
Με μάγεψε και με την άδειά του το αναμεταδίδω, όπως έχει αναρτηθεί, μαζί με τα σχόλιά του - αναπόσπαστο μέρος του κειμένου.
(Μου άρεσε και η τεχνική: κείμενο και σχόλια δεμένα σε ένα κείμενο).

________________________________

ο νταής Παναής Αλτσίτζογλου (1899 - ...) - Η πρώην "φθοροποιός μηχανή" και το πλάσμα από αέρα και φως...



Χαρτογράφηση, εν έτει 2009, των πρόσφατων κινήσεων ενός παλιού, πρώην νταή, γεννηθέντος εν έτει 1899 και της συνάντησής του μ΄ένα σημερινό θηλυκό πλάσμα, φτιαγμένο από αέρα και φως




Ο χρόνος τον είχε ολότελα λησμονήσει. Το ήξερε και δε το συλλογιόταν καθόλου. Έμοιαζε βία πενηνταπεντάρης. Δε θα σας τον περιγράψω, δεν έχει σημασία. Θα πω μοναχά ότι είχε ελαφρά μελαψό δέρμα και γκρίζα, μυστηριακά και λαμπερά μάτια σα γάτας. Δεν είχε την παραμικρή ενόχληση απ΄το μέσα του, ούτε συνάχι δε τον έπιανε. Μιά ευθεία γραμμή που τραβούσε μπροστά.


Κάτω και απέναντι, είδε μιά πέτρα πάνω στο πεζοδρόμιο που άλλαζε σχήματα. Κάποιος την κλώτσησε αλλ΄αυτή δε κουνήθηκε. Ο κάποιος την κοίταξε παραξενεμένος και συνέχισε το δρόμο του.


Τεντώθηκε στην καρέκλα του και φώναξε γιά ένα καφέ ακόμα. Το φιντάνι του κάθονταν τρία τραπέζια πιό πέρα και τον κοίταζε ακίνητος. Περίμενε εντολές. Του είχε δώσει απ΄τις προάλλες μιά λίστα με αριθμημένους στόχους και αναλυτικές λεπτομέρειες. Δε χρειαζόταν παρά να σηκώσει το χέρι του και να δείξει με τα δάχτυλά του το νούμερο του στόχου. Έφτανε αυτό γιά να γίνει η δουλιά.
Χτύπησε το κινητό.


- Πού είσαι;
- Στο γνωστό.
- Να τα πούμε το βραδάκι;
- Να τα πούμε.
- Θέλεις νάρθεις ή νά΄ρθω εγώ;
- Έλα εσύ.
- Είναι καλά στις εφτά;
- Ναι.
- Γιατί είσαι έτσι κρύος; Έχει γίνει κάτι;
- Πίνω τον καφέ μου.
- Καλά. Στις εφτά. Έχεις τίποτ΄άλλο να μου πεις;
- Όχι.
- Εντάξει, γειά.


Τό΄κλεισε. Κοίταξε πάλι προς τη μεριά της πέτρας. Δεν ήταν πιά εκεί. Η άκρη του ματιού του πετάρισε. Το χρώμα του ανθρώπου μας άρχισε ν’ αλλάζει. Πρώτα, μιά αλαφριά πράσινη απόχρωση που ξεκίνησε απ΄τις ρίζες των μαλλιών του στο μέτωπο και άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω.. Πέρασε στο λαιμό, στα ρούχα, κατέβηκε ως τα καλογυαλισμένα παπούτσια του. Ύστερα σκούρινε το πράσινο κι έγινε γκρίζο ανθρακί. Εκεί σταμάτησε. Το βαρύ του σώμα σηκώθηκε και ξανακάθισε.


Έχω απόλυτη συνείδηση του γεγονότος ότι ίσως αναρωτηθήκατε κιόλας, τί είναι αυτό το βαρύ πλάσμα. Μπορεί να μιλάω με το κενό και νά΄χετε φύγει, γιατί οι παραπάνω γραμμές είναι αδιάφορες και χλιαρές. Γιατί να ενδιαφερθεί κανείς γιά έναν «πολλά βαρύ» που κάθεται και πίνει τον καφέ του και έχει μιά λακωνική επικοινωνία με κάποιον – κάποια ήταν, τελικά – στο κινητό του; Πολύ τριμένα πράμματα. Τα μόνα στοιχεία που μπορεί να υπόσχονται κάτι είναι, η πέτρα που άλλαζε σχήματα και τα χρώματα που τον κάλυψαν στα καλά καθούμενα. Αλλιώς, μέχρι εδώ είναι όλα μάλλον νεκρά.
Ας ξεσκεπάσουμε λοιπόν μερικά κουτάκια.


Ο άνθρωπος αυτός είναι αυτό που λέμε «εγκληματική περίπτωση», κάποιου είδους τουλάχιστο, αποσυρμένος όμως. Δε κάνει ο ίδιος τίποτα, πέρα απ΄το να επεξεργάζεται ιδέες και να βρίσκει στόχους. Οτιδήποτε στόχους. Από μαγαζιά μέχρι διαρρήξεις, φορτηγά που κουβαλούν εμπορεύματα, ματσωμένους που καβαλάνε ακριβά αυτοκίνητα που τα στέλνει σε διάφορες «σκοτεινές» χώρες. Ο ίδιος όμως δε συμμετέχει, όπως είπαμε, καλοί μου άνθρωποι.
Ζει σ΄ένα δυαράκι μιάς απρόσωπης πολυκατοικίας και έχει τα απολύτως απαραίτητα. Γιά τον εαυτό του ελάχιστα ξοδεύει και το φαγητό του είναι απλό, όχι από τσιγκουνιά, όχι, καθόλου. Ήταν πάντα γαλαντόμος ο άνθρωπός μας, αλλά φτάνει, δε του λέει πιά τίποτα. Ας στραφεί η αγορά προς τους νέους καταναλωτές, ας ρουφήξει εκείνους, αυτός δεν είναι κορόιδο.
Μιά φουκαριάρα Εσθονή έρχεται κάπου-κάπου και του καθαρίζει, όταν δεν έχει όρεξη να τα κάνει ο ίδιος. Φίλους δεν έχει πιά. Υπάρχουν 3-4 παλιοί και χαμένοι απο δω κι από κει που έχει χρόνια να τους δει. Τό΄χει ξεπεράσει κι αυτό το χούι. Είναι με τους γείτονες ευγενικός και μετρημένος, όσο χρειάζεται, όχι πολλά-πολλά, προσέχουμε κιόλας. Ένας μόνο ξέρει. Αυτό το νέο παιδί, το φιντάνι του που τό΄χει αναλάβει από τότε που ήταν μιά σταλιά. Είναι ο ουστάς* του. Αυτός πληρώνει όλα τα έξοδα και το παιδί σπουδάζει, να βγει σωστός άνθρωπος, έστω και σ΄αυτή τη σκατοκοινωνία. Και μη νομίσετε, ούτε και το φιντάνι του συμμετέχει στα διάφορα κόλπα. Είναι ο ενδιάμεσος κρίκος. Παίρνει τις εντολές και έχει, με τη σειρά του, τρεις δικούς του ανθρώπους που καθαρίζουν. Όταν γίνει η μοιρασιά πληρώνει τους άλλους, κρατάει το μερίδιό του και ο ουστάς, ο άνθρωπός μας δηλαδή, επενδύει τα μισά γιά το μέλλον του φιντανιού και γιά τη μικρή αδερφή του. Καθαρά χαρτιά.


Και, δυό πράμματα βγάλτε απ΄το μυαλό σας. Ποτέ κάτι που έχει να κάνει με ναρκωτικά, και ποτέ του δε τον άγγιξε. Ποτέ, μα ποτέ. Δεν ήταν απ΄αυτούς. Γι αυτό και το παιδί ορκίζεται στ΄όνομά του. Μιλάνε μεταξύ τους όμως, όσο χρειάζεται. Πρέπει να προσέχουμε. Ότι είχε να του πει, να του μάθει γιά τις σκοτεινιές της ζωής, του τά΄μαθε. Τώρα έχουν μιά λεπτή, κρυστάλλινα καθαρή σχέση με βάσεις σταθερές και απαράβατους κανόνες. Βλέπετε λοιπόν ότι αυτό το βαρύ άτομο που κάθεται και πίνει τον καφεδάκο του, δεν είναι κουμάσι της σειράς.


Νταής παλιός ήτανε. Νταής γιά την πάρτη του. Ποτέ του δε δούλεψε γιά κανέναν άλλον. Απ΄αυτή τη φάρα που χάθηκε από πολύ παλιά, χτισμένος στα χώματα φτωχογειτονιάς της Πόλης. Άνθρωπος ώριμος με κιαφέτι* και εντά.* Οικογένεια, παιδιά, δεν έκανε. Γυναίκες πάμπολλες πέρασαν απ΄τα χέρια του κι όλες έμειναν με μιά πίκρα που δε τον κατάφεραν αλλά, είχαν να λένε γι αυτόν.


Βέβαια, άλλη εντύπωση μπορεί να σας έδωσε μ΄αυτό το στεγνό φέρσιμο, λίγο πιό πριν, στο τηλέφωνο. Δε τό΄παιζε, δεν ήταν αδιάφορος, αλλά η καρδιά του είναι πιά κρύα, δε νιώθει. Είναι τακαβίτης* και ξέρει. Ξέρει την πανίδα και τη χλωρίδα της αγάπης, πως αρχίζει, πως συνεχίζει, πως μπουρδουκλώνεται και τελειώνει.


”Οι γυναίκες και τα λουλούδια είναι ότι πιό όμορφο υπάρχει στον κόσμο. Θες να ζήσεις μιά κανονική ζωή, βρες το συμπλήρωμά σου και πορέψου. Αν σου βγαίνει όμως αλλιώς, αν θες να είσαι εσύ κι ο εαυτός σου και να μπεις σε άλλα μονοπάτια, να βλέπεις τη ζωή απέξω, άστες, μη τις τυραννάς. Άστες να βρουν κάποιον άλλον να πορευτούν κι αυτές όπως ξέρουν. Η γυναίκα θέλει ν΄ασχοληθείς μαζί της, να χτίσεις μαζί της, να νιώθει ότι αυγατίζετε και την υπολογίζεις. Α δε μπορείς να τα κάνεις αυτά άστες, μη τις σκοτεινιάζεις γιατί αλλιώτικα βλέπουν αυτές τον κόσμο. Μη τους δίνεις ψεύτικες ελπίδες να κάτσουν και να σε περιμένουν.
Περνούν τα χρόνια τους κι είναι κρίμα. Άστες να βρουν ένα άλλο παλληκάρι. Κι αν φτάσεις στα δύσκολα χρόνια και χρειάζεσαι βοήθεια, μη στραφείς σ΄αυτές να σε νταντέψουν. Κάτσε μόνος σου, ή μπες σ΄ένα γεροκομείο. Η γυναίκα είναι ένα λουλούδι, χρειάζεται φροντίδα, κουβέντα και αγάπη. Δε μπορείς να τα δώσεις αυτά, πορέψου μόνος…”.
Έτσι έλεγε στο φιντάνι όταν του μάθαινε.


Αυτό το νέο κορίτσι – γιατί ένα νέο κορίτσι του μίλαγε στο κινητό – άμα το βλέπατε δίπλα του θ’ απορούσατε. Τί κάνει αυτή η ανοιξιάτικη δροσιά μ΄αυτό τον άνθρωπο, θα λέγατε. ΄Ενα πλάσμα φτιαγμένο από αέρα και φως, χάρμα να το βλέπεις, από ένα κόσμο που αυτός ποτέ δε τον γούσταρε, αλλ΄αυτή ήτανε – πώς να το πούμε; - μιά χρυσή καρδιά.


ουστάς, ο = μάστορας, δάσκαλος
κιαφέτι, το = ύφος
εντάς, ο = αέρας ενός ανθρώπου
τακαβίτης, ο = απόμαχος


(συνεχίζεται)

________________________________

2o


Καθόταν κι έτρωγε σ΄ένα ταβερνάκι, που κατά λάθος υπήρχε ακόμα, πριν από κανένα χρόνο. Έξω καθόταν, τελευταίος είχε μείνει, το κατάστημα τα μάζευε. Στην άκρη μιάς πλατείας ήταν κι εκείνη πέρασε. Έκανε το γύρω της πλατείας γιά να κόψει σ΄ένα κάθετο δρόμο, όταν της βγήκε ο ένας μπροστά της. Κάτι της είπε, εκείνη σταμάτησε, τον κοίταξε αμίλητη κι έκανε να συνεχίσει. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, ερημιά. Πήγε να του φύγει από τα πλάγια, αλλ΄αυτός την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την ακινητοποίησε. Πάτησε ένα σφυριγματάκι κι ήρθαν ακόμα δυό που κάθονταν στο παρκάκι της πλατείας. Ήρθαν χαζογελώντας και στήθηκαν γύρω της.


Ο άνθρωπός μας κοίταξε προς τη μεριά τους ανέκφραστος, κρατώντας το πηρούνι με την τελευταία μπουκιά. Άφησε κάτω το πηρούνι κι έβαλε το χέρι του στη πίσω τσέπη. Έβγαλε ένα λεπτό σκούφο και τον φόρεσε, ως λίγο πιό κάτω από τα μάτια. ”Πσσστ…”, έκανε. Αυτοί γύρισαν. Έστριψε τον καρπό του δείχνοντας με την παλάμη να ηρεμήσουν και με τον αντίχειρα να του δίνουν. Του απάντησε ο ένας, ο πιό αδύνατος, με αντίστοιχη χειρονομία ”α, παράτα μας!” και μετά έδειξε ανάμεσα στα σκέλια του.


Ο δικός μας ανασήκωσε το μπατζάκι του κι έβγαλε ένα κοντό μαχαίρι. Έπιασε τη λάμα του σφιχτά μες τη παλάμη, αφήνοντας μόνο τη μύτη να προεξέχει. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος τους.


-Τί θε, ρε μαλάκα; του είπε ο ένας. Α, τράβα, να τελειώσεις το φαγητό σου!


Δε χρειάζεται να αναλωθούμε σε περιγραφές. Αμίλητος, σα ψυχρή φθοροποιός μηχανή, τους χάραξε τόσο, όσο που να τους πάρουν τα αίματα. Το βάλαν στα πόδια σα κότες. Το κορίτσι είχε απομείνει σα στήλη άλατος και έτρεμε. Έτσι γνωριστήκαν. Κάθησε γιά λίγο μαζί του, ήπιε κρασάκι κι όταν συνήλθε της έδωσε το τηλέφωνό του. ”Άμα χρειαστείς βοήθεια, τέτοια ή αλλιώτικη, πάρε με”, της είπε. Πήρε το χαρτί, σήκωσε το ποτήρι στην υγειά του και την κατάπιε η νύχτα.


Τον πήρε μετά από κανένα δίμηνο.
- Όχι γιά βοήθεια, μόνο να ρωτήσω τι κάνεις.
- Καλά είμαι, ΄συ;
- Μιά χαρά. Μήπως ευκαιρείς να σε δω;
- Αμέ, άμα το θες...
- Το θέλω!


Έτσι ξεκίνησε κάτι που δε ξέρω αν θα το λέγαμε σχέση. Το κορίτσι είχε τη ζωή του κι εμφανιζόταν κάθε τόσο. Πήγαινε στο σπίτι της, ή αυτή στο δυαράκι του,του μιλούσε γιά τα δικά της κι αυτός την άκουγε στωικά. Τον ρωτούσε γιά κείνον, τί να της πει; Πως γεννήθηκε το 1899; Απόφευγε και της χαμογέλαγε.


Τη πρώτη φορά που σμίξαν τα σώματά τους, κάτι που εκείνη του ζήτησε, τον κοίταγε όλες τις ώρες που πέρασαν, ολότελα μπερδεμένη. Κανέλα μοσκοβολούσε όλος και η ανάσα του.


- Το σώμα σου είναι σα πέτρα, τού΄λεγε και χάιδευε το μέτωπό του με το ένα της δάχτυλο. Δε της απαντούσε, μόνο χαμογέλαγε. Αυτό που τη μπέρδεψε όμως για τα καλά ήταν κάτι άλλο. Συνηθισμένη σε διάφορους πασταφλόρους, βρέθηκε στην αγκαλιά ενός ανθρώπου που είχε τελείως διαφορετικές συμπεριφορές. Ήταν σιωπηλός, ανάσαινε μαλακά κι έδειχνε καθαρά ότι της δίνει απόλυτη προτεραιότητα. Τη χάιδευε ατέλειωτα με τις μεγάλες παλάμες του, κάθ΄ εκατοστό του σώματός της κι έμοιαζε να μη νοιάζεται καθόλου γιά τον εαυτό του, μόνο γιά κείνηνε. Δε την άφηνε να παίρνει πρωτοβουλίες, μ΄έναν επιτήδειο και τρυφερό τρόπο της μάθαινε να δέχεται αυτά που της έδινε. Κάθε που εκείνη προσπαθούσε, την αποδιοργάνωνε κοιτάζοντάς την, παρακαλεστικά, με τα γκρίζα μάτια του που την παρέλυαν.


- Μα, γιατί δε μ΄αφήνεις να σου δώσω;
-Παραπέρα απ΄ότι μου δίνεις; Είσ΄ένας κήπος κι εγώ ένας περιβολάρης. Ξέρεις πως νιώθουν οι περιβολάρηδες;
-Από πού να ξέρω, ξεκαρδίζονταν εκείνη.
-Οι περιβολάρηδες είναι, ίσως οι πιό ευτυχισμένοι στο ντουνιά, γιατί παίρνουν χαρά,αγάπη κι ευγνωμοσύνη από εκατό μεριές…


Έδειχνε νά΄χει απόλυτο έλεγχο πάνω στο σώμα του και την έφτανε ξανά και ξανά και ξανά. Κι όταν εκείνη είχε πιά ξεχειλίσει της ζητούσε – όταν το ζητούσε – το μικρό του μερίδιο και τότε, αυτό το βαρύ, πέτρινο σώμα γίνονταν μιά πολιορκητική μηχανή που βούιζε, που μούγκριζε, που τραβούσε μέσα του όλον τον αέρα της κάμαρης, βγάζοντάς τον πάλι με σπασμούς.


-Αυτό; τον είχε ρωτήσει βλέποντας την πρώτη φορά μιά στραβιά και βαθιά ουλή πάνω στη κοιλιά του.
-Άστο.
-Όχι, πες μου!
-Μιά κακιά στιγμή που βρήκα το μάστορά μου.
-Που θα πει;
- Άστο, καλύτερα…


Και μετά χωρίζανε, χωρίς να πουν τίποτα γιά το αν θα υπήρχε επόμενη φορά.


Κοίταξε το ρολόι του. Είχε πάει δώδεκα, το φιντάνι θά΄πρεπε να φύγει όπου νά΄ναι. Τού΄ριξε μιά γρήγορη ματιά, ανασήκωσε το φρύδι, ”τίποτε άλλο γιά σήμερα” κι εκείνος συγκατάνευσε, σηκώθηκε κι έφυγε.


Ο άνθρωπός μας – που λησμόνησα να σας πω πως τ΄όνομά του είναι Παναής Αλτσίτζογλου – κάθησ΄ακόμα λίγο και μετά έφυγε κι αυτός. Κατηφόρησε προς το κέντρο. Είχε στα σχέδιά του να περάσει να κουρευτεί και μετά νά΄παιρνε το μετρό και νά΄ριχνε μιά ματιά σ΄ένα βυσινί AUDI που πάρκαρε κάθε μέρα έξω από μιά εταιρία και τού΄χε γυαλίσει.


Περπατούσε ήρεμα, φορώντας ουδέτερα γυαλιά ήλιου γιά να μη φαίνονται τα γκρίζα, λαμπερά μάτια του και προσπαθώντας να μη τραβάει τη προσοχή με το μέγεθός του. Κοίταζε γύρω δήθεν αδιάφορα, αλλά το μυαλό του έβγαζε σπίθες απ΄τις πολλές στροφές. Τις τελευταίες μέρες τού΄χε καρφωθεί στο μυαλό ότι τον παρακολουθούνε. Ήταν πιό πολύ μιά αίσθηση, παρά κάτι συγκεκριμένο που είχε προσέξει. Υπήρχαν όμως μέσα του καλοακονισμένες προεκτάσεις των αισθήσεων, εξασκημένες από παλιά πείρα. Δεν έκαναν ποτέ λάθος, ούτε και τώρα.


Πραγματικά, ήταν δυό λαγωνικά που τον παρακολουθούσαν. Η απόφαση πάρθηκε σ΄ένα τμήμα της Ασφάλειας, μετά από μιά σύντομη συζήτηση. Η υπόθεσή του δε τους ενδιέφερε, αλλά ήταν κάποιος ανώτερος που του είχαν τριβελίσει το κρανίο διάφορα χαρτιά που περνούσαν μπροστά του και αφορούσαν τον Αλτσίτζογλου. «Πόσο καιρό θα μας κοροϊδεύει αυτός; Χρόνια τώρα κινείται στο σκοτάδι, συνεργάσιμος δεν είναι, να τα σκάει δε τα σκάει, ε, νισάφι! Ρε, Λευτέρη, γιά έλα ΄δω. Το και το. Έχε τα μάτια σου δεκατέσσερα μονάχα, ο μάγκας είναι επικίνδυνος. Δε τό΄χει σε τίποτα να σε κάνει φέτες. Πάρε κι άλλον ένα μαζί σου και κράτα με ενήμερο!». Κι έτσι, τον πήραν στο κατόπι. Ο έτσι Λευτέρης τον ακολουθούσε από καμιά δεκαπενταριά μέτρα και ο άλλος, από απέναντι.


Μη νομίσετε τώρα ότι αυτή η ιστορία θα γυρίσει σε αστυνομική, μου είναι αδιάφορο κάτι τέτοιο. Ο προβολέας είναι γυρισμένος μονάχα πάνω στο ψυχρό, στεγανό και δυσκολοδιάβατο ψυχικό τοπίο του Παναή Αλτσίτζογλου. Όλα τ΄ άλλα είναι βοηθητικές παρενθέσεις.


Στο κουρείο αναγούλιαζε με τη γύρω ατμόσφαιρα και τα λεγόμενα. Ο κουρέας ήταν λίγο γυναίκα και παρλάριζε ασταμάτητα με τρεις άλλους που περίμεναν και λέγαν ότι τους κατέβαινε στη γκλάβα. Πλήρωσε κι έφυγε βιαστικά.
Κατέβηκε στο μετρό και ενώ έδειχνε πως θα έμπαινε σ΄ένα βαγόνι, έκανε μιά γρήγορη κίνηση και μπήκε στο διπλανό του. Υπέθεσε πως αυτός ή αυτοί που τον παρακολουθούσαν είχαν σκοτωθεί να προλάβουν να μπουν στο ίδιο, ή μπορεί και να ήταν στο διπλανό. Έβγαλε μιά εφημερίδα κι έκανε πως διάβαζε. Κατέβηκε μετά από δυό σταθμούς, κρατώντας στο χέρι του ένα αντικείμενο που κατέληγε σε μιά λεπτή λαμίτσα. Προχώρησε ήρεμα στην πλατφόρμα και, ξαφνικά, έστριψε, άνοιξε πολύ γρήγορα τον κλεισμένο ανελκυστήρα προσωπικού και χώθηκε μέσα. Βγήκε δυό ορόφους πιό πάνω και, τό΄βαλε στα πόδια. Σταμάτησε ένα ταξί και το άφησε πέντε στενά πριν την εταιρία που λέγαμε. Στάθηκε καμιά εκατοστή μέτρα μακριά της και έστειλε ένα μήνυμα στο φιντάνι του με ένα Χ+Κ. Το Χ σήμαινε «με παρακολουθούν» και το Κ «καθάρισε». Τα υπόλοιπα δε τον αφορούσαν, ήταν δουλειά άλλων.


Άναψε ένα τσιγάρο και με μιά μικρή κάμερα με δυνατό ζουμ, πήρε μερικές φωτογραφίες το βυσινί αυτοκίνητο και την εταιρία.
Μήνυμα στο κινητό. Από ένα παλιό γνωστό που δούλευε «μέσα». Ένα Κ+Χ. «Σε κυνηγάνε, χάσου».
Βρήκε μιά απόμερη γωνιά, έριξε κάτω το κινητό του και το σύντριψε με μιά δυνατή τακουνιά. Το πέταξε σ΄ένα καλάθι αχρήστων και γύρισε πίσω με το λεωφορείο.

(συνεχίζεται)
________________________________

3ο


Όπως τα δυό λαγωνικά που τον έχασαν στο μετρό, έτσι κι εγώ έχασα τα ίχνη του, απ΄τη στιγμή που μπήκε στο λεωφορείο. Πλανιόμουνα πάνω απ΄την πόλη, αχ, ξένη πιά πόλη μου, και δε τον απαντούσα πουθενά, ως τις εφτά που συνάντησε το πλάσμα που ήταν φτιαγμένο από αέρα και φως.


-Μήπως σ΄έχει κουράσει που συναντιόμαστε, τον ρωτάει καθισμένη οκλαδόν στοπάτωμα μπροστά του.
-Όχι, καθόλου. Χαρά μου δίνεις και προσπαθώ να στη γυρίσω πίσω.
-Δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο σαν κι εσένα. Είσαι ζεστός και παγωμένος, ταυτόχρονα. Δε ξέρω πως να είμαι μαζί σου. Μ΄αγαπάς καθόλου;


Αυτή η ερώτηση ήταν η αχίλλειος πτέρνα του από τα πολύ βαθιά χρόνια. Κάθε που τον ρωτούσαν μπλόκαρε και δεν ήξερε τι να πει. Απ΄όσο μπορώ να δω μέσα του, μόνο μιά φορά, ίσως, δε τον δυσκόλεψε. Κάποτε, ήταν μαζί μ΄ένα κορίτσι μικροκαμωμένο από τη Σμύρνη. Αυτός πηγαινοέρχονταν, κάνοντας διάφορες ασαφείς εμπορικές συναλλαγές και διευκολύνσεις. Όταν στα 1921 ήρθε ο ελληνικός στρατός και μυρίστηκε τι έμελλε να συμβεί, τη συνάντησε και της ζήτησε να φύγει από το σπίτι της, να φύγουν μαζί. Θα πέρναγαν στη Μυτιλήνη, μετά στη Σαλονίκη κι από κει στα Βαλκάνια. Εκείνη δε πήρε σοβαρά τις προειδοποιήσεις του γιά το μαύρο σύννεφο που θα΄ρχόταν και τού΄πε πως ίσως αργότερα, πως δε γινόταν ν΄αφήσει τη μάνα και τη μικρή αδερφή της μονάχες τους. Θυμάται πως της είπε, «αν μ΄αγαπάς, κάντο». Εκείνη είχε κλάψει, δε του απάντησε, την έφαγε το μαύρο ποτάμι. Αυτό ήταν το τελευταίο που θυμάται από το φρούτο της αγάπης. Άλλος κόσμος όμως και άλλοι άνθρωποι τότε.


- Δε μου απαντάς.
-Θα σου δώσω ένα άλλο νούμερο. Έχασα το κινητό μου.
-Το νούμερο να μου το δώσεις, αλλά σε ρώτησα κάτι.
-Πρέπει να με ξεχάσεις γιά λίγο καιρό. Θα λείψω.
-Αυτό σημαίνει τέλος;
- Όχι.
-Δε μ΄απάντησες. Μ΄αγαπάς καθόλου;
-Δε μπορώ ν΄απαντήσω.
-Τότε, θέλω να σε νιώσω βαθιά μέσα μου, σα νά΄ταν η τελευταία φορά.


Εκείνος είχε κιόλας φύγει. Ήταν και δεν ήταν εκεί. Ο βαρύς, πέτρινος όγκος του λειτούργησε και τότε σα καλολαδωμένη μηχανή αλλά,ούτε μερίδιο ζήτησε, ούτε την άφηνε να συναντήσει το βλέμμα του. Εκείνη κατάλαβε, έκρυψε ένα δάκρυ κι έφυγε, σιωπηλή και αθόρυβη.


Δε ξέρω σε ποιό σκιερό τοπίο κρύφτηκε ο Παναής Αλτσίτζογλου. Ξέρω πως θα γυρίσει και τότε, θα ξαναπιάσω το νήμα...


(συνεχίζεται)
_______________________________


4o


Δεκατρείς μέρες μ΄ένα πεθαμένο φίλο…



Ο άνθρωπός μας εντοπίστηκε. Ας μου επιτραπεί να μην αποκαλύψω το γεωγραφικό τόπο γιατί τον ψάχνουνε και, ακόμα και οι τοίχοι έχουν αυτιά, (αν και προτιμώ το ανάποδο, ”και τ΄αυτιά έχουν τοίχους”), γιατί απ΄τη στιγμή που είδα στην τηλεόραση τον Bill Clinton, τον καιρό που ήταν πρόεδρος, που γιά να πει κάτι εμπιστευτικό σ΄έναν υψηλό επισκέπτη του γύρισε την πλάτη στις κάμερες και έβαλε το χέρι μπρος απ΄το στόμα, άλλαξε και η συμπεριφορά μου σε πολλά πράγματα...)


Θυμάστε εκείνη την πέτρα που άλλαζε σχήματα; Ίσως τη θεωρήσατε ένα ευφάνταστο (;) παιχνίδι με τις λεξεις. Δεν επρόκειτο όμως γιά κάτι τέτοιο. Έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε γιά τις πέτρες ή μάλλον, δε ξέρουμε τίποτα γι αυτές. Κάποιοι έχουν κάνει κάποιες εικασίες μονάχα. Μιά άλλη πέτρα, με παραπλήσια συμπεριφορά, συναντήσαμε στην ιστορία «Η Νίτσα – το σώμα μετέωρο" (βλ. http://elkibra-rebetisses.blogspot.com/2009/02/blog-post_28.html)Κι εκεί κάτι σημαδιακό ήτανε, μόνο που δε βρήκε την ευκαιρία να εκδηλωθεί.


Οι πέτρες κρατάνε μέσα τους φυλακισμένη μνήμη απ΄το παρελθόν. Τίποτα δε πάει χαμένο. Όλα τα συμβάντα, κύρια οι βαρβαρότητες κι οι βιασμοί που διαπράξαμε πάνω στο σώμα της Γης, είναι αποθηκευμένες και καλά φυλαγμένες.


Ποιός να ξέρει τώρα από που κρατούσε η σκούφια αυτής της πέτρας που κείτονταν στο πεζοδρόμιο, μπροστά απ΄τον πρώην νταή Παναή Αλτσίτζογλου, εκείνο το πρωινό πού΄πινε τον γκαϊφέ του. Το ότι ξανακοίταξε προς το μέρος της και δεν την είδε, επίσης δεν ήταν τυχαίο. Όπως θυμάστε, η πέτρα δε μετακινήθηκε όταν κάποιος την κλώτσησε. Είχε δικό της κέντρο αποφάσεων και μετακινιόταν όταν, και όπως εκείνη ήθελε.


Τέτοια πράγματα τα μισοήξερε και τα πίστευε ο Παναής Αλτσίτζογλου. Γιατί οι παλιοί νταήδες, οι πραγματικοί παλιοί νταήδες και όχι τα γηγενή κακέκτυπα που δημιουργήθηκαν στον Πειραιά, είχαν καρδιά καθαρή σα μικρού παιδιού. Όχι σα τα σημερινά παιδιά που τά΄χουν κάνει να μη ξέρουν που βρίσκονται... ΄Ετζι λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι δεν παραξενεύτηκε καθόλου σαν είδε την ίδια πέτρα, ν΄αλλάζει σχήματα μπροστά του, στο μέρος που είχε πάει να κρυφτεί.


Κάθονταν κι έπινε ούζα μ΄έναν κρυφό του παλιόφιλο, τον Σάκη Α. που είχε εγκαταλείψει τον περασμένο χρόνο τα εγκόσμια. Μόλις όμως ένιωσε πως ο φίλος του, που είχε χρόνια να τον συναντήσει και δεν ήξερε τα καθέκαστα, ήταν στο δρόμο προς την καλύβα του, επέστρεψε με ειδική άδεια. Γκριζωπός ήταν στην όψη, μερικά κομμάτια τού΄λειπαν, σκονισμένος ήταν και με χώματα, επέστρεψε όμως πριν φτάσει ο Παναής. Σκούπισε, σφουγγάρισε, έκανε την παρατημένη καλύβα λαμπίκο. Ψώνισε απ΄τη διπλανή πόλη, να μη τον δουν και πάθουν τραμπάκουλο, βρήκε νταμίρα, πήρε και παστουρμά που θυμόταν ότι τον λάτρευε ο φίλος του και, να τώρα που κάθονται, απέναντι ο ένας στον άλλον, πίνουν, τσιμπολογάνε και συζητάνε.


Ιστορίες παλιές λένε που αν τις άκουε κάποιος ανίδεος θα του σηκωνόταν η τρίχα όρθια στην κεφαλή, ανθρώπους μνημονεύουν που χάθηκαν πριν την ώρα τους όπως, καλή ώρα ο Σάκης.


- Να σε ρωτήσω πως είν΄εκεί κάτω, να ξέρω τουλάχιστο τι με περιμένει, λέει οΠαναής.
- Ξέχνα το. Τί άλλα;


Του λέει γιά το κορίτσι και το Σάκη τον παίρνουν τα κλάματα. Νοσταλγεί...


- Έλα, ρε Σάκη, δε πάει χρόνος που έφυγες μού΄πες...
- Ε και; Ένας χρόνος είναι μιά αιωνιότητα χωρίς αυτό. Τί μου λες τώρα;


Λέγαν, λέγαν, μέχρι που λάλησαν τα κοκόρια. Και πέρασαν ημέρες δώδεκα και τη δέκατη τρίτη το βράδυ που πάλι τα πίναν και τα λέγαν, μιά μαύρη σκιά πλησίασε και στάθηκε στα δυό μέτρα.
- Σάκη, έκανε η σκιά.
- Ναι, τό΄πιασα. Μ΄αφήνεις κι αυτή τη βραδυά με το φιλαράκι μου;
- Άντε, χαλάλι σου. Και τη μέρα αύριο όσο θα φέγγει, το βραδάκι όμως, ξεκίνα!
- ΄Ντάξει, έγινε!


Η πέτρα πιό πέρα έλαμψε και φυλάκισε τη συνομιλία. Ο Παναής δεν έβγαζε τσιμουδιά.


- Λοιπόν, τί λέγαμε, είπε ο Σάκης. Α, αναρωτιόμουνα, πόσο χρονώ έφτασες, ρε ψυχή;
- Α, δε θυμάμαι. Εκατονδέκα, εκατονδώδεκα, κάπου κει...
- Τι λέ΄ρε θηρίο...Μπα, δε ξέρω α θά΄θελα νά΄χα τη χάρη σου. Καλά, δε βαρέθηκες;
- Ε, όσο νά΄ναι, τί να κάνω όμως, λες να φουντάρω;
- Όχι δα και να φουντάρεις. Αυτά είναι γιά άλλους, όχι γιά κάτι σα κι εμάς. Να, λέω,πώς τη βγάζεις;
- Ε, μικροδουλίτσες, ταξιδάκια γιά τις μικροδουλίτσες...δε μου λες, εσύ έπαιζες κιθαρίτσα κάποτε. Την έχεις ακόμα;
- Άκου λέει. Κρυμένη την έχω. Γουστάρεις ε, μπαγάσα...


Ο Σάκης έπαιζε μόρτικια κιθάρα και σολάριζε νταλκαδιάρικα.
- Τί να πιάσουμε να ΄φχαριστήσω το φίλο μου;
- Παλιά σερέτικα της καρδιάς. Δυό κουτάλια έχεις;


Ο Σάκης, νταής ήταν κι αυτός, αλλιώτικος όμως, ντόπιος. Είχε σκορπίσει τα νιάτα του από δω κι από κει, σε κόντρες και πείσματα άχρηστα. Ηφαίστειο ήταν κάποτε, μύγα δε σήκωνε στο σπαθί του. «Κι όταν τα σκέφτομαι λέω, α, ρε Σάκη, μάπας ήσουνα. Γλύστρησ΄η ζωή μεσ΄ απ΄τα χέρια σου, σα το σαπούνι. Έκαψα και τα σωθικά μου με το ούζο. Τσάμπα. Μιά ζωή τσάμπα...»
- Όχι, ρε Σάκη, μη το βλέπεις έτσι. Να μη μετανιώνεις γιά τίποτα. Σε θυμάμαι τι ήσουνα. Δίκαιος, σπαθί. Μάγκας με τα ούλα σου. Όλα όμως έχουν διπλή όψη. Δίκοπα μαχαίρια. Ή έτσι θα κοπείς, ή αλλιώς. Τις καλές στιγμές και τα γλέντια που πέρασες εσύ, ούτε τα ονειρεύτηκαν άλλοι. Θά΄θελες να ζούσες ακόμα με μιά συνταξούλα, τακαβίτης και αραγμένος σ΄ένα καφενείο σα βαλσαμωμένη κουκουβάγια; Πιάσε κάτι τώρα να το πούμε μαζύ!
- Α, ρε Παναή, πάντα σ΄αγάπαγα. Μόνο εσένα παραδεχόμουνα!
- Έλα, έλα, Σάκη,..."Εγώ είμ΄αλάνης, μάνας γιός, μάγκας σωστός στην τρίχα...» , άρχισε να τραγουδάει...


Έπαιξαν, ξεπατώθηκαν. Τελειωμό δεν είχαν, ποταμός ήταν ο Σάκης.


- Τώρα, θα σου πω εγώ ένα. Ένα που δε τό΄λεγε κανείς άλλος, εξόν από κείνον το γλυκό τον μερακλή, το Νούρο. Θά΄ναι γιά σένα και γιά μένα. Γιά δυό λευκές καρδιές.


Άρχισε πάλι ν΄αλλάζει χρώματα ο Παναής Αλτσίτζογλου. Ένα αλαφρό μουσμουλί πέπλο κατέβηκε μπροστά στο πρόσωπό του και άνοιγε, άνοιγε, ώσπου έγινε άσπρο κι από μέσα του βγήκε μιά φωνή αλλιώτικη. Έλεγες πως είχε ανοίξει το στήθος του και τά΄βγαζε όλα χύμα έξω. Αυτός ο μεγάλος και φαρδύς θώρακας που είχε αναπνεύσει φουρτούνες, κρίσεις, πολέμους, που είχε αντικρύσει μύριες φορές το θάνατο κι εκείνος τον είχε προσπεράσει, έβγαζε τώρα το μεδούλι του μπροστά στον πεθαμένο φίλο, ότι πιό σίγουρο μπορούσε να υπάρχει. Η φωνή του προεκτείνονταν σα φίδι που χάιδευε τη νύχτα, τα δέντρα ολόγυρα, τους σκληρούς θάμνους. Σέρνονταν στο χώμα, έμπαινε μέσα στην υγρασία της νύχτας κι έκανε τις νυχτοπεταλούδες ν΄αναριγούν, διέγραφε φωτεινά σχήματα στον αέρα και κατέληγε στην πέτρα που στεκόταν πιό πέρα κι αστραποβολούσε αποθηκεύοντας…

”Ποιός έχει μιά λευκή καρδιά να γίνουμε συντρόφοι,
να περπατούμε ερημιές να μη θωρούμ΄ανθρώποι…”
Όταν τέλειωσε κοίταξε το Σάκη και μετά γύρισε το πρόσωπό του προς το σκοτάδι και μιά βροχή από δάκρυα τον κάλυψε. Ήσυχα δάκρυα, σιωπηλά κι απολυτρωτικά που ξέπλυναν το άσπρο και τον ξαναγύρισαν στο μελαψό του χρώμα. Ήταν αυτά τα δάκρυα όχι παράπονο, ούτε μετάνιωμα γιά κάτι. Απόλυτα συμφιλιωμένος ήταν με το παρελθόν του. Ήταν μονάχα άδειασμα ψυχής από τα φύκια που είχαν κολλήσει απάνω της.


- Ρε Σάκη, θαρρώ πως αυτό που έκανα τώρα, μόνο σ΄εσένα μπροστά θα μπορούσα να το κάνω. Φίλοι κοντινοί δεν είμαστε, εδώ και πολλά χρόνια. Δεν έχει σημασία όμως και το είδες όλες αυτές τις μέρες. Ξεκινήσαμε απο κει πού΄χαμε σταματήσει. Ήταν ξεκούραση και παρηγοριά νά΄μαι κοντά σου. Αύριο φεύγεις και φεύγω κι εγώ, θ΄ανταμώσουμε πάλι σύντομα όμως.
- Μωρέ μη σε νοιάζει, θα τους καταφέρω εγώ να μου ξαναδώσουν άδεια.


Τον κοίταξε τρυφερά ο Παναής και του χαμογέλασε. Δεν εννοούσε έτσι, αλλά δε τού΄πε τίποτα.Την άλλη μέρα το πρωί κατέβηκε στην πόλη, μπήκε σε μιά τράπεζα και τακτοποίησε κάποια θέματα λογαριασμών. Μετά, χώθηκε σ΄ένα Internet-cafe και έστειλε ένα αναλυτικό μήνυμα στο φιντάνι του.


Τώρα είναι στο λεωφορείο του γυρισμού κι αφήνεται να τον πηγαίνει. Κάθεται σα ξύλινος στο κάθισμα και τα μάτια του στηλωμένα στο κενό είναι. Σα νά΄ναι ο μοναδικός επιβάτης.
Έχει κλείσει και μανταλώσει τις πόρτες του και δε μπορούμε καθόλου να δούμε τι σκέφτεται. Τις μέρες με το Σάκη; Το κορίτσι από αέρα και φως; Πώς θα συνεχίσει τώρα που τον έχουν στο κατόπι; Αν αξίζει τον κόπο; Μάλλον νιώθει κομμάτι έρημος. Παραπέρα, δε θα μπορέσω να ξέρω και… κοίτα να δεις! Βγάζει το κίνητό του και γράφει ένα μήνυμα. Στο κορίτσι. ”Φτάνω στο σταθμό υπεραστικών στις 9:30. Μπορείς νά΄ρθεις;” Υπογράφει Γιάννης. Θα καταλάβει εκείνη. Το δάχτυλό του ταλαντεύεται στο send. Σηκώνει τα μάτια και κοιτάζει πάλι στο κενό. Το κλείνει. Μετάνιωσε.


Αφήνεται να τον πάρει ο ύπνος που τον κρατάει μέχρι που το λεωφορείο έφτασε. Τα γκρίζα μάτια του σαρώνουν το άχαρο περιβάλλον του σταθμού. Βγαίνει έξω, κάνει κάποιες παραπλανητικές βόλτες, βεβαιώνεται πως δεν είναι κανείς πίσω του...


(συνεχίζεται)
________________________________


(τελευταίο μέρος)


Ξεκαθάρισμα λογαριασμών


Νάτος, ο πρώην νταής και φθοροποιός μηχανή, που περπατάει σαν υπνωτισμένος μέσα στη νύχτα. Δείχνει πως δε ξέρει κατά που πάει. Περνάει μέσα από φώτα που τον βάφουν με χρώματα φωσφορικά. Άνθρωποι γύρω του κινιούνται, ζευγαράκια από νέα παιδιά που ξεκαρδίζονται ανέμελλα, μοναχικοί και σκυμένοι που γυρίζουν πτώμα στα σπίτια τους, γυναίκες μοναχές που προχωρούν γρήγορα, σα να πηγαίνουν σε κάτι πολύ σημαντικό. Ξένοι έχουν στρωμένες πραμμάτειες με αχρηστα είδη, ένας πουλάει κάτι ξεπλυμένες ζωγραφιές με τραγικά ηλιοβασιλέματα. Αυτοκίνητα καλογυαλισμένα τό΄να πίσ΄απ΄τ΄άλλο, λεωφορεία που μουγκρίζουν βγάζοντας σκοτεινούς ατμούς, τρόλευ. Αηδιάζει. Χώνεται σ΄ένα σκοτεινότερο στενό και αλλάζει δρομολόγιο προς τα Πετράλωνα.


- Μπα, σα τα χιόνια. Καιρό έχουμε να σε δούμε. Πώς έτσι;
- Δε ξέρω, μού΄ρθε.
- Έλα πάνω.
Της αφήνει με το έμπα εκατό euro στο κομοδίνο.
- Πάντα γαλαντόμος. Μακάρι νά΄χα μερικούς ακόμα πελάτες σα κι εσένα.
Της χαμογελάει σα να του σηκώνει ένα βίντσι τα χείλια.
- Άκεφος είσαι. Τί κουβαλάς στην καρδιά;
- Μυρμήγκια. Στην εξοχή ήμουνα.
- Έλα, ξάπλωσε, θα σου περάσουν όλα.
Χύνεται το μεγάλο σώμα του στο κρεβάτι και στηλώνει τα μάτια στο ταβάνι.
- Άντρακλά μου εσύ...
- Κοίτα, αν μπορούσαμε να μη μιλάμε...
- Όπως θέλει τ΄αγόρι μου.


Τζίφος. Δε μπορούσε. Δεν έφταιγ΄εκείνη, κάτι μέσα του που τον κοίταγε μ΄ένα μάτι ειρωνικά. Η γυναίκα του χαμογελάει φιλικά και τον χαϊδεύει στο μέτωπο. Κάτι πάει να του πει, ακουμπάει την παλάμη του στο στόμα της.
- Σσς..., άστο.
Σηκώνεται κι αρχίζει να ντύνεται. Τον κοιτάει εκείνη, πάει να του δώσει πίσω τα λεφτά.
- Αστειεύεσαι; Ήσουν πάντα φίνα μαζί μου, απόψε όμως, κάπως είμαι...


Περπατάει πάλι χωρίς να ξέρει που πάει. Τον πηγαίνει όμως ο άλλος από μέσα του κι απ΄τα Πετράλωνα βρέθηκε στου Ψειρρή. Όχι απλά εκεί αλλά σε συγκεκριμένο σημείο και περνώντας από ένα μπαράκι, τη βλέπει. Κάθεται με δυό άλλα νέα αγόρια και μιά που της μοιάζει πολύ. Μπερδεύεται, κάνει να συνεχίσει, αλλά ο άλλος μέσα του τον φρενάρει. Το γρήγορο μάτι της τον είδε. Μένει άγαλμα γιά μιά στιγμή. Την επόμενη τινάζεται πάνω και βγαίνει έξω τρέχοντας.
- Δε το πιστεύω! Δε το πιστεύω, εσύ, εδώ; Στάσου, περίμενε να πω αντίο κι έφτασα.
Οι άλλοι γυρίζουν και τον κοιτάν παραξενεμένοι. Τραβιέται στο πλάι.Τον αγκαλιάζει και νιώθει ένα άλλο σώμα απ΄αυτό που ήξερε. Σα μαλακό, σα παραλυμένο, που κάπου αλλού βρίσκεται.
- Μού΄λειψες. Δε παραξενεύτηκες που δε σε πήρα καθόλου;
- Δε ξέρω.
- Νόμισες πως δεν ήθελα να σ΄ενοχλήσω, δεν ήταν όμως αυτό. Με πλησίασαν και με ρωτούσαν γιά σένα...


Δαγκώνεται ο Παναής. Σφίγγει το σώμα του και την τραβάει γρήγορα σ΄ένα στενό. Κοιτάζει γύρω του νευρικός. Αυτό δε τό΄χε υπολογίσει. Τη χώνει σε μιά μισάνοιχτη πόρτα και σκάζει μύτη έξω. Περιμένει, τίποτα, ψυχή.


-Κάτι έχεις κάνει. Τί;
- Τίποτα. Με θέλουν γιά παλιές ιστορίες.
Την κοιτάζει και τα μάτια του είναι κουρασμένα αλλά αστράφτουν.
- Είμαι σα χίλια κιλά απόψε. Μείνε μόνο μαζί μου...
- Δε σε πήρα γιατί φοβήθηκα μη παρακολουθούν το κινητό.
- Καλά έκανες. Το δικό μου είναι σε άλλο όνομα. Νεφέλη (επιτέλους, είπε τ΄όνομά της), σ΄εμπιστεύομαι. Τό΄χω κι ανάγκη να σ΄ εμπιστευτώ. Μη φοβάσαι, δεν έχω κάνει κάτι που να με τρομάζει. Και να με βρούνε, δεν έχουν τίποτα να μου φορτώσουν, μονάχα μου τη δίνει όταν με ψάχνουν. Από μικρό παιδί τό΄χα αυτό. Έλα, θα πάρουμε ταξί και θα πάμε κάπου ήσυχα να μιλήσουμε. Μπορείς;


Το ταξί τους άφησε σε μιά σκοτεινή παραλία με κλειστά μαγαζιά. Κάθησαν δυό βήματα από τη θάλασσα και τά΄βγαλε όλα. Όλα, από την αρχή. Ακόμα και την ημερομηνία που γεννήθηκε της είπε, ξαλάφρωσε. Σα νά΄ταν η πρώτη φορά που ήρθε κοντύτερα στους άλλους αυτού του κόσμου. Η Νεφέλη τον άκουσε χωρίς να πει τίποτα, χωρίς να ρωτήσει τίποτα.


- Δεν έκανα λάθος μαζί σου, αξίζεις, της είπε τρυφερά.
- Ούτε κι εγώ με σένα. Είμαι κοντά σου. Θα στηρίξω.
- Ο δρόμος τελειώνει όμως μανίτσα μου, εδώ τελειώνει...
Τινάχτηκε.
- Τελειώνει, τί; Εμείς;
- Όχι, εγώ. Εσύ θα συνεχίσεις.
- Δε το πιάνω. Πες μου!
Ο Παναής κοίταξε πέρα, μέσα στο σκοτεινό της θάλασσας κι είδε την πέτρα να χοροπηδάει στα νερά λάμποντας.
- Κοίτα εκεί. Βλέπεις;
- Όχι. Τί;
- Τίποτα. Κάτι μου φάνηκε πως είδα. Έλα να περπατήσουμε λίγο. Πάρε πρώτα ότι έχω πάνω μου.


Άδειασε τις τσέπες του όλες κι αράδιασε μερικά πραμματάκια μπροστά της (στο τέλος αυτής της ιστορίας παρατίθεται λεπτομερής κατάλογος των προσωπικών αντικειμένων του),
- Κι αυτό το μασούρι (ένα μάτσο χρήματα πιασμένα μ΄ένα λαστιχάκι).
- Δε καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό...
- Κοίτα, Νεφέλη, θέλω να σου ζητήσω μιά χάρη. Να κάτσουμε κάτω απ΄αυτό το πεύκο και να ξαπλώσω στο χώμα... Έλα, να σε φιλήσω.


Έχωσε το πρόσωπό του μέσα στις ρίζες των μαλλιών της και τη μύρισε βαθιά. Της φίλησε τα δυό απορημένα μάτια της και δε την άφησε να συνεχίσει. Ξάπλωσε δίπλα της κι ένα κόκκινο χρώμα άρχισε να τον καλύπτει.


Κράτα με.


Το χέρι της χάθηκε μέσα στη μεγάλη παλάμη του. Της το έσφιξε γερά καθώς το αίμα άρχισε να κοχλάζει μέσα στις αρτηρίες του και τον έβαψε βυσινιό.


-Φρόντισε, σε παρακαλώ, να καώ.
-Μηηη... ούρλιαξε εκείνη.




Ένα τίναγμα και το πρόσωπό του άλλαξε διάταξη. Τ΄αριστερό του φρύδι συσπάστηκε, σα να το χτύπησε ρεύμα ηλεκτρικό, και κατέβηκε στραβά προς τα κάτω, το γκρίζο μάτι του θόλωσε και ανεβοκατέβηκε φρενιασμένο, το μάγουλό του φούσκωσε και σα κυματάκι μετακινήθηκε και καβάλλησε το δεξί, το στόμα του γύρισε τη μιά του άκρη προς τα πάνω, η γλώσσα πήγε να βγει έξω, αλλά τη συγκράτησε (ήθελε να περιωρίσει την παραμόρφωση, από ντροπή γιά κείνη).


Ένα τίναγμα ακόμα, ένα μαύρο υγρό που κύλησε απ΄το στόμα του, ένας αναστεναγμός και, αυτό ήταν. Το μεγάλο σώμα έμεινε ακίνητο κι η πέτρα βούλιαξε στο βυθό της σκοτεινής θάλασσας.
Έτζι, μ΄αυτόν τον τρόπο, στις 6:οο του πρωινού της 7ης Απριλίου του 2009, τέλειωσε τις μακριές του ημέρες ο πρώην νταής, Παναής Αλτσίτζογλου, που είδε το φως του ήλιου σε μιά φτωχογειτονιά της Πόλης, εν έτει 1899.
Τελείωσε κρατημένος από τα χέρια της Νεφέλης, ενός νέου κοριτσιού, φτιαγμένου από αέρα και φως, που ανήκε σ΄ένα κόσμο που αυτός ποτέ δε τον γούσταρε. Ίσως και γι αυτό το λόγο να πέρασε στην άλλη διάσταση χαλαρός κι ανάλαφρος...


ΥΓ. Και κάτι ακόμα. Οι λέξεις τρίβονται, ξεφτίζουν και χάνουν το πραγματικό νόημά τους. εξαιτίας της λήθης και της ανοησίας μας. Να θυμάστε ότι νταής δε σήμαινε αυτό που νομίζουμε σήμερα. Ελπίζω ότι η περίπτωση αυτού του μοναχικού ανθρώπου να σας έπεισε λίγο γι αυτό.


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΝΤΑΗ, Παναή Αλτσίτζογλου


κουτάκι μικρό από σουλφαμίδες του 1940 με λευκοπλάστες και γάζες,


τέσσερα λαστιχάκια,


εισιτήριο λεωφορείου ,


τρία κλωνάρια κανέλας,


πορτοφόλι με κάρτες, άσχετα χαρτιά και αποδείξεις, μιά οικογενειακή φωτογραφία που τον έδειχνε να κάθεται στα γόνατα του μουστακαλή πατέρα του και μιά πολύ σοβαρή μάνα,


ένα μαραμένο γαρύφαλο,


ένας μικρός δίκοπος κόφτης,


ένα μικρό αντικείμενο με μιά λαμίτσα παραβίασης κλειδαριών,


ένα διπλωμένο χαρτάκι που έγραφε: «Με ρώτησες αν σ΄αγαπώ καθόλου• ναι, σ΄αγαπάω! – όποτε χρειαστείς κάποια βοήθεια, σφύρα μου. Θαρθώ – με τον τρόπο μου. Μη το ξεχνάς – Π.Α.


Το 8 και το 9 ήταν τυλιγμένα, το καθένα τους, σ΄ένα χαρτάκι που έγραφε, «γιά ξεφόρτωμα».
___________________________________


Μικρές, πλάγιες σκέψεις γιά τον εκλιπόντα πρώην νταή, Παναή Αλτσίτζογλου.


Τρεις μέρες είχα πέσει σε μιά σκοτεινή τρύπα κι έλεα, πώς να τελειώσω τη ζωή αυτού του μοναχικού ανθρώπου; Σαν υπνοβάτης ήμουνα. Μου μίλαγαν και δεν άκουα. Δεν ήταν ότι βιαζόμουν να τελειώσω την ιστορία. Ήταν ότι αυτός ο άνθρωπος έκατσε ξαφνικά μέσα μου και, βαρύς όπως ήταν, με τραβούσε προς τα κάτω, χωρίς τελειωμό. Κάτι άλλο που ήταν καινούριο γιά μένα, αλλά με μπέρδευε κιόλα, ήταν ότι, γιά πρώτη φορά μιά φιγούρα που πλάστηκε στο κεφάλι μου, μού΄παιζε κρυφτό. Τον οδηγούσα, νόμιζα, τον πήγαινα αλλά και με πήγαινε. Όταν έκλεινε τα παραθυρόφυλλά του, όπως μέσα στο λεωφορείο της επιστροφής, δε μπορούσα καθόλου να φωτίσω μες το κεφάλι του και να δω.


Κάποια στιγμή, θυμήθηκα ένα παλιό νουνό που είχα, ένα ανθρωπάκι μάλαμα. Μοναχικός ήταν κι αυτός και παντρεμένος με τη Μικρασιάτισσα θεία μου που, γιά διάφορους λόγους, δε την πήγαινα. Όλο του κολλούσε και τον πίεζε, ενώ αυτός έπλεε σε γαλήνιες (;) θάλασσες αφηρημάδας.
Όταν μεγάλωσα, εξαφανίστηκα και χαθήκαμε. Κάποια φορά τον βρίσκω που παραθέριζαν στην Αγία Τριάδα, στη Σαλονίκη. Είχε πάει λίγο πιό πέρα απ΄τους άλλους που θαύμαζαν το ηλιοβασίλεμα, είχε γυρίσει την πλάτη του στη θάλασσα και κοιτούσε προς το κενό, πάνω σε μιά ψάθινη πολυθρόνα.
Πήγα κοντά του, χαμήλωσα, τού΄πιασα το χοντρό του γόνατο.
- Πώς πάει, νουνέ;
- Κωστάκι, βαρέθηκα, κουράστηκα. Δε θέλω άλλο…
Τον επόμενο χρόνο έφυγε γιά πάντα.


Μετά, θυμήθηκα μιά παλιά ζωγραφιά που είχα κάνει και την είχα βαφτίσει ”Εγκέπ” (εγκεφαλικό επεισόδιο). Παρίστανε ένα λαϊκό μπεχλιβάνη τη στιγμή που παθαίνει νταμπλά, ενώ έκανε κατορθώματα σ΄ένα δρομάκι της οδού Αθηνάς, στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.
Χρόνια πολλά αργότερα, ανακάλυψα τον Francis Bacon (http://en.wikipedia.org/wiki/Francis_Bacon_(painter) και έμεινα άπνους. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια ζωγραφική και τόσο πόνο. Τα παραμορφωμένα πρόσωπα του που έδειχναν το απομέσα των ανθρώπων, κόλλησαν με το «Εγκέπ» και μιά τέτοια αιτία θανάτου μου κάθησε σα πολύ λογική στην ηλικία του Π.Α.


Τον οδήγησα στον παλιό του γνώριμο, το νεκρό Σάκη Α. που ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο και φίλος μου. Η συνάντησή τους κάτι του έκανε μέσα του. Το κατάλαβε ή όχι, δε ξέρω. Το ότι τακτοποίησε κάποια πρακτικά θέματα στην Τράπεζα κι έγραψε ένα γράμμα, άγνωστου περιεχομένου, στο φιντάνι του, δείχνει πως είχε ήδη πάρει κάποιες αποφάσεις.
Σας διαβεβαιώνω ότι δε ξέρω γιατί επισκέφτηκε μιά γυναίκα γιά πληρωμένο έρωτα, μπορώ όμως να καταλάβω γιατί δε μπόρεσε να λειτουργήσει.
Στη συνέχεια, κάτι μέσα του τον οδήγησε εκεί που σύχναζε το κορίτσι από αέρα και φως. Τον πήγε εκεί γιατί ένιωθε πολύ έρημος. Φαίνεται πως αυτή η ιστοριούλα μαζί της, κάτι του έκανε επίσης, αλλά η καρδιά του δεν ένιωθε πιά. Έτσι τουλάχιστο νόμιζε. Της ανοίχτηκε γιά να μη την τυραννάγαν ερωτηματικά όταν θά΄φευγε, έκανε δηλαδή το αντίθετο απ΄αυτό που συνηθίζουν οι άντρες. Τιμή του. Μετά, δεν απόμενε πιά παρά το χέρι της και η ηλεκτρική επίθεση στο κεφάλι του.


Μου είναι κατανοητό ότι η ιστορία του Παναή Αλτσίτζογλου φαίνεται μελαγχολική και μαύρη. Γιά μένα δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πλήρης ημερών και εμπειριών. Είχαν δει πολλά τα μάτια του και αυτά τα χλιαρά που μπεμπέκιζαν γύρω του, δε τού΄λεγαν τίποτα. Δεν ήταν μισάνθρωπος, δεν ήταν ότι δε καταλάβαινε τον κόσμο και την τωρινή ζωή. ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ! Νέτα και σταράτα. Μα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, παρουσιάστηκε στη ζωή του αυτό το νέο κορίτσι που...που, τί; Να έκανε τί, μαζί της; Το χάσμα ήταν αγεφύρωτο κι ο έρωτας και η δροσιά δε φτάνουν γιά να καλύψουν όλα τα κενά. Βέβαια, δε διευκρινίστηκε αυτό το «το κορίτσι ανήκε σ΄ένα κόσμο που αυτός ποτέ δε τον γούσταρε». Πολύ απλά, η Νεφέλη προέρχονταν από μιά τακτοποιημένη, «δήθεν» αστική τάξη. Τί δουλιά είχε αυτός με τέτοια; Πλήξη αφόρητη. Ας μη κοροϊδευόμαστε.


Έτζι, η πρώην φθοροποιός μηχανή αφέθηκε να τερματίσει στα χέρια της, ξέροντας πως δε θα τον ξεχνούσε ποτέ, αλλά και ξέροντας πως εκείνη θα συνέχιζε τη ζωή της εκεί που έμαθε. Ο ίδιος, έφυγε απόλυτα ικανοποιημένος και, ευτυχώς, που δε πρόλαβαν να τον «σώσουν»...



-

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Ο Σοφός





Θα μοιραστώ με σας τούτο το λόγο, είπε
-μεμιάς σταμάτησαν οι ανάσες-
εκείνος κοίταξε του ουρανού το θόλο
κι ευχήθηκε μια "KαληNύχτα"

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Δημιουργία


Πριν μερικά χρόνια είχα καταγράψει ό,τι μου ερχόταν αυθόρμητα ως προς το τι είναι δημιουργία:

Δημιουργία είναι τροχός, έργο, ζωή, κτίσιμο, συμμετοχή στο κοσμικό σχέδιο, σημάδι στον ουρανό ότι υπάρχεις, μήνυμα στη γη ότι ξεφεύγεις απ' τα χέρια της, φλόγα που σε κρατάει άγρυπνο (εκτός ύπνου - μη λήθη - μνήμη - αλήθεια) , επιβεβαίωση της ύπαρξης ψυχής, πέταγμα, πέταγμα, πέταγμα, πρόγευση άλλων κόσμων, αγάπη για το είναι…





Night Hare, by Nicola Slattery

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Ο εκλιπών







Τον λογάριαζαν για ζωντανό
αλλά ήταν ο ήχος των σκουληκιών

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Σταρσίστεμ

Πήγαμε στην έκθεση φέτος. Μετά από χρόνια απουσίας.
Έχει μετατραπεί σε μια ωραία εμποροπανήγυρη (μα, πώς ζούσα τόσα χρόνια και τι θολή πρέπει να ήταν η ζωή μου χωρίς το μaγικό γάντι που σε βοηθάει να καθαρίζεις τζάμια σε χρόνο DT!).
Χορτάσαμε να τρώμε καραμελωμένους ξηρούς καρπούς που μας κερνούσαν με τη ..σέσουλα. Ευτυχώς είχε και τα ευρήματα από τον τάφο του Τουταγχαμών (ελπίζω να ήταν τα αυθεντικά -όπως δήλωναν- κι όχι απομιμήσεις).
Μάζεψα δυο τσάντες με διάφορα φυλλάδια τα οποία κοιτώ σιγά-σιγά…
Ανάμεσά τους και μια εφημερίδα, η Free Sunday (αγνοώ πολιτική απόχρωση), στην οποία βρήκα ένα ενδιαφέρον άρθρο με αλήθειες για το star system που μας σερβίρουν (όχι ότι δεν τα ξέραμε).

Εξ άλλου τι αποτελεί είδηση αν όχι κάτι για το οποίο ενδιαφέρεται το κοινό; (Και γιατί να μην υποβάλλεις στο κοινό για τι να ενδιαφερθεί να 'χεις και το κεφάλι σου ήσυχο;) Βλέπεις κάτι στο σταρ και σταματάει το πρόγραμμα... Βγαίνει ο παρουσιαστής και με σοβαρή φωνή ανακοινώνει: "Σε λίγο αποκλειστικά στις ειδήσεις του Σταρ, πού έκανε τα μπάνια της η Μενεγάκη, αποκλειστικές φωτογραφίες…" …ΕΛΕΟΣΣΣΣ!!!!!





Το ρεπορτάζ της εφημερίδας

COVER STORY
Η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΗ ΛΑΜΨΗ ΕΝΟΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΤΕΠΥ ΚΟΥΡΕΛΛΟΥ


«Ο κόσμος θέλει να ξεχάσει τις δόσεις του στεγαστικού. Αν αυτό γίνεται με τη Σάσα Μπάστα, δεν φταίω εγώ. Ας διαβάζει Βέλτσο. Ξέχασες τα καραγκιοζιλίκια της Αντζελίνας Τζολί και τα φιλιά με τον αδερφό της σαν να ήταν εραστές; Ακόμα κι αυτή έκανε τα πάντα για να δει τη φάτσα της στα περιοδικά. Πώς το έλεγε ο ποιητής... “δεν με νοιάζει αν αυτό που γράφουν για μένα είναι αλήθεια ή ψέμα, αρκεί να γράφουν το όνομά μου σωστά”».

Η εγχώρια TV star βγαίνει από τη θάλασσα με ύφος και στιλ τηλεοπτικό. Η πόζα μοιάζει υπερβολική ακόμα και στους παραδομένους στην ηδυπάθεια λουόμενους της παραλίας της Ψαρούς. Η εξήγηση δεν αργεί να έρθει, όταν διαπιστώνεται στην άκρη της παραλίας ένας φωτογράφος που απαθανατίζει την ξανθιά παρουσιάστρια σε όλα τα στάδια της διαδρομής της μέχρι την ξαπλώστρα.
Στο τέλος της φωτογράφησης η σταρ γυρίζει το κεφάλι από την άλλη, ανοίγει το κινητό της και συνεχίζει τη ζωή της σαν να μην έγινε τίποτα. Ο φωτογράφος στρίβει ένα τσιγάρο και απομακρύνεται χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα, μέχρι την επόμενη τουλάχιστον συνάντησή τους.
Μία εβδομάδα αργότερα η φωτογραφία της κυριαρχεί στο εξώφυλλο εβδομαδιαίου περιοδικού με την προσθήκη του τίτλου «Εντοπίσαμε τη Χ.Ψ. στο νησί των ανέμων χωρίς τον αγαπημένο της». Η σημείωση «αποκλειστικό» δίνει επιπλέον βαρύτητα στο ρεπορτάζ. Η σταρ λίγες μέρες μετά δίνει συνέντευξη στην τηλεόραση, αγανακτισμένη από τον τρόπο που τα media εισβάλλουν στην προσωπική της ζωή. Τηλεπαρουσιάστρια σε παράκρουση ή απλώς οι κανόνες ενός στημένου παιχνιδιού;

«Ταχυδρόμος», σελ. 58
Η εύστροφη αρχισυντάκτρια του περιοδικού μιλάει δυνατά στο τηλέφωνό της. Σπάνια της φέρνουν αντιρρήσεις και προφανώς από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής κάποιος το κάνει. «Να της πεις πως ο όμιλος έχει 12 τίτλους (σ.σ.: περιοδικά) κι αν δεν φωτογραφηθεί για μας, θα εξαφανίσουμε τη φωτογραφία της απ’ όλα για όσο αναπνέει. Ποια είναι στο κάτω κάτω; Εμείς την κάναμε φίρμα και τώρα το παίζει “ιστορία”» απειλεί με ύφος, εννοώντας κάθε λέξη.
Στο επόμενο τηλεφώνημα η φωνή της γλυκαίνει. «Σου άρεσε, κούκλα μου; Όχι, εμείς σε
ευχαριστούμε. Μια θέα ήσουν, σχεδόν δεν τις πειράξαμε τις φωτογραφίες σου στο photoshop. Κορμάρα! Ίδια η Εύα Μέντες».

Η παραγωγή των εβδομαδιαίων περιοδικών, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε κουτσομπολίστικα, απαιτεί χειρισμούς με δεξιότητα διπλωμάτη. Διευθυντές, αρχισυντάκτες, φωτογράφοι από τη μια και ηθοποιοί, τραγουδιστές, δημοσιογράφοι, παίκτες reality και μοντέλα από την άλλη αποτελούν μια ομάδα που προσπαθεί να ορίσει το ελληνικό star system με όρους Αμερικής και Ευρώπης.


Η συνεργασία είναι άμεση και τα οφέλη πολλά και για τις δύο πλευρές. Πουλώντας την
παπαρατσική φωτογραφία, εισβάλλοντας στην ιδιωτική ζωή της διασημότητας, προσπαθούν να σβήσουν την αρχέγονη δίψα των άλλων για κουτσομπολιό. Μόνο που το παιχνίδι εδώ, αντίθετα με το εξωτερικό, είναι στημένο. Μια πλάνη συνομολογούμενη. Το ντεκόρ συνήθως είναι φυσικό. Μια παιδική χαρά, μια παραλία, μια βόλτα στο Κολωνάκι. Μόνο που ο παπαράτσι δεν παραμονεύει αναζητώντας το ένα «κλικ». Έχει στη διάθεσή του άπλετο χρόνο και απόλυτη συνεργασία από το «στόχο» του. Η συνεννόηση έχει γίνει μέρες πριν. Είναι μέρος της προώθησης ενός σίριαλ, ενός νέου CD, μια τηλεθέασης.
Το επιχείρημα απλό: «Αφού ο κόσμος θέλει να δει πως περνάω τις ελεύθερες ώρες μου, γιατί να μην το προσφέρω μόνος/η μου την ώρα που θέλω, στο μέρος που θέλω;». Κι από την πλευρά των περιοδικών: «Γιατί να κηρύξουμε τον ανένδοτο και να ψάχνουμε τα αποκλειστικά; Χώρος υπάρχει για όλους. Άλλωστε, ποιος θέλει να δει τη Βανδή τελείως άβαφη;».

Όπως Αμερική
Ο φωτογράφος που στέκεται απέναντί μου έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στη Μύκονο. Έχει φωτογραφίσει στην κυριολεξία τους πάντες. Με ή χωρίς τη θέλησή τους. Δεν έχει καμία ενοχή ή ανασφάλεια με αυτό που διάλεξε να κάνει ως επάγγελμα.
«Πολεμικός ανταποκριτής ήθελα να γίνω, αλλά μη νομίζεις πως αυτό είναι πολύ διαφορετικό».
Αναρωτιέμαι αν τον κουράζουν όλα αυτά τα ψώνια, το δήθεν και το ψέμα. Απαντάει «καθόλου» και πριν επιμείνω εξηγεί: «Τι να με ενοχλεί; Τι να με χαλάει; Ο κόσμος θέλει να ξεχάσει τις δόσεις του στεγαστικού του δανείου και να χαλαρώσει. Αν αυτό γίνεται με τον κώλο της Σάσας Μπάστα, δεν φταίω εγώ. Ας διαβάζει Βέλτσο. Εκείνος όταν στέκεται στο περίπτερο πρέπει να αναρωτηθεί τι να αγοράσει, όχι εγώ, που πρέπει να συντηρήσω δύο πρώην συζύγους και δύο γιους. Στο εξωτερικό, δηλαδή, που το έχουμε πρότυπο σε όλα, καλύτεροι είναι; Ξέχασες τα καραγκιοζιλίκια της Αντζελίνας Τζολί στο κόκκινο χαλί, που αντάλλασσε φιλιά με τον αδερφό της σαν να ήταν εραστές; Ακόμα κι αυτή, στην αρχή έκανε τα πάντα για να δει τη φάτσα της στα περιοδικά. Όχι μόνο αυτή. Όλοι. Πώς το έλεγε ο ποιητής... “δεν με νοιάζει αν αυτό που γράφουν για μένα είναι αλήθεια ή ψέμα, αρκεί να γράφουν το όνομά μου σωστά”».
Δεν είμαι και η Ιερά Εξέταση για να δώσω συχωροχάρτι, οπότε προχωράω στο παρασύνθημα: «Θέλω διευθύνσεις και ονόματα». Γελάει.
«Είδες... κι εσύ, που μου το έπαιζες του σοβαρού, θέλεις να μάθεις τα σχολιανά τους. Κούκλα μου, είναι στην ανθρώπινη φύση να θέλει να κοιτάει από την κλειδαρότρυπα». Δεν έχει κι άδικο...

Σαν σταρ του σινεμά
Γνωστός συντάκτης των περιοδικών σε ένα μεταμεσονύχτιο πηγαδάκι, μιλώντας για την κρίση στον Τύπο, θυμάμαι μου είχε πει: «Τα περιοδικά πέθαναν, εκτός από τα γυναικεία και τα κουτσομπολίστικα». Η ανάλυση που ακολούθησε ήταν μαραθώνια και ήρθε στο μυαλό μου όταν στην παραλία της Κερατέας, παρακολουθώντας χωρίς λόγο το ζευγάρι στη δίπλα ξαπλώστρα, παρατήρησα πως το αγόρι μετά το ξεκοκάλισμα της αθλητικής του εφημερίδας δεν παρέλειψε να φυλλομετρήσει με την ίδια δίψα το περιοδικό της κοπέλας του με εξώφυλλο την Ελένη Μενεγάκη στη Μύκονο και τη Δέσποινα Βανδή στην Ελούντα. Το ίδιο βράδυ στο E-entertainment και την εκπομπή «Streets of Hollywood» η Μπρίτνεϊ Σπίαρς δεν μπορεί να φάει ένα απλό παγωτό χωρίς να παίξει κυνηγητό με δεκάδες παπαράτσι, για να μην αναφερθούμε στους δείκτες τηλεθέασης του νεανικού δελτίου ειδήσεων του Star Channel ή την επισκεψιμότητα ιστοσελίδων όπως το yupi.gr.

Το κουτσομπολιό πουλάει και οι Έλληνες εκδότες δεν διανοούνται να αγνοήσουν αυτή την παράμετρο. Στο μεταξύ, όμως, χρειάζονται star system που να συντηρεί και να ενισχύει
το ενδιαφέρον των αναγνωστών-πελατών τους. Σε αυτό το πλαίσιο και ελλείψει αυτόφωτης λάμψης, προσπαθούν, ανάμεσα σε άλλα, να φτιάξουν τα προφίλ των «σταρ» που θα πουλήσουν εν είδει image makers. Και, μεταξύ μας, δεν τα καταφέρνουν κι άσχημα. Ο μόνος κίνδυνος, αύριο μεθαύριο τα δικά τους δημιουργήματα να τους ζητήσουν κάτι παραπάνω για την επόμενη φωτογραφία τους. Κάτι με αρκετά μηδενικά.

Πηγή: www.freesunday.gr, τεύχος 58, σελίδα 64.



-