Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Ο Παράδεισος μέσα μας...


Πόσο χαμηλά έχω βρεθεί το τελευταίο διάστημα…
Μου 'βαλαν μια άσχημη και αναπάντεχη τρικλοποδιά.
Απ' αυτές που πέφτεις και σπας τα μούτρα σου για τα καλά.
"Βρε, γιατί, πώς, ποιος, πότε, πού…;"
Καμία απάντηση, ούτε καν μια στοιχειώδης εξήγηση.
Τάχα σιωπή ανωτερότητας.

(Με πόσες σπουδαίες μορφές ντύνουμε το τέρας του εγωισμού μας για να το ωραιοποιούμε;)

Κάτι από την τρικλοποδιά και το ...χτύπημα (στο γνωστό σημείο), κάτι από τα αρνητικά συναισθήματα που με κατέκλυσαν, κάτι από τα υπόλοιπα προβλήματα και το πολύ άγχος, κάτι άλλες παραινέσεις περί ζωής (αυτές μια μέρα θα 'θελα να τις εκθέσω αναλυτικότερα μπας και βρω άκρη, γιατί πολύ μ' έχουν μπερδέψει)… πολλά θέλει ο άνθρωπος; …Τσαφ! κάηκε η ασφάλεια.
Έσβησε το φως. Ισοπεδώθηκα. Ξανάγινα χώμα ...(χους ει και εις χουν...) εν ζωή.
Ο νους λειτουργούσε ίσα-ίσα για τ' απαραίτητα, σαν καθημερινό φυτό της επιβίωσης, και δεν παίρνω όρκο ότι δεν είχε και διαλείψεις.

Κι ήρθε η εκδρομή στο βουνό. Κατασκηνώσαμε στα 2.060 μέτρα.
Τη μέρα που θα 'πεφταν οι Περσίδες (έτσι …έτυχε).
Το βράδυ, σβήσαμε τη φωτιά και τις περιμέναμε.
Η θέα κάτω πανοραμική. Αναγνωρίζαμε τα φώτα πόλεων σε απόσταση 100 χιλμ.
Χορτάσαμε περσίδες.
Τόσο, που οι κοινές δεν μας έκαναν εντύπωση πια.
Μόνο οι πολύ-πολύ φωτεινές, αυτές που έμοιαζαν, κυριολεκτικά, με πυροτέχνημα.
Κι ο ουρανός είχε βάλει τα δυνατά του να γίνει όσο πιο ξάστερος γινόταν...

(Κάπου διάβασα ότι η φωτορύπανση αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, τόσο, που σε λίγο δεν θα υπάρχει πια κανονική νύχτα, με άσχημες προεκτάσεις στην χλωρίδα και στην πανίδα της γης...) 

Τόσα πολλά αστέρια πρώτη φορά έβλεπα.
Τόσα πολλά και φωτεινά, το ένα πίσω- δίπλα-πάνω στο άλλο.. που τελικά, μπερδευόσουν και με δυσκολία ξεχώριζες τους γνωστούς αστερισμούς.
Και κρύο-πολύ κρύο.

Αργά το βράδυ, μέσα στον ύπνο, βούλωσε η μύτη μου από το κρύο και μ' έπιασε ασφυξία και πανικός. Είχαν πέσει κατά πολύ και τα επίπεδα του οξυγόνου.
Φόρεσα το μπουφάν μου και βγήκα άρον-άρον πανικόβλητη έξω.
Πρώτη φορά πάθαινα κάτι τέτοιο.

Δισεκατομμύρια άστρα με κοίταζαν ήρεμα και με ξέπλεναν με το φως τους.
Προσπαθούσα να βρω το ρυθμό της ανάσας μου και να καθησυχάσω τον πανικό και τον τρόμο της ασφυξίας που με είχε κυριεύσει. Διάφορες σκέψεις και εκδοχές περνούσαν από το μυαλό μου.

Έκανα μερικά βήματα προς το πλάτωμα. Οι πόλεις και τα χωριά κάτω χαμηλά τρεμόσβηναν απόμακρα. Και οι περσίδες άραγε συνέχιζαν να πέφτουν από πάνω μου; Μόνο μια-δυο ασθενικές κατάφερα να εντοπίσω.

Σκέψεις-σκέψεις, προβληματισμοί, σενάρια, υποθέσεις…
Θα τολμούσα ποτέ άραγε να μείνω τελείως μόνη στο βουνό σαν κάποιους ...άλλους;
Ένοιωσα ένα ρίγος φόβου κι ένα δέος και μόνο στη σκέψη...
Για σκηνή ούτε λόγος πια. Μπήκα στο αυτοκίνητο και πάλι με δυσκολία. Άφησα τις πόρτες ανοιχτές μέχρι να ηρεμήσω. Δεν άντεχα ούτε καν να είναι κλειστές και να βλέπω από τα παράθυρα. Πανικοβαλόμουν με κλειστοφοβία. Ας όψεται το κρύο...
Την υπόλοιπη νύχτα την πέρασα σχεδόν καθιστή στο αυτοκίνητο, με τα φώτα των πόλεων και των αστεριών για παρηγοριά.

Το πρωί, αν και το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμάμαι, δέχτηκα να πάμε ποδαρόδρομο για τσάι (δυστυχώς, λόγω καιρικών συνθηκών, λιγοστό κι αυτό σε σχέση με άλλες χρονιές).
Η διαδρομή ήταν τόσο μαγευτική που αντί να κουράζομαι, έπαιρνα περισσότερη ζωντάνια και ενέργεια. Ακόμη κι όταν φτάσαμε και οι άλλοι σταμάτησαν, συνέχισα να περπατώ και να περπατώ για να εξερευνήσω και να χορτάσω περισσότερο το καταπληκτικό μέρος. Για αϋπνία και κούραση ούτε λόγος πια.

Το απόγευμα κι άλλες συγκινήσεις. Ανεβήκαμε στην κορυφογραμμή (λίγα μέτρα πιο πάνω από τις σκηνές μας).
Με τι φτωχά λόγια να περιγράψω ένα τέτοιο θέαμα; Βουνά και πίσω τους κι άλλα βουνά και πίσω ακόμα περισσότερα βουνά… Και κάτι τοπία…
Και μας δείχνουν τάχα γραφικές σκηνές από "ελβετικά τοπία"…

Τα δικά μας βουνά τα 'χουν ανακαλύψει ποτέ; Μπορεί να μοιάζουν άγρια και αφιλόξενα για τους ανίδεους, κρύβουν όμως ανεκτίμητους θησαυρούς για όσους τα γνωρίσουν καλύτερα.
Και δεν το κρύβω ότι ζηλεύω τρομερά αυτούς που τα γνωρίζουν και ξέρουν τα μυστικά και τα κατατόπια τους. Αυτούς που περνούν ώρες μαζί τους. Που ξέρουν τη βλάστηση και τα φυτά με τα ονόματα και τις ιδιότητές τους…

Κάπου ανάμεσα σε τέτοιες στιγμές ξανάρχισαν να εμφανίζονται δειλά κάποιες σκέψεις με ποιητική μορφή. Με έκπληξη τις καλωσόριζα. Λες κι ο νους που ήταν σε κώμα στην εντατική, άρχισε να πεταρίζει τα βλέφαρά του σα για να ξυπνήσει. Να ξεφύγει από την κοιμισμένη μηχανικότητα των σκέψεων του όλο αυτόν τον καιρό.
Έτσι φάνηκε η ελπίδα ανάνηψης.

Ακόμα βέβαια τελεί υπό κώμα, αλλά ίσως καμιά φορά τελικά να είναι χρήσιμη και μια τέτοια πτωτική ...αγρανάπαυση.

(Παρένθεση: Κάποιος καθηγητής φιλόλογος, μου έλεγε ότι από τα χρόνια διδασκαλίας του σε διάφορα μέρη, είχε παρατηρήσει από τις εκθέσεις, ότι τα παιδιά που ζουν κοντά στη φύση έχουν πιο ανεπτυγμένη την φαντασία και την έκφραση. Ζώντας άμεσα τις εποχές, βλέποντας από κοντά τα πουλιά, τα ζώα, τα φυτά και τις αλλαγές τους, διευρύνεται η φαντασία και η άποψη τους για τον κόσμο… Κάπως έτσι μου τα 'λεγε…)

Άρχισα μαθήματα δημιουργικής γραφής.
Ίσως γίνουν το σωτήριο φάρμακο για να ξεφύγω από το κώμα.
Ήδη από χθες, που ήταν το πρώτο μάθημα, γίνεται εμφανής κάποια βελτίωση.
Μια από τις πρώτες συμβουλές ήταν να μην πετάμε τίποτε από ό,τι έχουμε γράψει και ποτέ να μην τα υποτιμούμε ή να τα κατακρίνουμε.
Θα μας χρησιμέψουν αργότερα σαν πρωτογενές υλικό.

Δυστυχώς, τα δικά μου παλιά γραπτά (ανάμεσά τους το πρώτο μου διήγημα κι ένα άλλο βραβευμένο της παιδικής μου ηλικίας) χάθηκαν μέσα σε μια από τις καταστροφικές πυρκαγιές του καλοκαιριού.
Ας είναι! Ευελπιστώ να δημιουργήσω άλλα.
Εξ άλλου το 'παμε.

Τα βήματα για να αντέχουμε και να προσπερνάμε κάθε είδους καταστροφή βρίσκονται στον παράδεισο μέσα μας!

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: