Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Παιχνίδια

Πρέπει να τρύπωσαν τη μέρα που "τραβούσα" το χαλάζι που έπεφτε.

Στην αρχή εμφανίστηκαν δειλά πάνω στα κύματα.


Αμέσως, όμως, έτρεξαν να τρυπώσουν τρομαγμένες στο μανίκι μιας περαστικής κοπέλας.


Αλλά, βρήκαν τόσο διασκεδαστική την επαφή με τους ανθρώπους, που αποφάσισαν να παίξουν λίγο μαζί τους.

Έπιασαν αγκαζέ έναν φοιτητή…


Έπαιξαν κυνηγητό με έναν άλλον…


Έγιναν ουράνιος καθοδηγητής για μια ανύποπτη περαστική…


Μετατράπηκαν σε φως καθαρότητας (φωτοστέφανο) ενός παιδιού…


Κι ύστερα, για να δείξουν αντίθεση, ισορροπούσαν ζευγαρωτά πάνω από μοναχικούς περαστικούς…




Μέχρι που ένα χέρι ανακάλυψε τα παιχνίδια τους!


Και τότε, άφησαν τους ανθρώπους και αποφάσισαν να δοκιμάσουν την ακροβασία σε κολώνες…


Να προσποιηθούν την πανσέληνο πάνω από την πόλη…


Μέχρι που βαρέθηκαν κι άρχισαν να στριφογυρίζουν στον ουρανό…


Όλο και πιο ψηλά…


Ώσπου εξαφανίστηκαν σε μια δίνη αχτίδων.


-

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Πανσέληνος



Καμιά φορά (δυστυχώς τόσο σπάνια)
συναντάμε άτομα που μας εμπνέουν
να προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι.


-

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

"Άνοιξα μανταρίνι και σε θυμήθηκα"

Ένα μπρούτζινο γουρουνάκι με γαλάζιες χάντρες για μάτια, κάτι κεραμικά πουλιά που τραγουδούν με λίγο νερό, μια χήνα με κασκόλ, μια μικρή λατέρνα, ένα μικρό βότσαλο ζωγραφισμένο…
Μαζί με κάποια άλλα "ομοειδή" πράγματα βρισκόταν στο πατάρι ξεχασμένα για αρκετά χρόνια. Μόνο όταν τα είδα (ανοίγοντας από περιέργεια την ξεχασμένη σακούλα που τα περιείχε) ξαναθυμήθηκα ότι υπήρχαν κάποτε. Πόση ενέργεια κουβαλούσαν! Ακόμη παλλόμενη. Τα ξαναέβαλα δεξιά κι αριστερά σε διάφορα μέρη στο δωμάτιό μου.
Μαζί τους υπήρχε κι ένα CD του Λουδοβίκου των ανωγείων: "Άνοιξα μανταρίνι και σε θυμήθηκα"



"Ιέρεια" - Πολυχρονίδη Μαριάννα
Μουσική/Στίχοι: Λουδοβίκος των Ανωγείων
CD: "Άνοιξα μανταρίνι και σε θυμήθηκα"

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Λογοκεντρισμός

Λογοκεντρισμος (Daniel Chandler)

Μια περαιτέρω ερμηνευτική μεροληψία, που ευνοεί την γλωσσική επικοινωνία πέραν των αποκαλυπτικά ονομαζομένων ‘μη-λεκτικών’ μορφών επικοινωνίας και έκφρασης, και πέραν των μη λεκτικά εκφραζομένων αισθημάτων είναι ο λογοκεντρισμός. Ο λογοκεντρισμός ευνοεί και το μάτι και το αυτί πέραν άλλων αισθήσεων όπως η αφή.

Για πολλούς από μας, η λεκτική γλώσσα παίζει κεντρικό ρόλο στην αίσθηση της ταυτότητάς μας: δεν είναι ένα ουδέτερο όχημα επικοινωνίας, αλλά ο κύριος τρόπος με τον οποίον γνωρίζουμε τον εαυτό μας.
Σε οποιαδήποτε συζήτηση του προφορικού και του γραπτού λόγου, οι ρομαντικοί μπορεί να αποκαλύπτουν κάποιαν αίσθηση απώλειας ή την επιθυμία να ζήσουν σε μια κουλτούρα προ-εγγράμματη, ενώ οι ορθολογιστές μπορεί να προωθούν τη γραφή ως την ‘τεχνολογία της διανόησης’.
Οι ρομαντικοί επαναλαμβάνουν τα λόγια του ποιητή Shelley για ένα όραμα εμπειρίας της μυστικής αίσθησης του να γίνεις ένα, του να ενσωματωθείς στο οικουμενικό όλο: «Ας θυμηθούμε τις αισθήσεις μας ως παιδιά. Τι καθαρή και έντονη αντίληψη είχαμε του κόσμου και των εαυτών μας… Λιγότερο συνήθως διακρίναμε όλα όσα βλέπαμε και αισθανόμαστε από τον εαυτό μας. Έμοιαζε ωσάν να συνιστούσαν μια μάζα».
Αφού τέτοια ολιστικά οράματα τονίζουν την ενότητα του γνώστη και του γνωστού, η εμπειρία της παιδικής ηλικίας απεικονίζεται ως σχεδόν ‘αμεσολάβητη’.
Κι όμως, ολόκληρη, εκτός από την πιο αφελή επιστημολογία, εισηγείται ότι η εμπειρία μας του κόσμου είναι αναπόφευκτα μεσολαβημένη.

Για τον φιλόσοφο Alfred North Whitehead «η πραγματική εμπειρία είναι για τον καθένα ένα συνεχές σύνολο, αποσπασματικό, με στοιχεία που δεν διαχωρίζονται σαφώς», αλλά «η γλώσσα… μας φορτώνει ακριβείς έννοιες, ωσάν να αντιπροσώπευαν την άμεση έκφραση της εμπειρίας».
Η αντίληψή μας για τον κόσμο είναι αναπόφευκτα προϊόν ενεργειών επιλογής, προβολής και συμβολισμού. Η γλώσσα παίζει μεγάλο ρόλο σ' αυτές τις πράξεις: είναι σχεδόν αδύνατο να απεμπλέξει κανείς αυτό που αισθανόμαστε από τις κατηγορίες, με τις οποίες οργανώνουμε τις εμπειρίες μας. Όπως το θέτει ο Gabriel Josipovici, «η γλώσσα… δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Για να κατανοήσουμε τον κόσμο, πρέπει να του επιβάλλουμε ένα σχήμα. Το να μιλάμε είναι εξ ίσου δημιουργία όσο και αναφορά».

Για μερικούς εμπειρικούς σχολιαστές (όπως ο Locke) η γλωσσική μεσολάβηση εκφράζεται σε όρους μεσιτείας της γλώσσας ‘μεταξύ’ αυτών και της ‘πραγματικότητας’. Τέτοια άποψη παρουσιάζει τη γλώσσα ως ‘διαστρεβλωτική’ μιας ‘αντικειμενικής πραγματικότητας’. Αλλά οι κονστρουκτιβιστές (στην κοινωνιολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχολογία της αντίληψης) τονίζουν το ρόλο της γλώσσας στην κατασκευή της πραγματικότητας.
Η γλώσσα δημιουργεί και διαχωρίζει τον ‘γνώστη’ από το ‘γνωστό’, το ‘υποκείμενο’ από το ‘αντικείμενο’. «Γνωρίζουμε τι είναι ένα πράγμα αποκόπτοντάς το από άλλα πράγματα». Κατηγοριοποιούμε ακόμη κι αυτό που δεν είναι σαφώς διακεκριμένο ή οριοθετημένο: όπως στην περίπτωση ενός ‘λόφου’ ή μιας ‘γωνίας’. Πράγματι, τα πράγματα δεν υπ-άρχουν (ex-ist, stand out) έως ότου τα καλέσουμε στην ύπαρξη: δημιουργούμε μάλλον παρά ανακαλύπτουμε τους κόσμους που γνωρίζουμε, μέσω των κατηγοριών που αντλούμε από τη γλώσσα.
Με την έννοια αυτή ζούμε στον κόσμο, κι όλες οι λέξεις είναι ‘αφαιρέσεις’: δεν μπορεί να υπάρχει άμεση αντιστοιχία μεταξύ της λέξης και του κόσμου. ‘Ο κόσμος’ υπάρχει μόνο στη γλώσσα.


Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γλώσσα επεκτείνει την αίσθησή μας του κόσμου ως πράγματος, ενώ την ίδια στιγμή τείνει να μειώνει την αντίληψη μας για τη μεσολάβησή της (τουλάχιστον στην εμφανή ‘διαφάνεια’ της καθημερινής χρήσης). Κάθε συνηθισμένη γλωσσική αναφορά σε ένα φαινόμενο φρεσκάρει την αίσθηση της ανεξάρτητης ύπαρξης ‘εκεί έξω’ αλλά μας αναισθητοποιεί ως προς την επιγραφοποίηση.
Ο Marcel Proust δήλωσε ότι «είναι η παρατήρησή μας που βάζει τα πράγματα σ’ ένα δωμάτιο. Ο εθισμός μας στην ύπαρξή τους τα παίρνει πάλι πίσω». Η παρατήρηση κάποιου πράγματος αντιπροσωπεύει μια φευγαλέα στιγμή κατηγορικής διάσπασης. Μερικοί ευαίσθητοι κι έμπειροι χρήστες της γλώσσας αισθάνονται ένα είδος απώλειας από την κατηγοριοποίηση του κόσμου μας.

Γράφοντας το 1905, ο H. G. Wells θρήνησε ότι «οι λαβίδες των μυαλών μας είναι αδέξια εργαλεία και τραυματίζουν λίγο την αλήθεια προσπαθώντας να την συλλάβουν». Αλλά, βέβαια, χωρίς κατηγορίες, όπως ο ψυχολόγος Jerome Bruner σημείωσε, θα είμαστε ‘σκλάβοι του συγκεκριμένου’. Ο Silvano Arieti ισχυρίζεται επίσης ότι, η γενίκευση είναι μια ψυχολογική ανάγκη: Τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε αυτό που μπορούμε εκ των υστέρων να καταλάβουμε ή να τοποθετήσουμε σε κάποια κατηγορία, και τείνουμε να παραβλέπουμε το υπόλοιπο.
Αν δεν ενεργούσαμε έτσι, θα κατακλυζόμαστε από μια πλημμύρα άσχετων ερεθισμών. Το νεογέννητο μωρό δεν αισθάνεται τίποτε άλλο παρά ερεθισμούς των αισθήσεων. Ο κόσμος γύρω του εξακολουθεί να είναι μια βουερή και ανθηρή συνειδητοποίηση ανοργάνωτων ερεθισμών. Γι αυτό δεν μπορούμε να θυμηθούμε τις παιδικές μας εμπειρίες.
Η γλώσσα εκτείνει την ‘κατανόησή’ μας για το ‘ακατανόητο’. Αν το παρελθόν, το μέλλον, το μακρινό, το αφηρημένο πρόκειται να υπάρξουν, θα πρέπει να υπάρξουν συστήματα σημασιοδότησης για να δημιουργήσουν και να αναφερθούν σ' αυτά».

Πάντως, η χρήση της γλώσσας μπορεί είτε να ενισχύσει ή να εμποδίσει την εξέλιξη των ιδεών. Ο Arthur Koestler υποστηρίζει ότι «συχνά κάποια πολλά υποσχόμενη διαίσθηση ξεραίνεται προτού ανθίσει, αν εκτεθεί πρώιμα στο οξύ λουτρό των λεκτικών ορισμών. Άλλες μπορεί να μην αναπτυχθούν ποτέ χωρίς τέτοια λεκτική έκθεση».
Ο αμερικανός κοινωνιολόγος Joseph Gusfield δέχεται ότι «η πραγματικότητα είναι υπέρ το δέον διφορούμενη, αβέβαιη και ασυνεπής, για να αντιστοιχεί σε κατηγορίες που την κάνουν ξεκάθαρη, σίγουρη και συνεπή».

Πάντως, η φιλόσοφος Agnes Heller, εισηγείται ότι: Η ανεπάρκεια της καθημερινής γλώσσας στην έκφραση των ιδιωτικών αισθημάτων και ιδιωτικών σκέψεων δεν αποτελεί… ένα ελάττωμα που πρέπει να εξαλειφθεί. Η γλώσσα είναι μόνο χρηστική, είναι μόνο ‘γλώσσα’ επειδή είναι ή μπορεί να είναι ανεπαρκής από την άποψη αυτή. Μόνο με ενέργειες διαφορετικές από το λόγο ή μέσω της μεσολάβησης τέτοιων ενεργειών ή στάσεων μπορεί η γλώσσα επαρκώς να εκφράσει την υποκειμενική κατάσταση του ‘προσώπου’.
Οι Terence Moore και Chris Carling προτείνουν ότι ‘οι περιορισμοί της γλώσσας’ περιλαμβάνουν «αυτό που δεν μπορούμε εύκολα να πούμε, αυτό που δεν θα έπρεπε καν να προσδοκούμε ότι είμαστε ικανοί να πούμε» και ότι αυτοί οι περιορισμοί «δεν μπορούν ποτέ να ξεπεραστούν τελείως, μόνο να μειωθούν». «Οι λέξεις μπορούν αφ’ ενός να μας βοηθήσουν να επιβάλλουμε κάποια τάξη στην εμπειρία της ζωής μας, ενώ την ίδια στιγμή μας εξαπατούν κάνοντάς μας να πιστεύουμε, ότι η τάξη αυτή είναι μεγαλύτερη απ’ ότι είναι».
Ο Gabriel Josipocivi υποστηρίζει ότι: «Το να χρησιμοποιείς τη γλώσσα 'καθόλου' είναι σαν χρησιμοποιείς ένα εργαλείο που έχει φτιαχτεί από άλλους. Δεν είναι που το καθαρά ατομικό δεν μπορεί να εκφρασθεί στα αγγλικά. Είναι που δεν μπορεί να εκφρασθεί με τη γλώσσα 'καθόλου'… Όλες οι γλώσσες είναι ξένες γλώσσες… ξένες προς εμάς… δηλαδή… δεν είναι ποτέ η γλώσσα μου, γιατί ‘εγώ’ δεν έχω γλώσσα». Γεννιόμαστε με τις συμβατικές υποχρεώσεις της γλώσσας, που χρησιμοποιείται ήδη. Τα άτομα δεν μπορούν να διαρρήξουν το συμβόλαιο, αν κι οι λογοτέχνες μπορεί να συμβάλλουν στην παραβίαση των κανόνων.

Όπως γράφει ο Jean-Jacques Lecercle, «η γλώσσα είναι αναμφίβολα κοινωνική και συλλογική. Η σημασία ανήκει στην κοινότητα, προτού την κάνω δική μου, και, παρά την ατομικότητα του δικού μου στυλ, μπορώ μόνο να διατυπώνω αυτό, που μου διατίθεται από το σύστημα.
Ενώ, όπως θα ισχυριζόνταν ο Chomsky, οι περισσότερες από τις φράσεις μας είναι πιθανόν μοναδικές, τα γραμματικά πρότυπα που χρησιμοποιούμε δεν είναι. Με την έννοια αυτή η γλώσσα είναι ένα συντηρητικό μέσο, ένα γνώρισμα που, ενώ τείνει να αποθαρρύνει τη ριζική καινοτομία στην καθημερινή χρήση, επεκτείνει την επικοινωνιακή δύναμη του μέσου.

Ο Josipovici (αναπτύσσοντας την οπτική του Roland Barthes) προχωρεί πιο πέρα: «Στην πραγματικότητα ομιλούμαστε, ή γραφόμαστε, από δυνάμεις έξω από μας. Δεν είμαστε ομιλητές τόσο όσο παπαγάλοι. Βέβαια αυτές οι δυνάμεις δε συνιστούν κάποιο υπερβατικό όν ή ιστορική αναγκαιότητα, αλλά μάλλον το πλήθος των αιωνίως συγκρουομένων και μεταβαλλομένων πιέσεων που συνιστούν αυτό που θεωρούμε ως ‘πραγματικότητα’».

Ο Bruner παρατήρησε ότι για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας ‘η σκέψη και το αντικείμενο της σκέψης έμοιαζε να είναι ένα’, αλλά ότι κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης μαθαίνει κανείς να διαχωρίζει τη λέξη από το αντικείμενο, συνειδητοποιώντας την ‘διαφορετικότητα του ατόμου και της άποψής του’.
Μερικοί ρομαντικοί μπορεί (τουλάχιστον αναδρομικά) να συνταυτίζονται με την παιδική αίσθηση αύξοντος διαχωρισμού, από αυτό που μπορεί να περιγραφεί. Η λεκτική περιγραφή κάποιων ανθρώπινων εμπειριών θεωρείται ευρέως ότι τις ‘καταστρέφει’. Πράγματι, συχνά οι άνθρωποι λένε ‘δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν πώς αισθάνομαι».
Όπως το έθεσε ο Edward Ballard: Πολλές από τις πιο τυπικά ανθρώπινες εμπειρίες, όπως οι εμπειρίες της υποβολής ιδεών, απόφασης, άγχους, ενόρασης, αυτογνωσίας, ταυτοποίησης μοιάζει πράγματι να ανθίστανται σε ακριβή και κυριολεκτική περιγραφή ακόμη και σε γλώσσες, που έχουν τους πλουσιότερους λογικούς πόρους. Η χαρακτηριστική αμεσότητα των εμπειριών αυτών (ή πλευρών της εμπειρίας)… δεν προσφέρει τίποτε για τυποποίηση.
Είναι απίθανο να υπάρχει κάποιος που δεν έζησε την απογοήτευση του να έχει, σε κάποια περίσταση, ‘χάσει τα λόγια του’. Όλα αυτά που μπορούμε να πούμε είναι ‘δεν μπορώ να εξηγήσω’ ή ‘δεν ξέρω πώς να το πω αυτό’. Όπου αισθάνομαι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσω μια γλώσσα, που παρά ταύτα βρίσκω ανεπαρκή, μπορεί να αισθάνομαι ότι η γλώσσα ‘παρεμβαίνει μεταξύ’ ‘εμού’ και της ‘εμπειρίας’. Ή μπορεί να αισθάνομαι ότι παρασύρθηκα από τη γλώσσα στο να επιτρέψω σε μιαν εμπειρία να διαμορφωθεί από τις λέξεις που ‘βρήκα τον εαυτό μου να χρησιμοποιεί’.

Για να μην μας οδηγούν οι τέτοιες συγκυριακές απογοητεύσεις κι η λογοτεχνική ελευθεριότητα στη μεγαλοποίηση των περιορισμών της γλώσσας για καθημερινούς σκοπούς, είναι εξ ίσου καλό να θυμόμαστε ότι οι τρόποι, με τους οποίους χρησιμοποιείται η γλώσσα, είναι συχνά πιο εκφραστικοί από τις ίδιες τις λέξεις. Ως, ομολογουμένως, ακραίο παράδειγμα, ο Stanislavski φημολογείτο ότι εξέταζε ηθοποιούς απαιτώντας να εκφράσουν 40 διαφορετικές σημασίες της λέξης «απόψε».
Κι όλοι μας είμαστε αρκετά συνηθισμένοι στο να ‘διαβάζομε ανάμεσα από τις γραμμές’ στον προφορικό λόγο: να βγάζουμε σημασία, από αυτό που δεν έχει άμεσα εκφρασθεί με τις επιλεγμένες λέξεις.
Πάντως, το ότι είμαστε ικανοί να πούμε στον εαυτό μας ότι αυτό που ‘βάλαμε σε λέξεις’ δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που εννοούμε, αποτελεί αντανάκλαση μιας διαδεδομένης αναγνώρισης της σημασίας του μη λεκτικού στοιχείου στη σκέψη (που αρνούνταν οι πρώιμοι συμπεριφοριστές).


ΠΗΓΗ
-

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Η κενή ομορφιά στα σκουπίδια









Την είδα πεταμένη σήμερα στο χάρτινο "φέρετρό" της μαζί με άλλα σκουπίδια.
Ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια. Πανέμορφη!

(οποιαδήποτε συσχέτιση με πραγματικά πρόσωπα επιτρέπεται)


-

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Χιόνι...

Μάλλον οφείλεται στην μπαταρία που τελείωνε το ...ριγέ εφφέ που έκανε από μόνη της η μηχανή (είναι εμφανές όμως σε μεγαλύτερο μέγεθος)





Οι επόμενες τραβήχτηκαν από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου καθ' οδόν.
Πηγαίναμε σιγά χωρίς αλυσίδες ενώ το χιόνι έπεφτε αδιάκοπα...















Την επόμενη μέρα βγήκε ο ήλιος και έλιωσε τα χιόνια από τα περισσότερα κλαδιά.




Δεν είναι και ιδιαίτερα σπουδαίες σαν φωτογραφίες, αλλά είναι ό,τι καλύτερο μπορούσα να τραβήξω με τις υπάρχουσες δυνατότητες και συνθήκες.






-

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Κένταυροι και Ημίθεοι

Στην πορεία (Ζώο-Άνθρωπος-Θεός) της ανθρώπινης εξέλιξης-υπόστασης, υπάρχουν δυο σημαντικά μεταβατικά στάδια.
Για να χρησιμοποιήσω συμβολισμούς της αρχαιότητας:
Του Κένταυρου και του Ημίθεου.
Είναι οι άνθρωποι που άγγιξαν αλλά δεν έφτασαν, οι άνθρωποι που ξεπέρασαν αλλά δεν ξέφυγαν.
Είναι ο περίεργος συνδυασμός του ανώτερου που τραβάει το κατώτερο και του κατώτερου που αντιστέκεται και δεσμεύει το ανώτερο.

Κάποτε, ο άνθρωπος που φτάνει σε ένα στάδιο εξέλιξης -μέσα από επίπονη υπομονή και επιμονή- χάνει το μέτρο σύγκρισης με τους υπόλοιπους. Επειδή δεν υπάρχει πια. Και τότε γίνεται ο ίδιος το μέτρο για να προχωρήσει. Η μόνη του συντροφιά, ίσως, η "συνομιλία με τους νεκρούς", κάποιους άλλους που διάβηκαν προ καιρού αυτήν την πύλη της ιδιοφυίας και της μοναχικής μοναδικότητας.

Μοναδικής γιατί είναι σπάνιοι ανάμεσα στους ανθρώπους και στις εποχές.
Μοναχικής επειδή, δυστυχώς, δεν ανήκουν πια πουθενά. Ούτε σε ό,τι έχουν αφήσει πίσω τους, ούτε σε ό,τι στοχεύουν μπροστά. Εκούσια εξόριστοι από το "κατώτερο", ακούσια μη αποδεκτοί από το "ανώτερο".

Είναι εκείνοι που, πολλές φορές, αποδέχονται την μήνιν και καίγονται στην πυρά της μικρόνοιας των άλλων ανθρώπων ή εκείνοι που, κάποτε, καταρρίπτονται από μόνοι τους λόγω αλαζονείας.




(H πάλη του Hρακλή με τον γίγαντα Ανταίο)

Όμως και τα δύο στάδια αυτά, παρ' όλο που είναι μεταβατικά (και φυσικά έχουν κι αυτά την κλίμακα της εξέλιξης και των διαβαθμίσεών τους), έχουν διαφορετική αποδοχή.
Ένας Κένταυρος, εισχωρεί σε μια κοινωνία ανθρώπων που μπορεί να δει το κατώτερο, να το κατανοήσει, να το συμμεριστεί, να το συγχωρήσει, ακόμη και να το αγκαλιάσει με συμπόνοια, σαν το απολωλός πρόβατο.

Ένας Ημίθεος, προχωράει σε αχαρτογράφητα όρια για τους πολλούς. Εισχωρεί σε ένα επίπεδο που έχει θεσμοθετηθεί ως "ιερό" -επομένως ως "άβατο".
Κάθε φορά που ένας άνθρωπος οριοθετεί κάτι έξω, πέρα και πάνω από αυτόν ως θεότητα, το καθιστά αυτόματα ανώτερο από τον ίδιο και σαφώς απροσπέλαστο, ενώ αυτόματα οριοθετεί και καθηλώνει οικειοθελώς τον εαυτό του σε κάποιο κατώτερο επίπεδο (κατευθυνόμενου αποδέκτη-υποχείριου-"δούλου").
Όμως, πώς μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος να εξομοιωθεί με την "ανώτερη" απ' την ύπαρξή του θεότητα χωρίς να εγείρει την "ύβρη";
Στην πραγματική γνώση (στην αλήθεια) δεν υπάρχει έπαρση και ύβρις. Μόνο βαθμίδες και προκλήσεις-προσκλήσεις ανάβασης για όποιον τολμά και μπορεί να τα καταφέρει (η γνώση βιάζεται). Τα υπόλοιπα είναι αποτελέσματα της άγνοιας και της ημιμάθειας.
Ο Ημίθεος φτάνει σε όρια μη κατανοητά για τους ανθρώπους, επομένως μη αποδεκτά και καταδικαστέα.
Όσο κι αν ο άνθρωπος νομίζει ότι έχει "εκπολιτισθεί", βρίσκεται ακόμη σε πνευματικό μεσαίωνα όσον αφορά στην αντίληψή του για τη ζωή και την ύπαρξη.

Οι θρησκείες κατέχουν ένα μεγάλο ρόλο σ' αυτήν τη νοητική καθήλωση. Έχουν οικειοποιηθεί κάθε υγιή φωτισμένη διδασκαλία για εξέλιξη, μετατρέποντάς την σε εξωτερικούς κανόνες και κενά τυπικά που περισσότερο δεσμεύουν παρά ελευθερώνουν τους ανθρώπους όπως θα 'πρεπε.
Όμως, παρ' όλη αυτήν την οικειοποίηση-εκμετάλλευση, δεν είναι η γνώση κτήμα των λίγων όπως έχουν αφήσει να νομίζεται. Υπάρχει απλόχερα σκορπισμένη παντού, όμως -κυρίως- μέσα μας. Αρκεί να παρατηρήσουμε προσεκτικά και να συγκεντρωθούμ,ε κατανοώντας αυτό που βλέπουμε. Κάτι που το κατεστημένο δεν μας αφήνει να κάνουμε, βρίσκοντας τρόπους να μας κρατάει πάντα κολλημένους σε ανούσιες εξωτερικές φανφάρες.


Μια τέτοια κοινωνία, λοιπόν, αρνείται να δεχτεί και να στηρίξει έναν "Ημίθεο". Προτιμά να τον γελοιοποιήσει, να τον αμφισβητήσει και να τον κάψει στην πυρά για να τον εξορίσει από μέσα της και να καταστρέψει την υποσυνείδητη υπενθύμιση-δυνατότητα πως μπορεί να "φτάσει" όποιος το θελήσει πραγματικά.
Ο Ημίθεος είναι το αγκάθι στο βόλεμα, στη μιζέρια και στην κακο-μοιριά των πολλών ή των λίγων που δε θέλουν να χάσουν την κυριαρχία τους και φροντίζουν να εξαφανίσουν αυτήν την επικίνδυνη "μαγιά" αφύπνισης.

Αυτή είναι και η τραγικότητα του Ημίθεου. Είναι ξένος μεν στον κόσμο που τον γέννησε και άφησε, αλλά ακόμα όχι οικείος σε αυτό που ξεκίνησε και μπορεί να φτάσει.

Αντιστέκεται, μόνος, σε μια εχθρική καθεστηκυία κοινωνία, προσπαθώντας να ξεπεράσει τους δικούς του εσωτερικούς άθλους μέχρι να πυρπολήσει τον εαυτό του μην αντέχοντας τους πόνους από το δηλητήριο του εξωτερικού πουκαμισένιου του περιβλήματος, ώστε να γίνει ολόκληρος μια φωτιά-φως και να εξαγνιστεί.


Αποξενωμένος και έρημος σ' αυτήν του την πορεία, βιώνει ανείπωτη μοναξιά όταν το ανθρώπινο στοιχείο μέσα του ζητάει κάποιον να κοινωνήσει, να διαλεχτεί, να μοιραστεί.


Το άγγιγμα του θεϊκού όμως (και της ενσωμάτωσης στη νοούμενη ολότητα), δυναμώνει με φευγαλέα μακαριότητα, γλυκαίνει και φωτίζει την ύπαρξή του, ώστε να του δίνει τη δύναμη και τη σιγουριά για να επιμένει και να αντιστέκεται.

Αυτά τα δύο (η ανάγκη του ανθρώπινου και η παρηγοριά του θεϊκού), είναι μέρος μιας συνεχούς πάλης μέσα του προς τον απελπιστικά δύσκολο δρόμο της απόλυτης καθαρότητας.



Πριν μερικές μέρες είχα τη δυνατότητα να μιλήσω με έναν …"Ημίθεο".
Πώς και τι δεν έχει σημασία.
Κάπως έτσι ξεκίνησε όλο αυτό το κουβάρι των σκέψεών μου που -σαν οτιδήποτε υποκειμενικό- μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις και αντικρούσεις.




-

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Αντίτιμο





Ονομάσαμε
την αλλοίωση στο βλέμμα
Πείρα

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Φθινοπωρινή γιορτή

Το φθινόπωρο τέλειωνε.
Ο ήλιος ξέπλενε τα πάντα εκείνη την Κυριακή.
Μαζευτήκαμε για να γιορτάσουμε.
Το τραπέζια στήθηκαν και ενώθηκαν έξω, πάνω στο πράσινο χορτάρι, με λουλουδάτα τραπεζομάντηλα.
Τα κάρβουνα έψηναν ασταμάτητα και τα ποτήρια τσούγκριζαν τις ευχές.
Όλα ήταν τόσο ειδυλλιακά, δεν μπόρεσα να μην σχολιάσω:
"Είμαστε σαν διαφήμιση απορρυπαντικού!"

Πριν απ' όλα αυτά ξέκλεψα χρόνο για έναν περίπατο και μερικές φωτογραφίες απ' τη γιορτή του Φθινοπώρου:

Τα χωράφια οργώθηκαν ήδη.






Τα δέντρα ετοιμάζονται για τον χειμώνα.






Φύλλα πυρπολημένα από ήλιο.



Ο ήλιος τρύπωνε παντού.



Αγριοτρανταφυλλιά χωρίς λουλούδια.



"Ανθρώπινα" ίχνη.



Όλη μέρα αεροπλάνα χαράκωναν το γαλάζιο.





Επιστροφή.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Η Αλίκη στη Χώρα των Θυμάτων

Το παραμύθι φταίει. Αυτό με την Αλίκη. Αυτήν που σκόνταψε και έπεσε μέσα… στον καθρέφτη της (αν είναι δυνατόν... στον καθρέφτη της!) Βρε, μπας και πα να πει στο είδωλό της; Μπας και πα να πει ότι είδε την πραγματικότητα από την ειδωλική πλευρά κι όχι την ειδωλικότητα από την πραγματική όπως συμβαίνει συνήθως; Καλά-καλά, μη σας μπερδεύω με υπαρξιοφιλοσοφίες…


Το 'πανε στις ειδήσεις. Όχι στις κανονικές ειδήσεις. Σε εκείνες που μαζεύονται στη σειρά 5-7 άτομα και κάθονται σε γραφεία, σε καναπέδες, σε καρέκλες, σε πολυθρόνες, σε ντιβάνια, σε μαξιλάρες, σε χαλιά και προσπαθούν να μας πείσουν ότι μας ενδιαφέρουν όσα μας λένε.

Τα ετοιμάζουν με ιδιαίτερο σασπένς με στόχο κατ' ευθείαν γκντααανγκ κατακούτελα στην περιέργεια της μέσης νυκοκοι..ριακής βοηθού. Π.χ.: "σε λίγο αποκλειστικό πλάνο για το πώς λερώθηκε ο Σάκης με μουστάρδα", γράφει συνεχώς κάτω από τα παραθύρια της ΤιΒι, τα λαμπερά και αστραποβολημένα από τα χιλιάδες μάτια μέτρησης της Α-Γκε-Μπε τηλεθέασης, κι είναι σα να βλέπεις ανάποδα την αστραφτερότητα από το γνωστό απορρυπαντικό ΧΑΖΑ.

Και μετά αναλύουν για ώρες γιατί η τάδε φόρεσε το κραγιόν δείνα που δεν πήγαινε με την ω-κουτή-ρ (κάπως έτσι) τουαλέτα της και γιατί ο ντάδε δεν θα πάει στον τηλεοπτικό σταθμό του μπράδε ή γιατί δεν έκλεισε συμβόλαιο με την εκπομπή κράδε και δώστου η αγωνία και οι υποθέσεις και οι αναλύσεις επί αναλύσεων… λες και μας αφορούν υποχρεωτικά -μα με το έτσι θέλω- τα εσώψυχα του τηλεοπτικού κλάδου.

Σ' αυτές τις ειδήσεις λοιπόν (τελικά τι είναι είδηση και ποιος θα το ορίσει ώστε να αποκλειστούν οι υπόλοιπες περιπτώσεις ειδησεογραφίας που μας ταλανίζουν μια και 'γίναν ιδιωτικά κτήματα ποικίλων συμφεροντομεγαλοκτημόνων; ….ωχ-πάλι ξέφυγα και πλατειάζω αλλού…), εκεί, λοιπόν, άκουσα ότι αυτή η Αλίκη δεν έπεσε στη Χώρα των Θαυμάτων, αλλά στη χώρα των Θυμάτων. Εδώ, δηλαδή, στη γειτονική μας …Ελλάδα!

Μην πετάγεστε από καναπέδες, ντιβανομπάουλα και ανάκλιντρα, δεν εννοώ αυτό που ακούστηκε!

Συνεχίζεται...*


"Δος μοι χρόνο να σταθώ και ταν γαν κινήσω" έλεγε ο αρχαίος ημών πρόγονος... Χρονομίδης.
Ελλείψει χρόνου λοιπόν θα το συνεχίσω άλλη φορά - μα πού θα μου πάει, δε θα μου μείνει κάποτε μια ελεύθερη μέρα χαλάρωσης και ξεκούρασης; Πάντα κάτι θα 'χω να κάνω, κάπου να τρέξω και να πάω κι όλο κάτι έκτακτο θα συμβαίνει; Έχω παραπαρακουραστεί τον τελευταίο καιρό...



-