Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Αφορισμοί

Α Φ Ο Ρ Ι Σ Μ Ο Ι    Μ Ο Υ



Μωρία η Σοφία των ανθρώπων.
Στέκουν με ένα αναμμένο σπίρτο στο χέρι,
ενώ λίγο πιο πέρα η φωτιά σαρώνει τα πάντα.
13-02-06
Το δικό σου το λίγο
(εξωτερικό ή εσωτερικό),
μπορεί να είναι πολύ για κάποιον άλλον,

Το δικό σου το πολύ
μπορεί να είναι λίγο για κάποιον άλλον

Φοριέται η ζωή σε όλα της τα επίπεδα!
17-03-06


Η λέξη Θάνατος ξεκινάει με ένα ΘΑ;
Μελλοντικό μόριο.
Όπως και η μελλοντική μας κατάληξη.
18-03-06


Και τα μικρά
Και τα μεγάλα πουλιά
Πετάνε
Κουνώντας τα φτερά τους
10-11-03


Μικρός που είναι ο κόσμος!
Ιδίως όταν το Μ γράφεται με Π
20-03-06


Δεν θέλω να ζήσω μια παραμυθένια ζωή
επειδή πάντα περνάνε αυτοί καλά
αλλά οι άλλοι κ α λ ύ τ ε ρ α !!!
18-02-05


Ευτυχισμένος ο καρπός στο δένδρο
που δεν τον έκοψε κανείς
μέχρι που σάπισε
26-12-03


Όταν οι άλλοι έχουν μικρή ιδέα για μας
Τότε έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους


Ο έρωτας μας επιστρέφει με τόκο
ό,τι του προ-δώσαμε.
26-9-03


Όλο και κάπου υπάρχουν ήρωες
άσχετα με το μέγεθος και πέρα από συγκρίσεις
05-10-06


Το τίμημα της Γνώσης είναι
ότι … την γνώρισες


Καλά τα ωραία λόγια,
αλλά θα ήταν ακόμη καλύτερα
αν δεν ήμασταν αναγκασμένοι
να τα κάνουμε πράξεις
10-11-03


Ο άνθρωπος ζητάει καλό για τον εαυτό του,
άσχετα αν αυτό είναι κακό για τους άλλους


Οι γυναίκες γίνονται ευτυχισμένες όταν
δεν αναφέρεσαι στα χρόνια τους
ή αναφέρεσαι σ' αυτά
με παρελθόντα χρόνο σε μορφή ενεστώτα


Ποια η διαφορά μεταξύ καλής και κακής ποίησης;
Η πρώτη είναι επίδειξη της σκέψης
Η δεύτερη, λύτρωση της σκέψης
26-12-03


Τόσο μικροί άνθρωποι τόσο μεγάλες επιθυμίες;
Ή το μέγεθος
είναι ακριβώς στα μέτρα της μικρότητας μας;
...-02-04


Τα δένδρα είναι
τα όνειρα των σπόρων
για τον ουρανό
…-01-05


Μερικοί μεγάλοι έχουν ακόμη τις απορίες που είχαν παιδιά
Ποτέ δεν μεγάλωσαν ή ποτέ δεν ήταν παιδιά;
15-04-05

Οι ασυνείδητα καλοί
γίνονται θύματα.
Οι έξυπνα καλοί
"προσφέρουν" αρκετές φορές στον διπλανό τους.
Οι δυναμικά ευσυνείδητοι καλοί
αλλάζουν κάτι από τον κόσμο γύρω τους
(ανάλογα με την ζέση τους)
…2005

Πολλές φορές, όταν χάνεις κάποιον άλλον
νομίζεις ότι χάνεις τον κόσμο
Όταν χάσεις τον εαυτό σου
τότε έχασες τον κόσμο σίγουρα
15-10-05


Κολλημένοι στις ίδιες λέξεις
μιλάμε για διαφορετικά πράγματα
26-12-03


Ούτε τα ράσα κάνουν τον παπά
Ούτε οι ρίμες τον ποιητή
Ούτε τα ράφια την γεροντοκόρη
Ούτε οι ρήσεις τον σοφό


Αν γυρίζοντας πίσω σήμερα
βλέπεις τον εαυτό σου καλύτερο από χθες,
όσα συνέβησαν είχαν σκοπό να σου δείξουν κάτι.
Αν όχι, είχες τα μάτια κλειστά.
29-10-02


Δεν μας ενοχλεί ο εγωκεντρισμός του άλλου
παρά μόνο, επειδή στα μάτια του
η δική μας αξία είναι λιγότερη
από αυτήν του εαυτού του


Δεν μπορεί να μας δώσει κανείς τίποτε.
Μόνο παίρνουμε.
Ό,τι είναι να πάρουμε.
Ό,τι μπορούμε.
Ό,τι υπήρχε από πριν.
20-01-06


Μερικοί Πολύτιμοι
Τι Λίθοι που Είναι!
13-04-06


Κάποτε,
τις εποχές τις έφερνε ο χρόνος

Tώρα,
οι βιτρίνες των καταστημάτων
Άνοιξη 2005


Τι άλλο είναι μια ελπίδα
από την προσμονή του αύριο;
Μήπως μπορεί τότε κανείς να πει
Πως οι αισιόδοξοι
δεν ζουν στο σήμερα αλλά το προσπερνάνε;
… - 89

.

Παλιότερα είχα μαζέψει τους Αφορισμούς μου,
Παλιότερα τους είχα αναρτήσει,
Παλιότερα τους κατάργησα…
Πάει καιρός που δεν έχω άλλους αφορισμούς.
Ίσως γιατί δε νοιάζομαι να τους μαζέψω...
Ίσως γιατί δε μου βγαίνουν πια, επειδή μπερδεύονται και χάνονται σε βαθύτερους στοχασμούς...

Οι παλιοί αυτοί Αφορισμοί μου βρίσκονται επίσης και στο σάιτ του Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου: Περι-Γραφής

-



-

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Ελύτης

.
Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το
μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ' άγγιξε κι έτρεχα σαν
τρελός. Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ' αποστέγνω-
σε, κι έμεινα μόνος. Μόνος.
Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια

να 'μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του
Ελέους!
Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορ-

φή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. Που
σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.


(Ελύτης - Έξι και μία Τύψεις για τον Ουρανό)

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Πένθος

.
Ανδρέα Λασκαράτου – "Ιδού ο άνθρωπος"
*Αφιερωμένο στον ...Ορέστη
περί άλογης κατανάλωσης συναισθημάτων
για αυτολύπηση (όρα νο2)
ή ικανοποίηση του απέναντι (όρα νο3).

1.Γνήσια ευαισθησία-2.Αδυναμία χαρακτήρος-3.Προσποίηση ευαισθησίας.

Δια τέτοια προκείμενα, θα είναι αρμοδιώτερο να βάλωμ' εμπρός μας πρόσωπα του αδυνατωτέρου γένους, γυναίκες.
Τους τρεις δε τούτους ομοιόμορφους, αλλά διαφορετικούς χαρακτήρες, τους βλέπουμε περισσότερο πραγματωμένους εις μίαν περίστασιν, την σπουδαιότερην της ζωής, εις την ύστερην ασθένειαν του συζύγου.

1. Η ευαίσθητη γυναίκα νοσηλεύει τον άνδρα της, και κάθεται στο προσκέφαλό του εις την στιγμήν της αγωνίας του, με τη θλίψη κρυμμένη μεσ' στην ψυχή της, χωρίς να λείψη σε τίποτε εις τον άνδρα της. Όταν τον ιδή αποθαμένον, τα εξωτερικά σημεία της λύπης της είναι σχετικώς μέτρια, ενώ μέσα της έχει όλον εκείνον τον σπαρακτικόν πόνον όπου φθείρει την ύπαρξήν της.
Η γυναίκα τούτη λυπείται ότι χάνει το σύντροφό της.



2. Η αδυνάτου χαρακτήρος γυναίκα χάνει κάθε ενεργητικότητα σε περίσταση χρείας. Ο κίνδυνος του συζύγου της την καταβάλλει, και την κατασταίνει ανίκανην να τον βοηθήση. Τραβιέται στην άλλην άκρη του σπιτιού, όπου αγωνιά κ' εκείνη με σπασμούς, υστερισμούς, λιποθυμίες, και τα παρόμοια, ώστε να μοιράζη τους νοσηλεύοντας άλλους, μεταξύ του πάσχοντος και του εαυτού της.
Η γυναίκα τούτη λυπείται ότι χάνει τον προστάτη της.



3. Η προσποιούμενη ευαισθησίαν, ως επί το πλείστον, διαρκούσης της ασθενείας του νοσηλευομένου ιδικού της, εκατέγινε εις το να βάλη καταμέρος και να φυλάξη ως ιδιαίτερον ιδικόν της, όσα περισσότερα από τα ενυπάρχοντα. Ενώ, αν η ασθένεια είναι κάπως κολλητική, δεν εχθέτεται πάρα πολύ στην κοντακιανότητα του αρρώστου. Επιφυλάττεται όμως όταν ιδή αποθεμένον τον ιδικόν της να κάμη το χρέος της. Τότε οι υστερισμοί, οι λιποθυμίες, οι φωνές και οι μάνητες είναι πλήθειες.
-Αφήστε με να πέσω από το παράθυρο.
ενώ κανείς δεν την εμποδίζει.
Η γυναίκα τούτη θέλει να κάμη να τη θαυμάσουνε και πραγματικώς τη θαυμάζουνε, οι ανόητοι δια τη νομιζομένη ευιασθησία της, και οι νοήμονες δια την επιτυχή προσποίησή της.

Ο πρώτος χαρακτήρας είναι αξιότιμος.
Ο δεύτερος ευκαταφρόνητος.
Ο τρίτος συχαντερός και αποτρόπαιος.

(η ορθογραφία είναι του συγγραφέα, από το 1886 - το βιβλίο που έχω είναι πολύ παλιό και δεν γράφει ημερομηνία έκδοσης - Εκδόσεις Πέλλα πάντως)
.
Λεξιλόγιο
*εχθέτεται = εκτίθεται
*κοντακιανότητα = η ιδιότητα του ...κοντά, του πλησιάσματος! (ωραία σκωπτική γλώσσα, ε;)
*συχαντερός = από το σιχαίνομαι

.
Και λίγα βιογραφικά:Ο Α. Λασκαράτος υπήρξε σκωπτικό και μαχητικό πνεύμα ο οποίος αγωνίστηκε εναντίον των προλήψεων, των συμβιβασμών, των υποκρισιών και των δεισιδαιμονιών της εποχής του και της Επτανησιακής κοινωνίας.
Φωτισμένος, προοδευτικός, ενάρετος, ηθικά ακέραιος, υπήρξε εχθρός της αμορφωσιάς, πολέμιος των προλήψεων και της αδικίας, μαχητής εναντίον κάθε πλάνης δεισιδαιμονίας, υποκρισίας και οπισθοδρομικότητας. Μαστίγωσε τα ελαττώματα του κλήρου, την κάθε είδους τυραννία και ασχημία και φιλοδόξησε να γίνει φρουρός του χρέους, κοινωνικός αναμορφωτής, ένας φιλοπρόοδος ηθικολόγος και οραματιστής οικογενειακών και κοινωνικών θεσμών εδραιωμένων στην ομορφιά, στην αγάπη και στην ειλικρίνεια.
Άλλο τόσο όμως στους αγώνες του αυτούς, που τάραξαν τα λιμνασμένα νερά μιας μικρής κοινωνίας, αποδείχτηκε επίμονος και ασυμβίβαστος, φανατικός και θορυβώδης, υπερβολικός και φιλόνικος. Η δράση του συνοδεύτηκε από διώξεις, δίκες, φυλακίσεις, αφορισμούς εξορίες, που τα υπέμεινε όλα αλύγιστος, συντροφευμένος από τη στοργική συμπαράσταση της συντρόφου του.
Και είναι το δίχως άλλο προς τιμήν του, η αλύγιστη αυτή εμμονή στο δρόμο της συνείδησής του, παρά τις δυστυχίες στις οποίες τον έριξε και την πτώχεια που του στοίχισε και που την αντιπαρήλθε θαρραλέα χωρίς να τον πτοήσουν οι ανάγκες της πολυμελούς του οικογένειας (εννιά παιδιά σύνολο, επτά κορίτσια και δύο αγόρια).

Γεννήθηκε το 1811στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς και πέθανε το 1901, πέντε μήνες μετά την άρση του αφορισμού του, ώστε να κηδευτεί με …τιμές και με πανελλήνια αναγνώριση.
(Θ. Π. - Από τον πρόλογο του βιβλίου του Α. Λασκαράτου: "Ιδού ο άνθρωπος" όπου παρουσιάζονται χωριστά οι διάφοροι ανθρώπινοι χαρακτήρες)

Πίνακες:
1. Weeping woman by Paul Kerr.
2. Weeping Woman, 1937, by Pablo PIcasso.
3. Weeping Woman With Handkerchief, 1937, by Pablo Picasso.

Και περισσότερα βιογραφικά: (για να μην ψάχνετε κι αλλού)
Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)
Ο Ανδρέας Τυπάλδος Λασκαράτος γεννήθηκε το 1811 στην Κεφαλονιά. Η οικογένειά του ανήκε στις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες της Επτανήσου. Ο πατέρας του Γεράσιμος καταγόταν από τη Νάπολη και διέθετε μεγάλη περιουσία και πολιτική δύναμη.
Πρώτοι δάσκαλοι του Ανδρέα ήταν οι Ευγένιος Διογένης και Σπυρίδων Τρέκας.
Σε ηλικία δώδεκα ετών έφυγε για το Αργοστόλι, όπου έμεινε στο σπίτι του θείου του κόντε Δελλαδετσίνα. Εκεί διδάχτηκε την ιταλική και την αρχαία ελληνική γλώσσα από τους Ιάκωβο Βαπτιστή Μπαρτολότσι και το Νεόφυτο Βάμβα αντίστοιχα. Στο Αργοστόλι γνώρισε επίσης το λόρδο Μπάυρον.

Εν συνεχεία φοίτησε στη Σχολή του Κάστρου και το 1828 πήγε στην Κέρκυρα όπου μυήθηκε στην ιταλική σάτιρα και λογοτεχνία από το Βιτσέντζο Νανούντσι, ποιητή του Κύκλου του Σολωμού και θιασώτη της απλής γλώσσας. Εκεί γνωρίστηκε επίσης με τον Ανδρέα Κάλβο, του οποίου υπήρξε μαθητής, καθώς και με το Βηλαρά.

Καθοριστική ωστόσο στάθηκε η γνωριμία του με το Σολωμό, στον οποίο ο Λασκαράτος υπέβαλε ποιήματα και μεταφράσεις και από τον οποίο ενθαρρύνθηκε να συνεχίσει να γράφει.

Σπούδασε νομικά στην Ιόνιο Ακαδημία και εργάστηκε ως βοηθός στη Γραμματεία της Ιονίου Γερουσίας και στο Ειρηνοδικείο Κεφαλληνίας. Το 1836 έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε ως το 1839, οπότε πήγε στην Πίζα. Εκεί πήρε το δίπλωμα του δικηγόρου, ήρθε σε επαφή με τις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Επέστρεψε στην Κεφαλονιά σε ηλικία 30 ετών και διορίστηκε Πρόεδρος Δικαστής στο Ληξούρι, θέση από την οποία σύντομα παραιτήθηκε. Το 1844 πέθανε ο πατέρας του και ο Ανδρέας ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του. Την ίδια περίοδο (1845) ταξίδεψε στην Κρήτη για να γνωρίσει τον λαϊκό πολιτισμό της, επέστρεψε όμως απογοητευμένος, καθώς μπόρεσε να συγκεντρώσει μόνο λίγα τραγούδια , τα οποία δημοσίευσε στο οικογενειακό περιοδικό Λύχνος, το οποίο εξέδωσε το 1859 και ως το 1868, οπότε και έκλεισε, έβγαλε μόνο 49 φύλλα.

Στο δρόμο για την Κρήτη πέρασε από την Αθήνα, όπου τύπωσε το έργο του Το Ληξούρι εις του 1836, μίμηση του ποιήματος του Αl. Tassoni La sechia rapitia. Από την Κρήτη επέστρεψε στην Κεφαλονιά και παντρεύτηκε την Πηνελόπη Καργιαλένια, κόρη μεγαλεμπόρου καταγόμενη από το Λιβόρνο, η οποία στάθηκε πιστή σύντροφος και συμπαραστάτιδά του.

Το 1850 πήρε μέρος στις εκλογές της Θ΄ Βουλής ως αντίπαλος του κόμματος των φιλελευθέρων, απέτυχε ωστόσο και έφυγε με την οικογένειά του για το Αργοστόλι. Το 1856 δημοσίευσε το έργο Μυστήρια της Κεφαλλονιάς, ήτοι σκέψεις απάνω στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική, το οποίο κίνησε αντιδράσεις, οδήγησε στον αφορισμό του και έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του. Έφυγε για τη Ζάκυνθο, αντιμετώπισε ξανά δυσκολίες και κατέφυγε τελικά μόνος στο Λονδίνο. Εκεί διεύρυνε τις γνώσεις του και έγραψε την Απόκριση στον αφορισμό, έργο που εκδόθηκε δώδεκα χρόνια αργότερα. Η αλληλογραφία του με τη σύζυγό του είναι ενδεικτική για την ψυχολογική του κατάσταση εκείνη την περίοδο. Αντιμετώπισε και νέες αντιδράσεις, συνέχισε ωστόσο να τυπώνει έργα του από την Αθήνα, την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα, ώσπου κατηγορήθηκε για συκοφαντία του ιδεολογικού του αντιπάλου και μέλους της επίσημης εκκλησίας Λομβάρδου και φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες.

Νέες αντιδράσεις προκάλεσε το ποίημά του Νανάρισμα για τον τότε διάδοχο του θρόνου. Το περιοδικό του Λύχνος έκλεισε και ο ίδιος κινδύνεψε ξανά να φυλακιστεί, γλίτωσε όμως κατόπιν επιστολής του στο Βασιλιά. Το 1864 δημοσίευσε μια Στιχουργική της γραικικής γλώσσας, μετέφρασε δύο βίους αγίων από τα αγγλικά και μετά τον μεγάλο σεισμό του 1867 έγραψε το Ιστορικό των σεισμών. Την έκδοση της Απόκρισης στον Αφορισμό, ακολούθησε νέα δίκη, αυτή τη φορά όμως ο Λασκαράτος αθωώθηκε. Αμέσως μετά δημοσίευσε το έργο Η δίκη μου με τη Σύνοδο.

Λόγω οικονομικών δυσκολιών επιχείρησε να ιδρύσει ένα ιδιωτικό Παρθεναγωγείο σε συνεργασία με τη σύζυγό του, προσπάθεια που απέτυχε. Το 1872 εκδόθηκαν τα Στιχουργήματα και από το 1873 ως το 1876 σειρά φυλλαδίων με τίτλο Η κοινωνική μας κατάσταση. Την περίοδο εκείνη ήταν ήδη γνωστός στο χώρο του ελεύθερου ελληνικού κράτους και στον κύκλο του Παλαμά. Το 1873 ανακηρύχτηκε επίτιμο μέλος του συλλόγου Βύρων και το 1877 του Παρνασσού. Το 1878 έγραψε το δοκίμιο Η τέχνη του δημηγορείν και του συγγράφειν και το 1879 το Ιδού ο άνθρωπος , το οποίο εξέδωσε το 1886 μαζί με μια συλλογή από χαρακτήρες στα πρότυπα του Θεόφραστου και του La Bruyere. Το 1884 δημοσίευσε το φυλλάδιο Περί γλώσσης και το 1889 το Γλώσσα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπλήρωσε το έργο Ήθη, έθιμα και δοξασίες της Κεφαλονιάς που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του και συνέχισε να γράφει ποιήματα, λυρικά και σατιρικά. Στα 1894 - 1896 επιχείρησε μια επανέκδοση του Λύχνου.

Λίγο πριν το θάνατό του με εισήγηση του νέου Δεσπότη Κεφαλληνίας Γερ.Δοριζα άρθηκε ο αφορισμός του. Πέθανε το 1901 στο Αργοστόλι.

Στο έργο του Λασκαράτου κυριαρχεί πνεύμα φιλελεύθερο, κριτικό, δηκτικό και το ύφος του συχνά γίνεται έντονα καυστικό. Συνεπής στους λόγους και τα έργα του διώχτηκε για την ελευθεροστομία του, δεν έχασε ποτέ όμως τη μαχητικότητά του.

Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας τον χαρακτήρισαν ως τον κυριότερο σύνδεσμο ανάμεσα στην Επτανησιακή και την Α΄ Αθηναϊκή Σχολή.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ανδρέα Λασκαράτου βλ. Άγρας Τέλλος, «Λασκαράτος Ανδρέας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Αλισανδράτος Γ.Γ., «Ανδρέας Λασκαράτος», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ε΄· 1830-1880, σ.278-303. Αθήνα, Σοκόλης, 1996, Κωστίου Κατερίνα, «Λασκαράτος Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Παπαγεωργίου Αλέκος Γ., «Λασκαράτος - Τυπάλδος Ανδρέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Παπαγεωργίου Αλέκος Γ., «Σύντομο χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του Α.Λασκαράτου», Νέα Εστία 70, ετ. ΛΕ΄, Χριστούγεννα 1971, αρ.827, σ.134-139.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)
.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Αντίο Καλοκαίρι!

Σε έναν κόσμο όσο το δυνατόν περισσότερο κερδοκεντρικό κι όσο το δυνατόν λιγότερο ανθρωποκεντρικό, όπου όλες οι ενέργειες και ο τρόπος ζωής μας επικεντρώνονται στις μελέτες των ειδικών για την διαφορά κόστους-κέρδους, σε βάρος της ποιότητας και της γνησιότητας -ώστε να αυξάνεται φυσικά όσο γίνεται η απόστασή των δύο αυτών,

Σε έναν κόσμο ταχύτητας, όπου οι πληροφορίες, οι εικόνες, η τεχνολογία τρέχουν (ακόμα κι εμείς), όπου τα παλιά, γρήγορα αντικαθίστανται από τα καινούργια στην κούρσα της κατανάλωσης, παίρνοντας απ' τον άνθρωπο την κυριαρχία της ενημέρωσης και αφήνοντας τον σε μια μοναξιά ενός μικρού περιθωρίου εξειδικευμένων, ατομικοποιημένων και μη σφαιρικών γνώσεων, πληροφοριών και επιλογών,


Σε έναν κόσμο όπου τα πάντα αλλάζουν χωρίς να προλαβαίνουμε να δούμε και να κατανοήσουμε τις φάσεις και την πορεία αυτής της αλλαγής, παρά μόνο να σερβιριζόμαστε (αν προλάβουμε κι αυτό) κρύο η ζεστό το αποτέλεσμά τους, άκουσα την πιο ωραία ατάκα χθες βράδυ, καθρέφτισμα της παιδικής ψυχής και της ασχηματοποίητης εικόνας που έχει ακόμα για όλα αυτά.

Φυσούσε ένα δροσερό αεράκι και ανακάτευε τα τσουλουφάκια από το μικρό κοριτσάκι που καθόταν στα κάγκελα του τσιμεντένιου κενού της πολυκατοικίας του, μαζί με το αδερφάκι του και τη γιαγιά του. Και τα δυο φορούσαν ζακετάκια για να φυλαχθούν απ' τη βραδινή ψύχρα..

Σε μια τρέλα του αέρα που του ανακάτεψε ακόμα πιο πολύ τα μαλλιά και το φουστανάκι του, το κοριτσάκι, με μια γλυκιά αθώα φωνούλα, απευθυνόμενο στη γιαγιά του διαπίστωσε:
"Το καλοκαίρι χάλασε!"
Πάει, "χάλασε" κι αυτό λοιπόν!
Όπως χαλάνε όλα γύρω μας.
Από τα προχειροφτιαγμένα παιχνίδια των παιδιών που διαλύονται σε λίγες ώρες στα χεράκια τους, μέχρι τα παιχνίδια των "μεγάλων" που μας παίζουν ολοένα και περισσότερο σαν χειραγωγήσιμα κερδοφόρες και αναλώσιμες μαριονέτες (χωρίς ιδιαίτερη αξία), έχοντας καταντήσει τα πάντα ένα τεράστιο κουκλοθέατρο (σκιών) με μια απερίγραπτη καταστροφικότητα και μη σεβασμό στη φύση και στο περιβάλλον.
.

.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

Ημερολόγιο

.
Πόσες φορές το 'χω ακούσει κατ' επανάληψη αυτό το τραγούδι φέτος το καλοκαίρι στους περιπάτους μου! Ακούραστα, ξανά και ξανά και ξανά... πατώντας συνέχεια την επανάληψη στο ..ΜΡ3όφωνό μου.
Λες και με μεθάει αυτή η μελαγχολική απλότητα της σύνθεσής του.
Το λιτό μοτίβο της κιθάρας, σα να σε υποβάλλει εισαγωγικά να επικεντρωθείς στην ποιητικότητα των λέξεων και να μπεις στο βαθύτερο νόημά τους, που δεν είναι τόσο εμφανές με το πρώτο άκουσμα. Και το βιολί στο πίσω μέρος, όλο να σιγοντάρει και να προσθέτει περισσότερο συναίσθημα σ' αυτήν την μελαγχολική γραμμή...
Είναι τόσο ξεκάθαρες οι μελωδίες όλων των οργάνων... παραμένουν αυτούσιες και δεν συγχέονται στο άκουσμά τους... ακούστε την διακριτική παρουσία του μπάσου, που όμως εντείνεται και τονίζει τα σημεία που πρέπει για να αναδείξει τη μελωδική γραμμή, παραχωρώντας τη θέση του -χωρίς να το πάρεις είδηση- στα κρουστά...

Μια από αυτές τις φορές, ακούγοντάς το τραγούδι αυτό, καθισμένη άκρη-άκρη στην προκυμαία, δεν μπορούσα παρά να καθρεφτίσω -κι εγώ- φορτώνοντας στα κύματα τις δικές μου σκέψεις. Ποιος ξέρει πού να έχουν φτάσει ως τώρα...
Στα κύματα, που μες τη νύχτα τα έβλεπα σαν μια συμπαγή πηχτή μάζα που σάλευε αργά-αργά, λες και η ρευστή θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε μια συνοχούμενη οντότητα με όλα τα ζωικά συναισθηματικά γνωρίσματα και τις εκδηλώσεις μιας ύπαρξης.

(Μόνο εκεί στο σημείο που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο μου το χαλάνε οι στίχοι, αλλά κάνω διάφορους φιλοσοφισμούς επί του θέματος, τους οποίους, επιτρέψτε μου, να μην τους αναπτύξω επί του παρόντος.)





Αν δείτε κάποια με γουόκμαν να περπατάει στην παραλία κοιτώντας προς ...τα πάνω στον ουρανό (πότε θα σκοντάψω και θα γκρεμοτσακιστώ...) με ένα περίεργο μειδίαμα στα χείλη, να μαζεύει εικόνες του κόσμου και των χαρακτήρων γύρω της (μα γιατί τόσα εν υπνώσει χαμένα βλέμματα;), να κάθεται με τις ώρες να μελετάει το γλυπτό του Γ. Τσάρα αφιερωμένο στο ζεύγος Βισβίζη (τι πλαστικότητα που έχουν τα σώματα, ειδικά το γυναικείο - φοβούμενη μη με παρεξηγήσουν πέρασα το χέρι μου επάνω στην κοιλιά της γυναίκας για να αισθανθώ το σώμα και με την αφή, και ρίγησα στην ζωντανή σάρκινη αίσθηση που μεταδίδει... λες και αισθνόσουν πραγματικά τους μύες της κοιλιάς της κάτω από το ύφασμα της φορεσιάς της... κι εκείνη η Νίκη, τόσο αέρινη σχηματικά, που αφήνεσαι να σε παρασύρει στο λυγερόκορμο πέταγμά της...) ----- (...έχετε παρατηρήσει πως άμα κάθεστε και κοιτάζετε κάτι -έστω και έναν σκουπιδοτενεκέ- όλο και κάποιοι περίεργοι θα σταθούν δίπλα να κοιτάζουν κι αυτοί...)... τι έλεγα; α, ναι! Αν δείτε λοιπόν κάποια τέτοια, μην την χτυπήσετε στον ώμο (απαλά-απαλά όμως, μην τρομάξει) και της πείτε "γεια σου κυκλοδίωκτον", γιατί θα σας κοιτάξει με απορία και θα κάνει τελείως, μα τελείως την ανήξερη.

Παραθέτω περισσότερες πληροφορίες για το γλυπτό του μνημείου Βισβίζη:

Περιγραφή-Συμβολισμός
Η σύνθεση παριστά- συμβολίζει την ιστορική δράση του ζεύγους Βισβίζη και λειτουργεί-κυριαρχεί παράλληλα, σαν σύμβολο του αγώνα των Θρακών στη θάλασσα κατά το 1821.
Ο άνδρας βρίσκεται ξαπλωμένος, νεκρός, αγκαλιάζοντας το ναυτικό κανόνι, που το πυροδοτεί η γυναίκα του, δίνοντας έτσι το μήνυμα της συνέχισης του αγώνα.

Πίσω πλάγια βρίσκεται η πλώρη του πλοίου και στο ακρόπρωρο δημιουργείται το κυρίαρχο σύμβολο του αγώνα στις θάλασσες, η νίκη, που θυμίζει τη Νίκη της Σαμοθράκης.
Τα σχοινιά που κρέμονται, πέρα από το αισθητικό στοιχείο που προσθέτουν στη σύνθεση, τονίζουν ιδιαίτερα το ναυτικό χαρακτήρα της παράστασης.
ΑισθητικήΗ σύνθεση είναι εικονική, ευδιάκριτη με αφαιρετικά στοιχεία στη φόρμα, ώστε το έργο να έχει μια πιο σύγχρονη άποψη και να αναδεικνύονται έτσι κάποια στοιχεία του περισσότερο.
Τεχνική - Διαστάσεις
Κατασκευασμένο από ορείχαλκο, χρωματισμένο και πατιναρισμένο, στηρίζεται στο πίσω μέρος σε μια ημιδιαμορφωμένη μαρμάρινη στήλη-βάθρο, από την οποία αναπτύσσεται η πλώρη του πλοίου.
Οι διαστάσεις του έργου είναι περίπου 3μ ύψος, 2,5μ. μήκος και 2μ. πλάτος. Το ύψος είναι περίπου 60 εκ., ώστε ο θεατής να βλέπει μπροστά - χαμηλά τον νεκρό και η υπόλοιπη σύνθεση να μην αναπτύσσεται μπροστά του σε μεγάλο ύψος.



Και λίγα ιστορικά στοιχεία για το ζεύγος Βισβίζη:
Ο Χατζη-Αντώνιος και η Δόμνα Βισβίζη
0 Αντώνιος Βισβίζης, ο Χατζη-Αντώνης, ήταν πλούσιος πλοίαρχος και εφοπλιστής από την Αίνό της Θράκης.
Ένθερμος πατριώτης, μυήθηκε πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και πρόσφερε πολλά για την προπαρασκευή και τη διεξαγωγή του Αγώνα.
Το 1808 παντρεύτηκε τη Δόμνα, κόρη γαιοκτήμονα από την Αίνο, γεννημένη το 1783. Όταν στις 2 Μαΐου 1821 ήλθαν στην Αίνο Ψαριανά πλοία με αρχηγό τον Γιαννίτση και βομβάρδισαν το τουρκικό φρούριο, ο καπετάν Βισβίζης με τη γυναίκα του, με την οποία είχε αποκτήσει ήδη πέντε παιδιά, ενώθηκαν με τους Ψαριανούς με το μπρίκι τους, που λεγόταν «Καλομοίρα» και είχε 16 κανόνια και 140 ναύτες. Τα Ελληνικά πλοία εκυρίευσαν το οχυρό και οι επαναστάτες άρπαξαν 24 κανόνια και τα έφεραν στα Ψαρά.
Το μπρίκι του Βισβίζη, τα 4 πλοία του Γιαννίτση και άλλα 7 ψαριανά πλοία είχαν αρχηγό τον Γ. Σκανδάλη. Η «Καλομοίρα» στα μέσα Μαΐου του 1821 βοήθησε τους επαναστάτες της Κασσάνδρας, τον Δεκέμβριο του 1821 έσωσε στο Άγιο Όρος τον Εμμ. Παπά, που πέθανε φεύγοντας πάνω στο μπρίκι αυτό και μεταφέρθηκε στην Ύδρα. Ύστερα η «Καλομοίρα» πήρε μέρος σε επιχειρήσεις στο Βόλο, στο Τρίκερι, στον Ευβοϊκό κόλπο, στη Στυλίδα και στην Άγια Μαρίνα. Μετέφερε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο με τους οπλαρχηγούς και τους άνδρες του. Την εκστρατεία παρακολουθούσαν και μέλη του Αρείου Πάγου.
Στην εκστρατεία αυτή στην Αγία Μαρίνα, πέθανε πάνω στο μπρίκι του ο Βισβίζης. Η Δόμνα έκρυψε τον νεκρό στο πλοίο και συνέχισε τον αγώνα. Την επομένη του θανάτου του συζύγου της έφερε αυτόν στη Λιθάδα της Εύβοιας και τον έθαψε στο ναό των Αγίων Αναργύρων.
Η Δόμνα αναδείχθηκε γενναία καπετάνισσα, εφάμιλλη της Μαντώς Μαυρογένους και της Μπουμπουλίνας. Η φήμη της έφθασε και στο εξωτερικό. Επί τρία χρόνια μετείχε σε εκστρατείες με το πλοίο της ξοδεύοντας για τις δαπάνες αυτού και για τη συντήρηση του πληρώματός του. Ύστερα δώρισε την «Καλομοίρα» στο Κράτος, που μετέτρεψε το μπρίκι σε πυρπολικό, με το οποίο ο Πιπίνος ανατίναξε την Τουρκική φρεγάτα «Χαζνέ Γκεμισί» το 1824.


Η Δόμνα Βισβίζη έκτοτε έζησε δύσκολα χρόνια, φτωχή και ξεχασμένη με τα πέντε ορφανά της στην Ύδρα, στη Σύρο, στο Ναύπλιο και πάλι στη Σύρο, ώσπου της χορηγήθηκε μια μικρή μηνιαία σύνταξη 30 δραχμών. Από τη Σύρο, όπου έζησε ως το 1845, ήλθε στον Πειραιά, όπου πέθανε σε ηλικία 66 χρονών. 0 γιος της Θεμιστοκλής, που σπούδασε στη Γαλλία, το 1842 διορίσθηκε ακόλουθος στο Υπουργείο των εξωτερικών και το 1845 ανέλαβε τη θέση Του διοικητού της Νάξου. Οι Θρακιώτες λοιπόν δεν έλειψαν ποτέ από τις μεγάλες στιγμές της Πατρίδας και ούτε θα λείψουν, Ακρίτες άγρυπνοι αυτοί.

«Η ευπειθεστάτη πατριώτισσα και δούλη,
Δόμνα Βισβίζη»...
Η υπογραφή της σεμνής ηρωίδας.
Υ.Γ.

Σας χρωστώ και φωτογραφία,-ες του γλυπτού - θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία - όσο για τους Θεσσαλονικείς προτείνω να το μελετήσουν ιδίοις όμμασι -καλό είναι να προσέχουμε λιγάκι κάποια από τα αξιόλογα γλυπτά που κοσμούν την πόλη μας.
Προς το παρόν, αρκεστείτε στο προσχέδιο του καλλιτέχνη.


Τρίτη 26 Αυγούστου 2008

Συννεφιανοί (ζουν ανάμεσά μας!)




Εντός σύννεφου προσφυγής
για αιθεροβάμονες της γης
απώλεια προτιμάται

Και μετά φόρας και ορμής
με ένα σάλτο εκ της ζωής
τον ουρανόν τιμάτε

. . . . . . . . . . . . . . . . . (Κυκλοδίωκτον)



.
Δεν έχετε ακούσει ποτέ για τους Συννεφιανούς;
Ούτε ποτέ πήρε το αυτί σας κάποιο από αυτά τα συνθήματα;


"Συννεφιανοί ενωμένοι, ποτέ πια γειωμένοι!"
"Συννεφιανοί ξυπνήστε, τις μπόρες προτιμήστε!"
"Συννεφιανοί για πάντα, Γη κάνε στην μπάντααααααααα!"


Μη μου πείτε ότι δεν έχετε συναντήσει ποτέ κάποιον που είναι κλεισμένος στο προσωπικό του συννεφάκι με φουλ ειρκοντίσιον (με νταιβέρτερ παρακαλώ, ή όπως το λεν αλλιώς αυτό το ρυθμιστικό μαραφέτι-πού να τρέχω στην ΕΛΕΤΟ να μαθαίνω), με φως, νερό, τηλέφωνο, adsl στα 48 Gb και πλευρικό αερόσακο;

(Παρένθεση: Αν ο Αδάμ ήξερε για τον πλευρικό αερόσακο, άραγε από πού θα κατασκευαζόταν η Εύα; Και μην βιαστείτε να πείτε από τη γλώσσα που κόκαλα δεν έχει αλλά για κόκαλα... αξίζει)



Δεν έχετε ποτέ συναντήσει κάποιον που έχει δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα και όσα του λέτε (το παιχνίδι μαζί του παίζεται επί ξυρού ακμής, βάλτε Χ καλού κακού στα προγνωστικά-ποτέ δεν ξέρεις ποιος απ' τους δυο δεν καταλαβαίνει τελικά-όλα στο φλου) μπαίνουν από το ένα αυτί και βγαίνουν από το άλλο; Που δεν γρικά γρυ; ("Χοντροκεφαλοδιαμπεροσύνη" λέγεται αυτό-και το γρυ είναι ήχος ...χοίρειος). Που ούτε νοιάζεται να καταλάβει, να ακούσει, να ενδιαφερθεί και προτιμάει να αποσυρθεί στα ενδότερά του, προτιμώντας μόνο τον εαυτούλη του;


Έχετε συναντήσει; Ε, ά να μπράβο! Συννεφιανός είναι του λόγου του!

Και οι Συννεφιανοί μπορεί να είναι από τους απόμακρους πολιτικούς (απόμακρος ίσον: πού να φτάσουμε εμείς οι πτωχοί τόσες μίζες, underπρομήθειες και λόγια του αέρα–ε, και των συννέφων βεβαίως, βεβαίως), μέχρι τον μπακάλη της γειτονιάς (αν υπάρχει ακόμα βγάλτε του μια φωτογραφία, αξίζει πολλά ως κειμήλιο), τον γείτονά μας (αν του μιλάμε ακόμα και δεν έχουμε μαλώσει μαζί του), μέχρι τον πιο κοντινό μας ...σχετιζόμενο ή σχετιστή ή σχετίστα (άσχετο με το: "δημοσιοσχετίστα", αλλά καμιά φορά και συναφές –ποτέ δεν ξέρεις!).
.
Επειδή, νομίζουμε μεν ότι κατοικούμε στη γη, αλλά δεν γνωρίζουμε ότι οι συννεφιανοί ζούν ανάμεσά μας, ντυμένοι με ανθρώπινα προσωπεία επικοινωνίας, κατανόησης, επαφής και κουλτούρας κι ότι κυκλοφορούν σαν ευυπόληπτοι και αγαστοί συν-πολίτες και συν-σχετίστες στους δρόμους και στα πέριξ.
Και -σημειωτέον και μη παραλειπτέον- κυκλοφορούν ανάμεσά μας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα (ναι-ναι, ακόμα κι αν είναι το στρώμα μας μονό!).


Τώρα θα μου πείτε: "Μα, κι αυτό είναι αμάρτημα;", "Ας' τον Συννεφιανό στην τρέλα του και μην τον συννεφοσυνεφέρνεις", "Απ' τα χαμηλά στα ψηλά", "Ο υψών εαυτόν συννεφοαρπαγήσεται", "Κατέβα να φάμε", "Συννεφιανός συννέφω πελάζει", "Συννεφιασμένη Κυριακή και Δευτέρα και Τρίτη και Τετάρτη και Πέμπτη και Παρασκευή και Σάββατο", "Συννεφιά κι αράξαμε", "Συννεφοσυναχτωμαζώματα vs Συννεφοσκορπίσματα" ... κλπ.

Όχι, δε λέω, καλά κάνουν και ζουν κάποιοι στη συννεφούλα (συννεφούλη, συννεφούλη μη γυρίσεις σου ζητώ) και συννεφώδη απομονωμένη κοσμάρα (sic) τους.
Και δεν φταιν αυτοί, αλλά εμείς οι χαζοί που ψάχνουμε καμιά συννεφοκερκόπορτα, μπας και καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε επιτέλους μαζί τους.
.Δε βαριέσαι όμως! Το επόμενο σύννεφο (ένας ουρανοκατέβατος, από μηχανής, θυσανοσωρείτης) περνάει ακριβώς σε τρία λεπτά και δυόμιση δευτερόλεπτα. Και μαντέψτε τι!
Έχω βγάλει εισιτήριο άνευ επιστροφής!

Θα τα λέμε αφ' υψηλού και εξ ομίχλης!

Ήδη όμως, για να προλάβω, έχω γίνει μέλος της Λέσχης Εκτίμησης Συννέφων που έχει βγάλει μέχρι και μανιφέστο:

Παραθέτω το Συννεφομανιφέστο μας:

Πιστεύουμε ότι τα σύννεφα είναι άδικα διασυρόμενα
και ότι η ζωή θα ήταν ασύγκριτα φτωχότερη χωρίς αυτά.

Θεωρούμε ότι είναι η ποίηση της φύσης,
και τα πιο ισότιμα από τις θεάσεις της, δεδομένου ότι
ο καθένας μας μπορεί να έχει μια φανταστική θέα τους.

Δεσμευόμαστε για την καταπολέμηση της "γαλάζιου ουρανού-αναζήτησης"
όπου κι αν την βρούμε.
Η ζωή θα ήταν άχαρη, αν είχαμε να βλέπουμε την ίδια ασυννέφιαστη
μονοτονία μέρα με τη μέρα.

Επιδιώκουμε να υπενθυμίσουμε ότι τα σύννεφα είναι εκφράσεις
της ατμοσφαιρικής διάθεσης, και μπορεί να διαβαστεί
όπως και η έκφραση ενός ατόμου.

Τα σύννεφα είναι τόσο κοινά που η ομορφιά τους συχνά παραβλέπεται.
Υπάρχουν για τους ονειροπόλους και η ενατένισή τους ωφελεί την ψυχή.
Πράγματι, όλοι όσοι μελετούν τα σχήματα που βλέπουν σε αυτά
θα κάνουν οικονομία στους λογαριασμούς της ψυχανάλυσης.

Έτσι, λέμε σε όλους όσους θα ακούσουν:
Κοιτάξτε, θαυμάστε την εφήμερη ομορφιά,
και ζείστε τη ζωή με το κεφάλι μέσα στα σύννεφα! 


.------------------------------ 


"Λατρεύω τα σύννεφα… τα σύννεφα που περνούν…
εκεί ψηλά… εκεί ψηλά… τα υπέροχα σύννεφα!"
[Ο Ξένος, Κάρολος Μπωντλαίρ]



Και λίγα περί συννέφων, έτσι, για να ξέρουμε …πού βρισκόμαστε!
Βάση του ύψους στο οποίο βρίσκονται, τα σύννεφα χωρίζονται σε τρείς βασικές κατηγορίες:


Υψηλά Σύννεφα:Βρίσκονται 6 έως 15 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της θάλασσας.Cirrus (θύσανοι)
Cirrocumulus (θυσανοσωρείτες ή αλλιώς: εκεί που θα πάω σε λίγο)
Cirrostratus (θυσανοστρώματα)

Μεσαία Σύννεφα:
Βρίσκονται 2 έως 6 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της θάλασσας.Altocumulus (υψοσωρείτες)
Altostratus (υψοστρώματα)
Nimbostratus (μελανοστρώματα)

Χαμηλά Σύννεφα:Βρίσκονται κάτω από 2 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Stratocumulus (στρωματοσωρείτες)
Stratus (στρώματα)
Cumulus (σωρείτες)
Cumulonimbus (μελανοσωρείτες)


Υ.Γ.
Τελικά, το μόνο άξιον απορίας (που δεν κατάλαβα ολωσδιόλου) είναι πώς ενώ ξεκίνησα να κάνω άλλη δουλειά το πρωί, τελικά υφαρπάχθην εκ των Συννεφιανών…
Συννεφοσυνομωσία μου μυρίζει!
.
Σημείωση:
Στην παραπάνω ανάρτηση λειτουργούν και υπερσύνδεσμοι.
Με ένα κλικ πάνω τους μεταφέρεστε στην "ΕΛΕΤΟ" (επιστημονική ένωση για την ανάπτυξη της Ελληνικής Ορολογίας και την σύμμετρη ανάπτυξη της Ελληνικής Γλώσσας σε σχέση με τον κατακλυσμό των ξένων ορολογιών, ιδίως όσον αφορά τους εισαγώμενους νέους όρους και τις ανακαλύψεις της επιστήμης), και κυρίως και ανελλιπώς στις υπαρκτές σελίδες της Λέσχης Εκτίμησης Συννέφων (κι όμως υπάρχει!) και στο Συννεφομανιφέστο (αυτό κι αν υπάρχει!).
.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Περί Κωμικού

Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις γύρω από το κωμικό και το γέλιο.

Ο Ανρί Μπεργκσόν (Bergson, 1998:119) τοποθετεί το κωμικό ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Θεωρεί το γέλιο ως επανορθωτικό λειτούργημα της αλυγισίας, η οποία αντιτάσσεται στο νόμο της κινητικότητας και της ανανέωσης της ζωής. Σημειώνει, επίσης, ότι απαραίτητο στοιχείο για την πρόκληση του γέλιου είναι η επιθετικότητα (Κανατσούλη, 2000:4) και η συναισθηματική αμεριμνησία ή «αναισθησία της καρδιάς», που συνυπάρχει, κατά κανόνα με το γέλιο. Τα στοιχεία που συνθέτουν το κωμικό είναι η αδεξιότητα, η αμηχανία, ο αυτοματισμός, η μηχανική αλυγισία, η επανάληψη κινήσεων, η κιβδηλεία της πραγματικότητας από τη φαντασία καθώς και τα μειονεκτήματα που απευθύνονται στη σκέψη.

Ο Αλέξανδρος Μπαιν ορίζει το κωμικό ως εξευτελισμό. «Το κωμικό γεννιέται, όταν ένα πράγμα, που άλλοτε το σεβόμασταν, τώρα μας το παρουσιάζουν ως μέτριο και ταπεινό» (Κανατσούλη, 1993:104)

Ο Νίτσε, Γερμανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα, γράφει για τη γένεση του γέλιου: «...Όταν κανείς στοχαστεί ότι ο άνθρωπος επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ήταν ένα ζώο που ζούσε κάτω από το φόβο, και ότι κάθε αιφνίδιο, απροσδόκητο σήμαινε γι’ αυτόν να είναι έτοιμος για πάλη, έτοιμος για θάνατο...δεν είναι να απορεί ότι σε κάθε αιφνίδιο, απροσδόκητο στο λόγο και την πράξη, όταν παρουσιάζεται απότομα χωρίς κίνδυνο και ζημιά, ο άνθρωπος ανακουφίζεται και μεταπίπτει στο αντίθετο του φόβου: το συμμαζεμένο ον, που τρέμει από φόβο, ορθώνεται γρήγορα και ξεδιαλύεται απλόχωρα- ο άνθρωπος γελάει...» (Ματακιάς, 1993:356).

Ο Τζιάνι Ροντάρι, διαποτισμένος από τις φιλοσοφίες των σουρεαλιστών
, διαφεντεύεται ότι, «το γέλιο είναι το καλύτερο όπλο για να αποτινάξουμε τον ζυγό της υποκρισίας. Μαστιγώνοντας τις συμβατικότητες, υπογραμμίζοντας το γελοίο, επαναστατούμε κατά της υπάρχουσας στάσης των πραγμάτων. Έτσι το χιούμορ γίνεται ηθική στάση, στάση ζωής» (Κανατσούλη, 1993:71).

Ήδη από την αρχαιότητα, ο Πλάτωνας είχε ορίσει το κωμικό ως αυτάρεσκο αίσθημα ανωτερότητας, το οποίο νιώθουμε αποκλειστικά εμείς οι άνθρωποι. Σχεδόν πάντα γελάμε με κωμικοτραγικές καταστάσεις, όπως το πέσιμο, το γλίστρημα ή κάποια άλλα αστεία ατυχήματα κάποιων ανθρώπων και επειδή θεωρούμε τον εαυτό μας πιο έξυπνο μας διασκεδάζουν οι ατυχίες των συνανθρώπων μας.

Ο Ραφαηλίδης γράφει για τη σχέση κωμικού-τραγικού, «Άλλωστε δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Τα όρια τα εφεύραν οι φιλόλογοι για λόγους μεθοδολογικούς και μόνο. Σε μια διαλεκτική αντίληψη του κόσμου (και της τέχνης) το κωμικό κυοφορείται μέσα στο τραγικό και το τραγικό μέσα στο κωμικό. Το δάκρυ και το γέλιο είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τόσο, που θα μπορούσε να παραφράσει κανείς το γνωστό ρητό και να πει, «κλαίει ο μωρός καν τι μη θλιβερόν η». Κι αυτοί που κλαίνε αναίτια είναι πιο μωροί απ’ αυτούς που γελούν αναίτια. Διότι αυτοί που γελούν αναίτια είναι μόνο βλάκες. Ενώ αυτοί που κλαίνε αναίτια είναι και βλάκες και ψυχοπαθείς. Και, βέβαια, το ένα κακό είναι προτιμότερο απ’ τα δύο...» (Ματακιάς, 1993:357).

Ακόμη, σε αφιέρωμα στον περιοδικό τύπο, υπάρχει η εξής αναφορά για το χιούμορ «Το χιούμορ είναι κωμικό με ακατάσχετη τάση προς το τραγικό ή το αντίστροφο» (Ραφαηλίδης, 1985:17).

Ο Φρόιντ πίστευε ότι με το χιούμορ αποφεύγουμε τα εμπόδια που επιβάλλονται από τον «πολιτιστικό λογοκριτή». Με το γέλιο μετατρέπεται η επαναστατική μας συνείδηση σε επαναστατική πρακτική (Κανατσούλη, 1993:24).

Στο δοκίμιό του περί γέλιου ο Charles Baudelaire παραθέτει μια συγκροτημένη άποψη, ανάγοντάς το στην ευρύτερη σφαίρα του κωμικού. Το σύνηθες γέλιο είναι διαβολικής καταγωγής, σημαδεμένο από το κακό, σημείο της πτώσης από την παραδείσια μακαριότητα. Ο άνθρωπος, πεπεισμένος για την ανωτερότητά του έναντι του άλλου, επιχαίρει για τις αδυναμίες του συνανθρώπου του, δαγκώνει και τιμωρεί με το γέλιο του. Διακρίνει το σύνηθες, διττό, κωμικό, και το απόλυτο, ενιαίο και αθώο κωμικό της υψηλής αισθητικής. Στο εκδικητικό, μοχθηρό και σατανικό γέλιο αντιπαρατίθεται το ποιητικό γέλιο, το σεραφικό μειδίαμα της αθωότητας (Baudelaire, 2000,οπισθόφ.).

Σύμφωνα με τον Goleman η θεώρηση των πραγμάτων από διαφορετική σκοπιά, κάτι που αναφέρεται σαν «γνωσιακή αναπαλαίωση», αποτελεί ένα ισχυρό αντίδοτο στην κατάθλιψη, και το χιούμορ είναι αυτό ακριβώς, η θεώρηση των πραγμάτων από διαφορετική σκοπιά
. Το γέλιο, ως αποτέλεσμα του αστείου, διαφέρει ως προς την ένταση και τη διάρκεια του, είναι αυθόρμητο και συχνά δημιουργείται από τις σκέψεις που κάνει ο άνθρωπος.


Όπως λοιπόν ο καθένας μας αντιλαμβάνεται διαφορετικά την πραγματικότητα, ακριβώς το ίδιο ισχύει και για την κωμικότητα.

Πέρα όμως από τις αντιδράσεις του κάθε υποκειμένου, κάποιες καταστάσεις μας κάνουν να γελάμε περισσότερο από κάποιες άλλες επειδή διαθέτουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Το χιούμορ βασίζεται και εμπεριέχει το στοιχείο της έκπληξης. Για να δημιουργηθεί η έκπληξη, πρέπει να υπάρχει πρωτοτυπία και να αποφεύγονται οι στερεότυπες και κοινές σκέψεις. Έτσι εξηγείται γιατί μας διασκεδάζουν περισσότερο τα απρόβλεπτα και τα αυθόρμητα κωμικά επεισόδια παρά οι προσχεδιασμένες κωμικές καταστάσεις.

.
Crying King, by Skyler Chen


Μέσα στον εγκέφαλό μας υπάρχει μια νοητική δομή η οποία αποτελεί τη σύνθεση όλων των προηγούμενων εμπειριών μας.
Όταν οι πληροφορίες που φτάνουν σ' εμάς δε συμφωνούν μ' αυτό το νοητικό πρότυπο, τότε τις αντιλαμβανόμαστε ως ανακολουθία.
Όταν κάτι δηλαδή που διαβάζουμε ή βλέπουμε είναι παράδοξο ή όταν μια φαινομενικά ανόητη απάντηση κρύβει επιδέξια ένα διπλό βαθύτερο νόημα μας προκαλείται γέλιο.
Το θεμελιώδες αυτό χαρακτηριστικό της αντιφατικότητας και της ανακολουθίας το είχε εντοπίσει ο Aριστοτέλης ήδη από την αρχαιότητα.

(Κ. Μαστροθανάσης, Π. Καπλάνη 2006)

Και ένα σχετικό υπερρεαλιστικό ποίημα του Π. Ελιάρ:

Είδηση

Η τελευταία του νύχτα
ήταν η πιο μικρή της ζωής του
Η ιδέα πως υπήρχε ακομη
φλόγιζε το αίμα στους καρπούς του
Το βάρος του κορμιού του τον αηδίαζε
Η δύναμή του τον έκανε να στενάζει
Αυτό ήταν όλο κι όλο στο βάθος
εκείνης της φρίκης
Σαν πάτησε τα γέλια
Δεν είχε ένα σύντροφο
Μα εκατομμύρια και εκατομμύρια
για να τον εκδικηθούν - το ήξερε
Και η μέρα ξύπνησε για κείνον.

(μετάφραση: Γ. Καραβασίλη).

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Από σκουπίδια...














Κοντινό πλάνο από την πλατεία πλάζα στη Ρώμης ,
όπου εκτέθηκε, το 2007, ο στρατός των 1000 σκουπιδανθρώπων.


"Trash People" από τον HA Schult
(Γερμανό ακτιβιστή καλλιτέχνη)



«Οι ‘Trash People’ είναι χαρακτήρες που συμβολίζουν έναν ολόκληρο αιώνα» ,δηλώνει ο "πρώτος περιβαλλοντολόγος καλλιτέχνης" (όπως αυτοαποκαλείται), αφού χρησιμοποιεί κονσέρβες, μεταλλικά κουτιά, άχρηστα εξαρτήματα υπολογιστών και άλλα απορρίμματα για να κατασκευάσει μορφές σε ανθρώπινο μέγεθος.
Οι πρώτοι 1.000 “Trash People” κατασκευάστηκαν το 1996.
Οι πρεσβευτές της "χαμένης ευμάρειας" (έκφραση του HA Schult) περιφέρονται ακούραστα σε όλο τον κόσμο και εγκαθίστανται σε τόπους μεγάλης ιστορικής σημασίας, όπως Παρίσι, Σινικό τείχος-Πεκίνο, Μόσχα, Κολονία, πυραμίδες της Γκίζας, Matterhorn, τα αλατωρυχεία στο Gorleben, Βρυξέλλες, Ρώμη, Βαρκελώνη, Νέα Υόρκη, ακόμα και στην Ανταρκτική, προσπαθώντας να μεταφέρουν το οικολογικό τους μήνυμα σε όλο τον κόσμο.




Όταν δεν δίνουμε στο πνεύμα πράγματα που αξίζουν,
λειτουργεί (γιατί δεν μπορεί παρά να λειτουργεί)
με πράγματα τυχαία και μηδαμινά που μας ταπεινώνουν.
(Γ. Σεφέρης, Μέρες, Β΄)
.
(Θα μπορούσε το απόσπασμα αυτό να συνοδεύει εσωτερικά τους "Trash People")
.
.
.