Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Παραμιλητά του ίδιου ασθενή του θαλάμου 62

Michelino Iorizzo


-Αλλά αν θες να τα πάρουμε με τη σειρά...
-Δε θέλω να τα πάρουμε με τη σειρά, θέλω να με βάλεις σε ένα πολύχρωμο αερόστατο και να δούμε από ψηλά τα τετραγωνισμένα χωράφια του καλοκαιριού, μπορείς;
-Αν με αφήσεις...
-Σε αφήνω, οδήγα...

Και ξεκινήσαμε.
Άτσαλα και βιαστικά, δε λέω κι ούτε που έμοιαζε καν με απογείωση. Εγώ να αφήνω να χύνεται μαυρίλα και να μουτζουρώνω τον κόσμο κι εσύ να προσπαθείς να τον καθαρίσεις και να τη μαζέψεις με τους κλισέ τρόπους που πίστευες ότι πιάνουν. Και να σκέφτομαι μέσα μου, αχ, δεν μπορεί, τζάμπα με ξεσήκωσε...
Και μετά, ίσως από την επιμονή της μαυρίλας, ίσως γιατί σα να κατάλαβες ότι δε φτουράνε μπροστά της τα 'δοκιμασμένα' τερτίπια των αντι-λόγων, άνοιξες το τεράστιο κατακόκκινο αερόστατο που 'χε το σχήμα της καρδιάς σου και με έβαλες μέσα. Και κάπου εκεί ήταν που αρχίσαμε να πετάμε. Κι ούτε που χρειάστηκε να πάμε και πολύ μακριά. Μέχρι τα βρεγμένα δέντρα του κήπου κι ας σκόνταψες σε μια γυψοσανίδα για λίγο (ούτε καν που το πήρα χαμπάρι, θεωρώντας τη μέρος του τοπίου!).
Hugo Urlacher

Και δε με πείραξε που το αερόστατο δεν ήταν πολύχρωμο αλλά μονόχρωμο με ένα τόσο βαθύ κόκκινο. Ούτε που, αντί για τα θερισμένα καλοκαιρινά χωράφια με τις χρυσαφένιες μπάλες χόρτου, είδαμε την αρχή του φθινοπώρου. Τέτοια ταξίδια κρύβουν πάντα μέσα τους μικρά θαύματα, όπως και η ικανότητα να ταξιδεύεις, που έχει κρυμμένη μέσα της περισσότερη αξία από το ταξιδιωτικό μέσο και τον τελικό προορισμό.

Κι έτσι που οδηγούσες και πήγαινες μπροστά, πέρασε μια αστραπή απ΄τις σκέψεις μου: Ένα κλικ είναι όλα! Ένας διακόπτης στο μυαλό μου. Τον γυρίζω και αλλάζω διάθεση και οπτική, αμέσως εδώ και τώρα, χωρίς ούτε μία επιπλέον σκέψη. Ένα μόνο κλικ! Κι ήξερα πως μπορούσα να το κάνω εκείνη τη στιγμή. Αλλά δε θέλησα. Κάτι μέσα μου με σταμάτησε, λες κι η μαυρίλα δεν είχε απλώσει ακόμα όλα τα δώρα που έκρυβε πίσω της και ένα τέτοιο βιαστικό άλμα θα τα κατάστρεφε.
Κι αφού όλο αυτό το μαύρο που έσερνα μαζί μου μπορούσε να αλλάξει τόσο απλά, έχασε τη βαρύτητά του και πετούσε κι αυτό μαζί μας ανακατεμμένο με τα μαύρα σύννεφα του κήπου σου.

Michelino Iorizzo
Και μετά, όταν έφυγες, πίσω από το διάφανο μπλε βάζο που μου ΄κλεβε συνεχώς το βλέμμα, καθώς λαμπύριζε κόντρα στο φως, άρχισε να μου μιλά η λευκή κουρτίνα μου που σειόταν από το πρωινό δροσερό αεράκι.
-Πότε είναι και πότε παύει να είναι φτερό, ένα φτερό στον άνεμο; με ρωτούσε με κάθε κίνησή της καθώς ελαφροανέμιζε κι αυτή σαν φτερό.
-Αν το πάρει ένα πουλί για να φτιάξει τη φωλιά του, συνεχίζει να είναι φτερό; Ή μήπως πια λογίζεται και το ίδιο φωλιά;
-Κι αν το κατάλευκο φτερό πέσει σε έναν λάκκο με λάσπη και λασπωθεί ολόκληρο, θα συνεχίσει να ΄ναι φτερό, αφού έχει χάσει τις ιδιότητες του φτερού και τη δυνατότητα να πετάει στον άνεμο; Και το κυριότερο! Θα μπορεί πια να αισθάνεται φτερό;
-Κι αν σκαλώσει στα κλαδιά ενός δέντρου και το κοροϊδεύουν τα φύλλα που δεν είναι πράσινο σαν κι αυτά, θα θέλει να αισθάνεται φτερό ή θα ντρέπεται γι αυτό το παράταιρο άγχρωμο άσπρο που είναι;

Τέτοια λέγαμε με την κουρτίνα, χαμένοι σε διάφορες σκέψεις.
Και μαζί με την κουρτίνα και το μπλε βάζο, πήρα να μετρώ και τα υπόλοιπα που έχω και μου βγήκαν πάρα πολλά. Κι είπα, αφού έχω ήδη τόσα να σταματήσω να ανησυχώ γι αυτά που λείπουν.

Κι όπως διασώθηκε και δεν έσπασε το πεσμένο αγαλματάκι του Μότσαρτ που το 'βαλα σα σημάδι, έτσι είπα πως θα διασωθώ κι εγώ. Και τελικά, μια και επιζήσαμε κι οι δυο, άλλαξα προσανατολισμό στο κρεβάτι μου για να μπορώ να βλέπω το αυθεντικό μπλε και το πράσινο, άναψα πορτοκαλί φώτα και κεριά και με ένα απρόσμενο σκίρτημα ξαναρχής του έρωτα τελείωσε η πρώτη μέρα των διακοπών μου μέσα στο σπίτι...

Δεν υπάρχουν σχόλια: