Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Θεωρίες Μάθησης - Καλβίνο


Είχαμε ραντεβού έξω από τον Τερκενλή στην Αριστοτέλους
Είχε πάει λίγο νωρίτερα και με περίμενε, ακουμπισμένος στο απέναντι δέντρο δίπλα από το περίπτερο. Ποιος; Ο Ίταλο Καλβίνο αυτοπροσώπως.
Στο χέρι του κρατούσε μια χάρτινη σακούλα και μέσα της είχε ένα βιβλίο του για να μου το δωρίσει.

-Ήθελα να σου φέρω ένα άλλο βιβλίο μου, μού είπε, αλλά δεν το έβρισκα.

-Δεν ξέρω τίποτε για σένα εκτός του ότι σε αναφέρει συχνά-πυκνά ο Ροντάρι κι ούτε έχω διαβάσει ποτέ κανένα σου βιβλίο… αλλά ξέρεις... πάντα ήθελα, σκόπευα να διαβάσω κάπου στο μελλοντικό χρόνο… δικαιολογήθηκα βιαστικά...

-Είναι που ονομάζομαι "εγώ", μου είπε, κι αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που ξέρεις για μένα αλλά αρκεί να σε σπρώξει να επενδύσεις ένα μέρος του εαυτού σου σ' αυτό το άγνωστο εγώ.

-...άσε που νόμιζα ότι δε θα ζεις πια, συμπλήρωσα τη δική μου πρόταση αγνοώντας τη δική του.

-Μην αφήσεις τη σκιά της ταύτισης να έρθει μαζί σου απόψε,  μου είπε με ένα πλατύ χαμόγελο και με ελευθέρωσε από χρόνους και θανάτους.

-Πώς σου φαίνεται η Θεσσαλονίκη, η πόλη μας; Έχεις ξανάρθει; προσπάθησα να πω κάτι πιο ελαφρύ.

-Κοιτάζω από μακριά τη ζωή μιας τυχαίας βραδιάς σε μια μικρή πόλη και συνειδητοποιώ ότι θα είμαι ξεκομμένος απ' όλες τις τυχαίες βραδιές ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμα, και σκέφτομαι πόσες χιλιάδες πόλεις σαν κι αυτήν υπάρχουν, πόσες εκατοντάδες χιλιάδες φωτισμένα μαγαζιά μέσα στα όποια αυτήν την ώρα ο κόσμος αφήνεται να γλιστρήσει στο σκοτάδι της νύχτας και δεν έχει στο κεφάλι του ούτε μια από τις σκέψεις που έχω εγώ μα κάποιες άλλες, ίσως καθόλου αξιοζήλευτες αλλά που αυτή τη στιγμή θ' άλλαζα ευχαρίστως με τις δικές μου με οποιονδήποτε από αυτούς.  
Σκέψου πως αυτή η πόλη έχει δει λίγο πολύ αυτές τις φάτσες, τις συνηθισμένες φάτσες που συνηθίζουν να κυκλοφορούν στο κέντρο, και οι διάφορες αυτές φάτσες κουβαλάνε πάντα το βάρος της συνήθειας που μεταδίδεται ακόμα και σε όποιον, όπως εγώ, δεν έχει ξαναβρεθεί ποτέ εδώ πέρα αλλά καταλαβαίνει πως αυτές είναι οι συνηθισμένες φάτσες, οι συνηθισμένες γραμμές του προσώπου που ο καθρέφτης των μπαρ έχει δει να συσπώνται ή να ξεχειλώνουν, εκφράσεις που τη μια βραδιά μετά την άλλη τσαλακώνονται και πρήζονται.

 Γύρισα και κοίταξα τη δική μου φάτσα που καθρεφτιζόταν στην απέναντι νυχτερινή βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Έκανα μια συνηθισμένη γκριμάτσα και το πρόσωπό μου τσαλακώθηκε και πρήστηκε κάπως στα πλάγια, σχηματίζοντας τις ίδιες συνηθισμένες του γραμμές, όπως πάντα.

-Και να σκεφτείς, ότι μέχρι σήμερα δε σε ήξερα καθόλου, ξαναστράφηκα σοβαρή στον Ίταλο. Ο κόσμος γλιστρούσε γύρω μας στους καλοφωτισμένους δρόμους, χωρίς να μας δίνει σημασία σα να μην υπήρξαμε ποτέ.

-Είναι καλό που δε με ξέρεις, αλλιώς θα υπήρχε κάτι σαν πέπλο από άλλες εικόνες που θα σκέπαζε την εικόνα μου και θα την έκανε να φαίνεται θολή. Ένα βάρος από αναμνήσεις που θα σε εμπόδιζαν να με δεις όπως βλέπει κανείς έναν άνθρωπο για πρώτη φορά. Αναμνήσεις που θα έμεναν μετέωρες όπως ο καπνός κάτω από τις λάμπες.

-Μα... καλά… σε τι γλώσσα μιλάμε; θυμήθηκα ξαφνικά να απορήσω.

-Ιταλικά φυσικά!

-Μα... αφού... δεν ξέρω Ιταλικά!

-Έλα, μην αφήνεις το παρελθόν να μπερδευτεί με το παρόν κι ούτε αυτά που ξέρεις ή δεν ξέρεις να γίνονται νοητική τροχοπέδη σου. Κάθε στιγμή μπορεί να συμβεί το κάθε τι, γι αυτό μην περιορίζεσαι. Σε μια ζωή, προγνωστικά δε θα μπορούσαν να υπάρξουν.

Αμήχανη, επειδή δεν καταλάβαινα, έβγαλα από τη χαρτοσακούλα το βιβλίο του που μόλις μου είχε χαρίσει και το περιεργάστηκα για να δώσω κάπως περισσότερο χρόνο στον εαυτό μου να σκεφτεί και να καταλάβει και μετά γύρισα στο οπισθόφυλλο, λες κι εκείνη τη στιγμή, το πιο σημαντικό πράγμα ήταν να διαβάσω την σύντομη παρουσίασή του.

-Μας μαθαίνουν από μωρά να διαβάζουμε, με διέκοψε, και μένουμε όλη τη ζωή μας σκλάβοι των χιλιάδων γραφτών που μας ρίχνουν μπροστά στα μάτια μας. Βέβαια τον πρώτο καιρό δυσκολεύτηκα κι εγώ να μάθω να μη διαβάζω, τώρα όμως μου φαίνεται κάτι το απόλυτα φυσικό. Το μυστικό είναι να μην αρνείσαι να κοιτάζεις τις γραμμένες λέξεις, αντίθετα πρέπει να τις κοιτάζεις έντονα ώσπου να εξαφανιστούν.

Α, αυτό το κατάλαβα! Τι πρωτότυπος και όμορφος τρόπος για να το εκφράσει κανείς! .....Τι θα γινόταν αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης μας έφερνε έναν νέο τρόπο ανάγνωσης; θέλησα να το προεκτείνω λίγο παραπέρα.

-Όπως αυτόν που χρησιμοποιούν οι τυφλοί; έκανε τάχα ότι δεν αντιλήφθηκε αυτό που του είπα. Ποιος; Αυτός που τα βιβλία του διαβάζονται σε τόσα πολλά επίπεδα όσοι και οι όροφοι του εμπορικού κέντρου εκεί απέναντι.

-Όχι, σαν αυτόν τον τρόπο της μη ανάγνωσης που μόλις είπες. Αντί να διαβάζουμε με τα μάτια και να καταλαβαίνουμε νοήματα, να διαβάζουμε, ας πούμε, με την καρδιά και να αισθανόμαστε το ρυθμό των λέξεων ή το συναισθηματικό τους μέγεθος και βάρος. Ή (αμέσως μου 'ρθε κι άλλη μια ιδέα) όπως διαβάζουμε εμείς, έτσι να διαβαζόμαστε ταυτόχρονα και από αυτό που διαβάζουμε, και το κείμενο που διαβάζουμε να γεμίζει αυτόματα με τις σκέψεις μας και τις σκέψεις του κάθε αναγνώστη και να μεγαλώνει συνέχεια. Έτσι, ένα βιβλίο που αλλάζει χέρια, να μεταβάλλεται συνεχώς και ποτέ να μην είναι το ίδιο αν τυχόν το ξαναδιαβάζαμε…  Και φαντάσου σε τι χέρια μπορεί να πάει ένα βιβλίο και με τι διαφορετικές σκέψεις να γεμίσει... Και με τέτοια δεδομένα, σε ποιους θα διαλέγαμε να το δανείσουμε και γιατί... κι ίσως μετά να θέλαμε να το ξαναδιαβάσουμε...

-Μα, ήδη, η ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου που κρατάς είναι χιλιάδες άλλα βιβλία μαζί και ένας από τους ήρωές του είσαι κι εσύ, μου είπε και μου 'δωσε ραντεβού στο δρόμο του Σαν Τζιοβάνι γιατί σε λίγο θα γινόταν αόρατος, λέει, στα πλαίσια της επίσκεψής του στην ...αόρατη πόλη μας.

-Φεύγεις κιόλας; Και ποια αόρατη πόλη μας; ρώτησα κοιτάζοντας τριγύρω σα χαζή λες κι εκείνη τη στιγμή θα μπορούσα να εντοπίσω και να δω τα ...αόρατα της πόλης μας!

-Τι είναι σήμερα η πόλη για σένα; Με ρώτησε αυτός με ένα αρκετά σοβαρό ύφος και πρωτού να προλάβω να του απαντήσω συνέχισε: Η κρίση της πολύ μεγάλης πόλης είναι η άλλη όψη της κρίσης της φύσης. Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας• οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. Προσπάθησε να δεις την εικόνα της  ευτυχισμένης πόλης που συνεχώς αλλάζει σχήμα και χάνεται, κρυμμένη μέσα στη δυστυχισμένη πόλη...

Μα τι λέει; Ποια ευτυχισμένη πόλη με όλο αυτό το τσιμέντο και το κυκλοφοριακό χάος;  Σαν κουρδισμένη άρχισα αμέσως να παραληρώ:

-Το βλέμμα μας και οι αισθήσεις μας στην πόλη σκοτώνονται από το γκρι. Όπως και από τα αμετροεπή ψεύτικα χρώματα κι αρώματα των καλοντυμένων νωδών προσόψεων που κατασκευάζουμε γύρω μας. Κυκλοφορούμε με πληγωμένα βλέμματα και αισθήσεις που αιμορραγούν από την τσιμεντοποίηση και την χωροταξική ραστώνη. Και τι να σου κάνει η σπάνια κι ολοένα συρρικνούμενη συσκευασμένη Φύση σε μορφή κοσμοβριθών πάρκων και μικρών αλσυλλίων; Πόσο ζείδωρη μπορεί να είναι σε σύγκριση με την έμπλεη χαρά της γνήσιας και παντοίας επαφής μαζί της; Φευγαλέο ξεγέλασμα αισθήσεων. Αγχίνους μνήμη. Ποια ευτυχία θα καταφέρει να ζήσει μέσα σε κατασκευασμένες εικονικές αλληλουχίες…

Πίστευα ότι τα 'λεγα καλά και μάλιστα και πολύ λογοτεχνικά, στο ύφος που θα άρμοζε να μιλάω με έναν συγγραφέα, αλλά μάλλον κάτι έκανα λάθος, επειδή, μόλις που πρόλαβα να δω τον μη Ιταλό Ίταλο να εξαφανίζεται στη σελίδα 27 του βιβλίου του, ακριβώς εκεί όπου είχα σταματήσει το διάβασμα την προηγούμενη βραδιά.

-Μα, έτσι; Χωρίς ούτε ένα τσιάο; σκέφτηκα…



(ΣΗΜ: Τα κείμενα με πλάγια γραμματοσειρά είναι αυτούσια κείμενα από βιβλία του Ίταλο Καλβίνο. Τα υπόλοιπα... δική μου φαντασία.
Αγχίνους Μνήμη: Κείμενο από παλιότερη ανάρτηση μου)




.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Το μέτρο του μηδενός


Γίνεται να δεις το μηδέν στα μάτια και να μην αποκαρτερήσεις; Να μη σκεφτείς: "Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης";

Τι μου ΄ρθε να συνδυάσω τώρα ρήσεις Λιαντίνη και Σολομώντα…
Διάφορες σκέψεις για την οντολογική πορεία μας μέσα στην εξέλιξη, την ειδωλοποίηση του εγωκεντρικού ατόμου στον πολιτισμένο μας κόσμο και την αποκοπή από τη συν-ολικότητα (που μου μοιάζει, ίσως, ως η πιο λογική διέξοδος με κάποιο νόημα).


Αθύρματα των καιρών οι άνθρωποι, με τεντωμένα χέρια που νομίζουν πως έφτασαν ή φτάνουν κάπου. Ανεβαίνουμε αυτοσχέδιες κλίμακες, άλλος ψηλότερα άλλος χαμηλότερα, ζωγραφίζοντας ζωές στο χωροχρόνο.
Και μετά, εφησυχαστική ικανοποίηση (διανοητική ή εικονική) ή ίσως και ενσυνείδητες επόμενες προσπάθειες για το γνωστό: Citius (Μακρύτερα) Altius (Ψηλότερα) Fortius (Δυνατότερα).
Αυτοοριζόμαστε ως "κάποιοι", άνθρωποι της τέχνης, της διανόησης ή κάποιου κοινωνικοπολιτικού στάτους...
Μέχρι το όριο που μας δείχνει το μέτρο του μηδενός. Αυτό που τσακίζει όποιον προσπαθήσει πραγματικά να το περάσει.
Κάποτε, ίσως να προσπάθησαν να του δώσουν διάφορους ορισμούς όπως "ταπείνωση", "γνώθι  σαυτόν","λάθε βιώσας", "αναγέννηση", "υπέρβαση"... αλλά παραμένει αχαρτογράφητο και ως προς τον πλήρη ορισμό του και ως προς τα όριά του. Ο "κάποιος" που γίνεται "κανένας" για να καταφέρει να ξεφύγει από το κοπάδι και τη σπηλιά με το γιγάντιο τέρας που έχει μονόφθαλμη και περιορισμένη οπτική.



Σπάνιο επίτευγμα στην πορεία της εξέλιξής μας. Οδυνηρότατο. Σχεδόν ακατόρθωτο. Αφόρητο. Το πουκάμισο του Ηρακλή που δεν αντέχεις να φοράς και αυτοπυρπολείσαι, Μετρημένοι στα δάχτυλα της ιστορίας οι γνωστοί που το κατάφεραν. Κι άλλοι τόσοι οι αφανείς.
Δεν υποψιάζεσαι απλώς το μηδέν, αλλά το κοιτάς κατάβαθα, μέσα στα μάτια. Κι αν αντέξεις, μηδενίσου αυτοορίσου και ξαναξεκίνα από την αρχή. Γιατί ως τώρα προσπαθούσες να φτάσεις στα άστρα, χτίζοντας πάνω στο δεδομένο σαθρό εδαφος της πλάνης.

Τι κάθομαι και γράφω τώρα. Ας ζήσουμε ο καθένας μας, όπως μπορεί καλύτερα, στην ατομική του φούσκα μιας ζωής εικονικότητας μέχρι να σκάσει με το θάνατο.

"Τρελή μηδενίστρια" με χαρακτήρισε πρόσφατα η φίλη μου που είναι ένθερμη οπαδός της χαράς της ζωής.
Ίσως και να 'μαι έτσι, μέχρι να με καλύψει κάποια καλύτερη λογική εξήγηση.

(Εικόνες: Rene Magritte, Μουσική Υπόκρουση: Jun Miyake - To the hills) 





Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Το τέλος του Αλέξανδρου


ΚΥΡΙΑΚΗ, 5 β

Το τέλος του Αλέξανδρου

Δίπλωσε τις τέσσερις εποχές κι απόμεινε σαν δέντρο που του σώ-
θηκε ο αέρας.

Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό.

Από τ' άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο
ριπές γαλάζιες.

Ώρες πέρασαν ώσπου, κάποια στιγμή, των γυναικών τα μάτια σκαρ-
δαμύσανε.

Τότε μπήκε η Κερά κι αυτός ξεψύχησε.

(Οδ. Ελύτης: Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984)



.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Υπαρξιακά


"Σκέφτομαι άρα υπάρχω" (cogito ergo sum) είχε δηλώσει ο Ντεκάρτ.
Κι εγώ που σταμάτησα να σκέφτομαι, σταμάτησα και να υπάρχω. Μια νεκρή ύπαρξη.
Τι οξύμωρη έκφραση! Όσο και το: Μια ζωντανή ανυπαρξία.
Ίσως γι αυτό εκπλήσσομαι όταν οι άνθρωποι μού απευθύνουν το βλέμμα τους, μου μιλούν, με ρωτούν πού χάθηκα και συνεχίζουν να με αντιμετωπίζουν σαν το παλιό ζωντανό όν.
Μάλλον γιατί δεν αναγνωρίζουν το φέρετρο που ντύθηκε το βλέμμα μου.
Μήπως τελικά υπάρχουμε ακόμη κι όταν δεν σκεφτόμαστε; 
Όταν κλείνει την αναπνοή μας ο ασφυκτικός αέρας μιας νοητικής ύπνωσης; 
Όμως τι είδους ύπαρξη είναι αυτή και ποια να 'ναι η υπόσταση της… (αν)υπαρξίας της; 

Είναι η ενσυνείδητη συμμετοχή μας που κάνει τη ζωή πραγματική ή ούτως ή άλλως το παιχνίδι είναι στημένο;

(Απόσπασμα από το "Καθημερινολόγιό" μου, 13/12/11)

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Illussions

(Εικόνα: Μ.Κ.Έσχερ)


Μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο κάτοπτρα
η μερική αντανάκλαση της αλήθειας
μπερδεύεται με την αυταπάτη


.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Ο Μάγος

Ανήκω σε μια φυλή που δεν είναι γνωστή στον πολιτισμένο κόσμο σας.

Όταν γεννήθηκα, εκείνος, ήδη ζούσε εδώ και πολλά χρόνια. Όλοι τον σεβόμασταν κι όλοι τον υπακούαμε τυφλά σε ό,τι κι αν μας έλεγε. Ήταν ο μάγος της φυλής μας αλλά η εξουσία του ξεπερνούσε την εξουσία κάθε αρχηγού μας και τον λατρεύαμε πιο πολύ κι από τους Θεούς μας.

Κάθε πρωί σηκωνόταν και διέταζε τον ήλιο να βγει και ύστερα του 'δινε οδηγίες πώς να ακολουθήσει την πορεία του ως τη δύση. Κι ο ήλιος τον υπάκουε.

Τα βράδια έριχνε πέτρες στο φεγγάρι για να σηκωθεί πιο ψηλά και να φωτίζει καλύτερα. Και το φεγγάρι τον φοβόταν και σηκωνόταν στη μέση του ουρανού.

Όταν το φεγγάρι έτρεμε από το φόβο του να βγει ή μισοέβγαινε κρυφοκοιτάζοντας να δει αν ο μάγος μας είναι ακόμη εκεί, αυτός γελούσε με τη φοβισμένη του όψη και διέταζε τα αστέρια να μας φωτίζουν όσο μπορούσαν για να μην το τρομάξει περισσότερο. Κι εκείνα τον υπάκουαν ώσπου να ξεθαρρέψει το φεγγάρι και να βγει και πάλι ολόκληρο.

Ο μάγος μας είχε τόση μεγάλη δύναμη σε ουρανό και γη! Πριν σπείρουμε τα χωράφια μας, μιλούσε στους σπόρους και τους έδινε οδηγίες πώς να νικήσουν το σκοτάδι της γης και να φυτρώσουν. Μάθαινε στα δέντρα πώς να βγάζουν καρπούς, στα ζώα πώς να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν τα μικρά τους, συζητούσε με τις εποχές για το τι θα φέρει η κάθε μία και πολλά άλλα που ούτε τα χωράει ένας κοινός νους.

Κι όταν κάτι δεν πήγαινε όπως το είχε σχεδιάσει, πάντα μπορούσε να βρει ανάμεσά μας ποιος από μας βεβήλωσε με τη σκέψη του ή τις πράξεις του την ιερή δύναμή του και την αποδυνάμωσε ώστε να μην πετύχει το στόχο της. Και αλίμονο σε εκείνον που θα έκανε κάτι τέτοιο. Τον περίμενε σκληρή τιμωρία.

Πάνε πολλά χρόνια που ο μάγος μας πέθανε ξαφνικά χωρίς να αφήσει κάποιον αντικαταστάτη του.

Κι εγώ, γέρος πια, βλέποντας τα πάντα να υπακούουν ακόμη στις οδηγίες του, σκέφτομαι με δέος και σεβασμό πόσο μεγάλη ήταν η δύναμή του!

17/8/11


Photo: The Magician by Matteo Bertelli



.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Ένοχοι Δούλοι

Τι θα σημάδευες αν ήθελες
να υποτάξεις έναν άνθρωπο;

Την εσωτερική του αξιοπρέπεια.

Ίσως γι αυτό οι θρησκείες
δημιουργούν ενοχές και "δούλους Θεού".



------------------------------- 
Chocolat poster.jpgΜιλούσαμε για τις σχέσεις, τον έρωτα, την ευκολία του σήμερα, τις ενοχές και τις αναστολές που εμφυτεύουν στο μυαλό μας: Πρέπει, δεν πρέπει, κανόνες, τύποι...
Απαγορεύουμε εξωτερικά και υπακούμε εξωτερικά, υποδαυλίζοντας την εσωτερική υποκρισία, τις ψυχολογικές απωθήσεις κι όλα επιστρέφουν κάποτε με τη μορφή διαφόρων συμπλεγμάτων, αντιδραστικών σχηματισμών, μετατροπών...
Οι μεγαλύτεροι πολέμιοι καταστάσεων είναι αυτοί που απωθούν με κάθε τρόπο την επιθυμία τους γι αυτές και την ιδέα ότι τους αρέσει. Κι επειδή στο βάθος του μυαλού τους θα 'θελαν να είχαν τη δυνατότητα νά 'καναν κι οι ίδιοι κάτι τέτοιο, αλλά με τίποτε δεν θα τολμούσαν να το παραδεχτούν, ορμούν αντιδραστικά στους άλλους που δεν έχουν τους δικούς τους ενδοιασμούς, για να πολεμήσουν έτσι την παραμικρή πιθανότητα αποδοχής και να στερεώσουν θριαμβευτικά την άρνηση μέσα τους.

Δείτε τους φανατικούς των "καθώς πρέπει", τους "πουριτανούς", τους "φύλακες αρχών", τους θρησκόληπτους... Ακριβώς σαν το παράδειγμα με τον Δήμαρχο της πόλης στην ταινία "Σοκολά"...
 

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Λαβύρινθος

Τιμωρία, ξανά στο Λαβύρινθο
μέχρι να μάθεις να μην κοιτάς τριγύρω
αλλά επάνω...

(κι αυτή τη φορά χωρίς μίτο-μήτο)
Κάποιοι Λαβύρινθοι είναι τόσο παράξενοι...
Η έξοδός τους είναι στην οροφή
αλλά τη βρίσκεις μόνο
ψάχνοντας προς τα κάτω...

(όχι, χωρίς το κόλπο του καθρέφτη)

Το μόνο που με προβληματίζει
είναι ότι όταν μείνεις εκεί μέσα
για πολύ καιρό, συνηθίζεις
και νομίζεις το Λαγύρινθο
ως τη μόνη πραγματικότητα

(μόνο η μνήμη φωτός αντέχει, ευτυχώς)


.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Μάρμαρο




...
η ζωη μια δρασκελια,
η χαρα μας μια σταλια,
νιατα παραπονεμενα,
κι ονειρα,
στην αντηλια...



.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Φυσούσε

Φυσούσε χθες τόσο πολύ
που γέμισε τρικυμία.
Αναταράχτηκαν κομμάτια νου και καρδιάς
και παρασύρθηκαν από τον άνεμο
να πετούν και να στροβιλίζονται στους δρόμους
πάνω από τα κεφάλια των περαστικών
και τις στέγες των σπιτιών.
Πάνω από το πλήθος της διαδήλωσης
και τις φωνές των μεγαφώνων
τα χειροκροτήματα και τα συνθήματα.
Έφευγαν μακριά σαν κυνηγημένα
λες και βρήκαν ξαφνικά
μιαν ανέλπιστη ελευθερία.
Κι όμως, δεμένα με αόρατη κλωστή,
ξαναγυρνούσαν πάλι πίσω
φέρνοντας γεύση από άνεμο και σκόνη.
Ναι, η σκόνη έφταιγε για τα δακρυσμένα μάτια.


.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Ιπτάμενα Ξωκλήσια


Αναρωτιέμαι, αν καμιά φορά, εκεί στα έρημα ορεινά ξωκλήσια πηγαίνουν ακόμη βουκόλοι να ανάψουν κανένα κεράκι.
Κι αν τύχει να τους πάρει, λένε, ο ύπνος και ονειρευτούν άλογα που πετούν ως το φεγγάρι, τότε το ξωκλήσι, λένε, βγάζει φτερά και πετάνε όλοι μαζί του: βοσκοί, όνειρα άλογα και φεγγάρια, ως τη ζώνη του Ωρίωνα κι ακόμα παραπέρα…


-Μα, κάθεσαι και πιστεύεις ακόμα στα παραμύθια άλλων εποχών; θα μου πείτε…


Πίνακας: Kristian Hristo

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Καταμπέρδεμα

Τράβηξα μια δυνατή γουλιά από καφέ για να ξυπνήσω.
Το καλαμάκι δέχτηκε να μου τη δώσει. Τι βολικά και υπάκουα που είναι συνήθως τα καλαμάκια (αν δεν έχουν καμιά δολιοφθορά τρύπας στην λιγνόψηλη υπόστασή τους).

Μαζί με τη γουλιά τράβηξα και 2-3 ανακατεμένες σκέψεις αλλά πού να συνέρθω…

Άραγε το απλό ως καταφύγιο έχει διαφορετικά αποτελέσματα όταν γίνεται από αδυναμία κατανόησης και διαφορετικά όταν γίνεται από ενσυνείδητη αποποίηση του πολύπλοκου;


Γκέντελ, Χιούμ, Τσόμσκι, το στοίχημα του Πασκάλ, η ψευδαίσθηση του Σανκάρα, Ποσοδείκτες, Επαγωγική Λογική, το πρόβλημα της Αυτοαναφοράς, Ντεντερνισμός, Ρασιοναλισμός, Ωφελιμισμός… ζαλίστηκα σήμερα να περιπλανιέμαι ανάμεσά τους.

Τι ωφελεί όλος αυτός ο προβληματισμός; Ποιο μεγάλο ζήτημα ταυτοποίησης της υπόστασής μας μάς κατατρέχει; Γιατί να μην μας αρκεί να απλώνουμε το χέρι να κόβουμε ένα μήλο και δαγκώνοντάς το να αισθανόμαστε την πληρότητα του ζειν.
Τώρα θα μου πεις και ο Αδάμ και η Εύα άπλωσαν το χέρι κι έκαναν κάτι παρόμοιο και γνώρισαν την ανάποδη πλευρά του ζειν (για όποιον πιστεύει την κυριολεξία όλων αυτών)…

Σκεπτικισμός, Ουσιοκρατία, Οντολογικές Πεποιθήσεις, Δυϊσμός…
Τι στο καλό ψάχνει ο εγκέφαλός μας, αφού στο κάτω-κάτω όλα είναι υποκειμενικά και ο καθένας μας υιοθετεί όποια θεωρία του ταιριάζει καλύτερα και "κουμπώνει" καλύτερα στις πνευματικές του αναζητήσεις;

Κι αυτό μπορεί να θεωρηθεί βεβαιότητα και να υπάρξει εφησυχασμός ή συνεχίζεται με μια διαρκή ατέρμονη αναζήτηση;
Μήπως, τελικά, υπάρχουν κι άλλοι αντικειμενικότεροι τρόποι γνώσης (επίγνωσης, αυτοπροσδιορισμού) με τη συμμετοχή και του υπόλοιπου εαυτού μας κι όχι μόνο του εγκεφάλου; (και δεν εννοώ αποκλειστικά τις στιγμές της μέθεξης).

Τον τελευταίο καιρό, άσχετη με όλα αυτά, έχω καταμπερδευτεί…


Πίνακας:  "Eve the Only One Left to Us" - Max Ernst, 1925


.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Πανσέληνος

.
.
                         The Red Moon, by Osaku Draculia
.


Γέλαγε!
Όλο γέλαγε!Και το φεγγάρι ολόγιομο.
Μα εκείνος κοιτούσε μόνο εκείνη.
Που
γέλαγε!Και το φεγγάρι ματωμένο.
Μα εκείνη ούτε που το πρόσεξε.
Γιατί
γέλαγε!Είχε για φεγγάρι της εκείνον.
Μέχρι που τον μάτωσε.
Κι ας γέλαγε!





Υ.Γ.
Αυτό το 'ποίημα' μου (λόγω των παλιών χαμένων αναρτήσεων), το 'χω αναρτήσει 2 φορές, η άλλη εδώ:   Πανσέληνος 2008


Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Κουτάκια 2

Είπε να μου κάνει ένα δώρο.
Του 'πα να διαλέξει όποια ανάρτηση ήθελε.
Διάλεξε την ανάρτησή μου "Κουτάκια"
και πρόσθεσε τη δική του ματιά:



Ευχαριστώ!

.
.


Πολλές φορές
για να θυμόμαστε τον ουρανό
η μάνα
έλεγε τ' όνομά σου
κι ας ήσουν από χρόνια
κάτω απ' το χώμα


.
.



Καμιά φορά
έτσι για να σε θυμηθώ
πιάνω ένα αστέρι
και το κλείνω στη χούφτα μου

Μα πάντα
απ' τις σχισμές των δαχτύλων
βρίσκουν πέρασμα οι αχτίδες του
και με τυφλώνουν




.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Απολογία

.


Συγνώμη κύριε προϊστάμενε,
δεν το υπολογίσαμε
Τα σίδερα πυκνά και αλύγιστα
η κλειδαριά διπλοκλειδωμένη
και μόνιμος φύλακας απ' έξω
Πού να το φανταστούμε
πως θα δραπέτευε
με μια κρυμμένη σπίθα;


.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Ερώτημα



Θα προτιμούσες ποτέ
έναν δικό σου παράδεισο
αν ήξερες ότι θα χτιστεί
πάνω σε κάποιου την κόλαση;


.

Αγγελία





Μεσούσης της νυκτός
Θύλακες φωτός
Σε έκπτωτες πατρίδες
Αναζητούν αχτίδες




Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Κουτάκια

Πήραμε τις λέξεις και τις τακτοποιήσαμε ξανά στα κουτάκια τους.
Ακριβώς στα ίδια. Όπως χθες και προχθές. Όπως κάθε μέρα.
Μόνο που διαφωνούσαμε για τη σειρά.
Σε άλλα κουτάκια τις έβαζες εσύ σε άλλα εγώ
Τις ίδιες λέξεις
Και σχημάτιζαν άλλες προτάσεις
Αχ, αυτά τα κουτάκια
Σα να παίζαμε τζένγκα τραβούσαμε ένα από δω κι ένα από κει
Και τώρα βρίσκονται σωριασμένα στο πάτωμα
Ποιος θα νοιαστεί να τα μαζέψει
Άστα, θα τα πατήσει ο χρόνος σου είπα
Πήρες ξανά μόνο τα δικά σου και τα έβαλες στη σειρά
Να, έτσι είναι το σωστό, μου πες
Κι εγώ δε μίλησα
Άφησα τα δικά μου στο πάτωμα
Να μπορείς να τα πατάς κι εσύ μαζί με το χρόνο

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Βροχή

Τα απογεύματα
δίναμε ραντεβού με τη βροχή
κι ας το ξέχναγε εκείνη καμιά φορά.
Εγώ πάντα πιστή,
την περίμενα.
Κι όταν ερχόταν
μούσκευε τα λουλούδια στο μπαλκόνι
και έκανε τα φύλλα τους να γυαλίζουν,
έκλαιγε ασταμάτητα στα τζάμια μου
κι ανατρίχιαζε με την ψύχρα της το σώμα μου.
Καμιά φορά
για να την καλωσορίσω,
την άφηνα να μπει μέσα.
Άνοιγα διάπλατα την πόρτα
και η κουρτίνα πήγαινε πέρα δώθε χορεύοντας.
Τότε η βροχή,
στην αρχή δειλά με μερικές ψιχάλες
και μετά ολοένα πιο ορμητική,
με τρελές ριπές
μούσκευε την κουρτίνα,
το ράφι με τα βιβλία μου δίπλα στην πόρτα,
μαστίγωνε το πρόσωπό μου και τα ρούχα μου
κι όταν χόρταινε, έφευγε απότομα
κι έδινε τη θέση της στο βράδυ.
Σκοτεινό με μυρωδιά υγρασίας.
Μα εγώ πάντα περίμενα
τον ήλιο της επόμενης μέρας
να μας στεγνώσει.
Την κουρτίνα
τα βιβλία
και μένα.

4/6/11