Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Σίκινος


Το ΒΗmagazino της προηγούμενης Κυριακής είχε αφιέρωμα στη Σίκινο και έγινε η αφορμή να θυμηθώ τη σύντομη παραμονή μου εκεί.
Την είχα επισκεφτεί πριν πολλά χρόνια.
Είχα περάσει από τη Σαντορίνη στη Φολέγανδρο και αφού την γύρισα σχεδόν όλη με τα πόδια, είπα τις τελευταίες μέρες των διακοπών να πεταχτώ και στη Σίκινο. Ταξίδευα μόνη, αν και στη Σαντορίνη βρήκα τις φίλες μου που όμως συνέχισαν για αλλού.
Έκλεισα κάτω στο λιμάνι της Σίκινου ένα μικρό δωματιάκι, χωρίς μπαλκόνι, με ένα παράθυρο που έβλεπε διαγώνια στη θάλασσα (είχα φτάσει αργά το απόγευμα και δεν έψαξα και πολύ για κάτι καλύτερο).
Την επόμενη το πρωί πήρα το πάνινο σακίδιο στην πλάτη μου και ξεκίνησα πεζή την ανηφόρα για να επισκεφτώ τη χώρα. Όχι ότι δεν υπήρχε συγκοινωνία, αλλά μου άρεσε το περπάτημα.
Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο μπήκα σε ένα μικρό μπακάλικο (μετά από τόσα χρόνια η μνήμη συγκράτησε μόνο ό,τι της έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση). Ίσως για να τσιμπήσω κάτι ή να ανανεώσω το νερό στο φλασκί μου.
Σε ένα τραπεζάκι καθόταν 2-3 ηλικιωμένοι μαζί με τον παπά του χωριού. Και πάλι δεν θυμάμαι πώς έγινε η αφορμή και ανοίξαμε συζήτηση. Κατά πάσα πιθανότητα με ρώτησαν πώς μου φαίνεται το νησί τους. Θυμάμαι ότι τους μίλησα για το όμορφο παραδοσιακό του χρώμα, παίνεσα τα λιθόστρωτα καλντερίμια…

Το επόμενο που θυμάμαι ήταν να μου λένε με παράπονο πως όλος αυτός ο δρόμος που ενώνει τη χώρα με το λιμάνι ήταν λιθόστρωτος και τον ξήλωσαν για να τον κάνουν άσφαλτο. Μη μπορώντας να πιστέψω ότι μπορεί να έγινε κάτι τέτοιο, τους μίλησα για τεράστιο έγκλημα. Μου εξήγησαν ότι ο λόγος ήταν πως τρανταζόταν το λεωφορείο που ένωνε λιμάνι και χώρα και χαλούσε συνέχεια.
Και για να μην χαλάει το λεωφορείο χάλασαν την πολιτιστική κληρονομιά τους, αν είναι δυνατόν!
Στην ερώτησή μου γιατί δεν άνοιξαν τουλάχιστον έναν άλλο δρόμο, μου είπαν πικραμένοι ότι είχε προταθεί κάτι τέτοιο αλλά θα περνούσε από χωράφια παραγόντων (εφήμερων και μικρόμυαλων συμπλήρωσα) του νησιού που δεν τους συνέφερε και απορρίφτηκε.
Μια και είδαν ότι ενδιαφέρομαι, μου πρότειναν να πάω να δω και ένα άλλο αξιοθέατο του νησιού, παρατημένο και ακόμα μη αξιοποιήσιμο. Είναι πολύ μακριά όμως, μια ώρα περπάτημα… θα μπορέσεις να πας;
Θα πάω, τους είπα και μου έδωσαν οδηγίες για το πώς να το βρω. Ξεκίνησα λοιπόν να βρω τον αρχαίο ναό που είχε γίνει εκκλησία, όπως μου είχαν εξηγήσει, περιγράφοντάς μου το κτίσμα και κάτι από την ιστορία του.

Το μονοπάτι που θα με οδηγούσε εκεί στην αρχή ήταν ευδιάκριτο αλλά μετά άρχισε να μπερδεύεται με τα αγροτικά μονοπάτια που οδηγούσαν σε μικρά χωράφια. Κάποια στιγμή χάθηκα και βρέθηκα να περπατώ ανάμεσα σε αμπέλια προς άλλη κατεύθυνση. Κατάλαβα το λάθος μου, φόρεσα το μακρύ παντελόνι που κουβαλούσα (την χρησιμότητά του την είχα ανακαλύψει από τις περιπλανήσεις μου στη Φολέγανδρο) και άρχισα να κατευθύνομαι προς την (κατά τη γνώμη μου) σωστή πορεία. Δεν είχε δέντρα και ιδιαίτερη βλάστηση, αλλά οι θάμνοι τσιμπούσαν και πλήγωναν τα γυμνά πόδια γι αυτό και χρειαζόταν κάτι μακρύ για να τα προστατεύει στοιχειωδώς.
Κανένα σπίτι δεν φαινόταν πουθενά, αλλά ούτε κάποιος άνθρωπος. Ήμουνα μόνη κι αισθανόμουν χαμένη σε ένα τελείως έρημο και άγνωστο μέρος. Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή που περπατούσα στο πουθενά, η μόνη ένδειξη ζωής ήταν ένα καραβάκι που περνούσε, αλλά ήμουν σε τόση μεγάλη απόσταση ψηλότερά του που φάνταζε μικροσκοπικό. Και να 'θελα να τους ζητήσω βοήθεια ήταν αδύνατον να με δουν ή να με ακούσουν.
Τελικά κατάφερα να ξαναβρώ το μονοπάτι. Συνεχίζοντας το δρόμο μου, ένα φίδι (δηλητηριώδες ή όχι δεν ξέρω) διέσχισε κάθετα το μονοπάτι μπροστά στα πόδια μου και αναγκάστηκα να πηδήξω από πάνω του για να μην το πατήσω. Όμως και πάλι δεν πτοήθηκα. Απλώς έγινα πιο προσεχτική. Ούτε λόγος με όλα αυτά να γυρίσω πίσω. Ήθελα να δω αυτό το θαυμαστό κτίσμα.

Κάποια στιγμή οι κόποι μου ανταμείφθηκαν. Έφτασα, επιτέλους στον αρχαίο ναό του Πυθίου Απόλλωνα, που στεκόταν υπομονετικά για αιώνες, εκεί, στη μέση του πουθενά.
Μπήκα προσεχτικά, γιατί δεν ήξερα αν είχε βρει καταφύγιο στο εγκαταλελειμμένο εσωτερικό του κάποιο είδος "αφιλόξενης ζωής" ή κατά πόσο ήταν στέρεα κάποια σημεία του και δεν θα έπεφταν με μια απρόσεχτη κίνηση. Περιπλανήθηκα λίγο μέσα και έξω από αυτόν και θυμάμαι να σκαλίζω το χώμα στο προαύλιο και να βρίσκω κομμάτια από σπασμένα κεραμικά και φαγωμένο τσίγκο.

Είπα να μπω και σε ένα άλλο νεώτερο κτίσμα δίπλα του, χτισμένο με πέτρες. Δεν είχε τίποτε σημαντικό στο εσωτερικό του εκτός από μεγάλα δίχτυα από αράχνες, τρελή βλάστηση και πεσμένες πέτρες. Α, ναι και έναν μεγάλο σκορπιό που έτρεχε μπροστά μου.
Αν μη τι άλλο η τύχη ήταν με το μέρος μου. Κατάμονη σε τέτοια ερημιά με τέτοια πλασματάκια να κυκλοφορούν, αν πάθαινα κάτι, δύσκολα θα τα έβγαζα πέρα.

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν πιο εύκολος.
Κάπου εκεί, περνώντας απ' τα καλντερίμια της χώρας για να κατέβω πίσω στο λιμάνι, σα να είδα τη ζωή μου από ψηλά. Τον μικρόκοσμο που ζούσα, την πορεία μου... Κάθισα σε ένα πεζούλι και σκεφτόμουν διάφορα...



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
(Ο. Ελύτης, γραμμένο για τη Σίκινο)


Όταν πλησίαζα στο λιμάνι είχε αρχίσει να νυχτώνει πια και τα φώτα του είχαν ανάψει. Τα πόδια μου είχαν ξεπεράσει το στάδιο της κούρασης. Δεν αισθανόταν τίποτε. Μόνο κάτι σαν μούδιασμα. Τους έδινα την εντολή να περπατήσουν και εκείνα απλώς υπάκουαν χωρίς διαμαρτυρία και περπατούσαν μηχανικά.
Την επόμενη ημέρα πήρα το καράβι για την επιστροφή. Η άδειά μου είχε τελειώσει και γύρισα στη δουλειά μου.
Όταν ήρθε η μέρα της πληρωμής, μού κοινοποιήθηκε και αύξηση. Μια συνάδελφος μου εξήγησε ότι είχαν σκοπό να με απολύσουν, αλλά ήταν θεαματική η αλλαγή και η απόδοσή μου μετά την επιστροφή.
(Εκεί ψηλά στα καλντερίμια της Σίκινου που το μεγάλο σμίγει με το μικρό…)


Διαβάζοντας το άρθρο του περιοδικού και ψάχνοντας στο διαδίκτυο, έμαθα πως έχει γίνει πια άσφαλτος που οδηγεί στον αρχαίο ναό και πως η απόσταση λιμάνι-χώρα, χώρα-ναός είναι 3,5 και 3,5 χιλιόμετρα.
(Αν υπολογίσεις και την ανηφόρα, τις επιστροφές, τις περιηγήσεις και τις περιπλανήσεις στα χαμένα μαζεύονται αρκετά για μια μέρα…)


Τις φωτογραφίες τις βρήκα στο διαδίκτυο. Οι δικές μου είναι παλιές, κοκκινωπές και με χάλια ανάλυση, τυπωμένες από φιλμ.



-